Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Βαγγέλης Αλεξόπουλος, Τρία ανέκδοτα ποιήματα

[Η ευλογία]

Ηλεκτρικές γροθιές σφυροκοπούν το σπίτι.
Στην ασφάλεια του μικρού μας δωματίου
υπό το φως χιλίων κηρίων, δοκιμάζουμε
όλες τις στάσεις του KamaSutra.

Τα λουλούδια στον κήπο φλέγονται.
Η γάτα έχει κρυφτεί στο πηγάδι.

Στους τοίχους οι κρεμασμένοι άγιοι
μας παρακολουθούν και χαμογελάνε,
ευχαριστημένοι.

[Πως γράφονται στην Αθήνα τα ποιήματα]

Στις Ευρωπαϊκές πρωτεύουσες
υπάρχουν υπόγεια διαμερίσματα.

Μόνο που σε αντίθεση με την Αθήνα
διαθέτουν υαλοπίνακες.

Έτσι έχουν μια άποψη του κόσμου
έστω, από κάτω προς τα πάνω.

Στην Αθήνα δε βλέπουν
ακούν μονάχα. τους διερχόμενους διαβάτες,

Έτσι τους νομίζουν. άλλοτε αγγέλους
και άλλοτε τέρατα.

[Ξημερώνει ΙΙ]

Αφήνω τους εφιάλτες μου
σκεπασμένους κάτω από το πάπλωμα
και βγαίνω απʼ το δωμάτιο, ακροπατώντας
όπως έχω δει τη γάτα μου να κάνει.

Η ημέρα της ανάληψης δεν είναι, ποτέ
εκ των προτέρων γνωστή
(εκτός κι αν είσαι ο Μαγιακόφσκι)
γιʼ αυτό ακολουθώ αυστηρά το καθημερινό μου τυπικό.

Με τρόπο ψυχαναγκαστικό, σαν αυτιστικός ιδεολόγος,
ολοκληρώνω με ακρίβεια χιλιοστού την περιστροφή μου.
Υπάρχουν βέβαια και χειρότερες περιπτώσεις
όπως εκείνης της αλεπούς που έστυβε σύννεφα.

Αλλά ας είναι, ο καθείς και οι νευρώσεις του
όπως έλεγε ο Δρ. Φρόιντ,
βουτώντας κρυφά το δάχτυλο, στο βάζο
με την άχνη ζάχαρη της μάνας του.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ομάδα GAFF, «Διγενής Ακρίτης, στα όρια» (Θέατρο 104)

`

*************************************************************
Καὶ σύντομα ἐπιλάλησεν, τὸν ποταμὸν περάση
καὶ ἐγὼ δὲ τὴν ἐλάλησα φωνὴν ἀπὸ μακρόθεν:
«αὐτόθε στέκου, Μαξιμού, ὧδε μηδὲν περάσης!
Τοὺς ἄνδρας πρέπει νὰ περνοῦν, ἀμὴ ὄχι τὰς γυναίκας.
Περάσειν ἔχω, Μαξιμού, ὡς διὰ σέναν τὸ ποτάμιν
καὶ νὰ σοῦ ἀντιμέψωμεν, ὡς καὶ τὸ δίκαιον ἔχεις».
Τὸν γρίβαν μου ἐπιλάλησα, τὸν ποταμὸν περάση,
καὶ εἶχεν νερὸν ὁ ποταμὸς πολὺν καὶ βουρκωμένον
καὶ ἐξέπεσεν ὁ γρίβας μου καὶ ἐχώθην ἕως τραχήλου·
καὶ δένδρον ἔπεψεν ὁ Θεὸς ἀπέσω εἰς τὸ ποτάμιν
καὶ ἀν εἶχεν λείπειν τὸ δενδρόν, ἐπνίγετον ὁ Ἀκρίτης.
Καὶ ὡς εἶδεν τοῦτο ἡ Μαξιμού, ἀπάνω μου ἐκατέβη·
κοντάριν ἐμαλάκιζεν, τὴν κονταρέαν μὲ δώση
καὶ ταῦτα τὸ κοντάριν της ἔριψα παρὰ μίαν
καὶ σύντομα ἔριψα ραβδίν, τὴν Μαξιμούν ἐλάλουν:
«Ἐλεῶ τὰ κάλλη σου, κυρά, βλέπε μὴ κινδυνεύσης·
ἀλλὰ ἄς δώσω, Μαξιμού, τὴν φάραν σου ραβδέαν
καὶ ἐκ τὴν ραβδέαν, Μαξιμού, νόησε με τίναν ἔχεις».
Καὶ ἐγὼ ραβδέαν ἔδωσα τὴν φάραν ‘ς τὰς κουτάλας
καὶ ἀνάσκελα ἐξήπλωσεν ἡ θαυμαστὴ ἡ φάρα.
`

******************************************************

`

Η ομάδα GAFF παρουσιάζει μια εκδοχή του έπους « Βασίλειος Διγενής Ακρίτης», του έμμετρου ποιήματοςτου 11ου – 12ου αιώνα, αγνώστου συγγραφέα και εξιστορεί την ζωή, τις ανδραγαθίες και τον θάνατο ενός ήρωα που έχει ταξιδέψει ανά τους αιώνες και που καταγράφηκε ως σύμβολο της ηρωικής ψυχής.
Τρεις «ραψωδοί» ζωντανεύουν την μεταφυσική χροιά του ηρωικού αυτού ποιήματος. Πολεμάνε, ερωτεύονται, αναμετριούνται με δράκους και θηρία, χορεύουν, τραγουδάνε, παίζουν με το θάνατο και ζούνε την κάθε μέρα τους τόσο έντονα σαν να είναι η τελευταία μιας μακρόχρονης ζωής.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτρης Τασόπουλος, “Έρως παραλύχνιος”. Η παρουσία του λύχνου στο Ε΄ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας

Έρως παραλύχνιος. Η παρουσία του λύχνου στο Ε΄ βιβλίο της Παλατινής Ανθολογίας

Σε ένα από τα πολλά ανέκδοτα τα σχετικά με τον βίο του Διογένη, του κυνικού φιλοσόφου, τον βρίσκουμε να κατοικεί στην Κόρινθο και να διαπλέκεται με την Λαϊδα, μια από τις πιο διάσημες εταίρες της αρχαιότητας, περιώνυμη για την ομορφιά, την καλλιέργεια και φυσικά τον πλούτο, καθώς η συνεύρεση μαζί της αποτελούσε προνόμιο των ευκατάστατων και μόνο.
Όταν ο Διογένης ερωτήθηκε γιατί δεν την επισκέπτεται, αποκρίθηκε πως δεν προτίθεται να πληρώσει ένα τεράστιο ποσό για να παραλάβει μία … μεταμέλεια. Η Λαίδα πληροφορήθηκε τη δήλωση του φιλοσόφου και, αποφασισμένη προς ανταπόδοση, τον πλησίασε και του υποσχέθηκε μια βραδιά δώρο, με τον Διογένη, φυσικά, να συμφωνεί. Τον περίμενε όμως σε αίθουσα σκοτεινή, έχοντας παραχωρήσει τη θέση της σε μία άσχημη υπηρέτρια, της οποίας τις φροντίδες δέχτηκε ο πλανηθείς φιλόσοφος κατά τη διάρκεια της νύκτας. Το πάθημά του συνειδητοποίησε με το φως του ήλιου, η δε Λαίδα φρόντισε να διαδοθεί σε όλη την πόλη.
Ο Διογένης όμως ήταν αυτός που κράτησε τον τελευταίο λόγο, απαντώντας πως “λύχνου σβεσθέντος πάσα γυνή Λαϊς”!
Λέγεται πως η εταίρα, εντυπωσιασμένη από το πνεύμα του φιλοσόφου, προσέφερε τελικά εαυτόν αφιλοκερδώς (υπό το φως του λύχνου υποθέτουμε)• η δε φράση του Διογένη έμεινε παροιμιώδης κατά την αρχαιότητα, σε διάφορες μορφές.

“Πάσα γυνή του λύχνου αρθέντος η αυτή εστί”

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Χρήστος Βακαλόπουλος «Η 21η Απριλίου κι Εμείς», περ. Ιστός, τχ. 5, 1992

`

Δεν είμαστε πια οι ίδιοι άνθρωποι που μεγαλώσαμε μαζί στο γυμνάσιο στη διάρκεια της δικτατορίας. Μαζευτήκαμε τότε γύρω από ένα συγκρότημα ροκ, τους Peppers και αργότερα Ρέμπελους, που πρόλαβαν να παίξουν σε μερικές συναυλίες και να βγάλουν ένα δίσκο σαράντα πέντε στροφών στην εταιρεία Zodiac, λίγο πριν διαλυθούν μέσα σʼ αυτή την παρεξήγηση που ονομάσθηκε μεταπολίτευση. Πίσω μας είχαμε έναν κόσμο ουσιώδους αφέλειας που δεν τον ξαναβρήκαμε ποτέ, παρʼ όλο που τα πρώτα χρόνια της χούντας συνέχιζε ακόμα να υπάρχει – οι άνθρωποι έβγαζαν καρέκλες στους δρόμους της Κυψέλης, οι θερινοί κινηματογράφοι γέμιζαν στις ταράτσες, στα πάρτυ όλοι ντρεπόντουσαν με την άνεσή τους. Όμως αυτός ο κόσμος άρχισε να εξαφανίζεται σε όφελος της τηλεόρασης, των ντισκοτέκ και του φαινομενικού αντίβαρού τους, της αμφισβήτησης.
Μπήκαμε στη δικτατορία μικρά παιδιά που δεν ήξεραν να ερωτεύονται και να ντρέπονται, να ελπίζουν και να χαίρονται, και βγήκαμε από εκεί κάτι κουρασμένα παλληκάρια ασχέτως ηλικίας, υποψιασμένοι για τα πάντα, έτοιμοι να αναλύσουν το παραμικρό, ανίκανοι να ψωνισθούμε με κάτι, στρατιώτες ενός μέλλοντος που ερχόταν με σιγουριά αλλά δεν φάνηκε ποτέ, ενός μετά που μας έχει αρπάξει από το λαιμό και δε λέει να μας αφήσει ήσυχους ούτε δευτερόλεπτο. Εφτά ολόκληρα χρόνια μαθαίναμε ο ένας τον άλλο να περιφρονεί τον τόπο του και να θαυμάζει ένα μυθικό τόπο, αποτελούμενο από συγκροτήματα ροκ, φοιτητικές εξεγέρσεις, ξεσπάσματα της κραιπάλης, ελεύθερες σχέσεις, πρίγκηπες της παρακμής, χιλιάδες παιδικές χαρές για μεγάλους. Μάθαμε να περιμένουμε κάτι και ξεμάθαμε να βλέπουμε τι γινόταν γύρω μας. Την ώρα που ο Παττακός εκτελούσε το εθνοσωτήριο έργο του μαζεύοντας γόπες στην οδό Πατησίων και ο Καράγιωργας έχανε το χέρι του ώστε να γίνει αργότερα υπουργός ο Κατσιφάρας, εμείς φανταζόμαστε τη ζωή σαν ένα σόλο του Τζίμι Χέντριξ ή μια ροχάλα του Κον Μπεντίτ. Την ίδια στιγμή η Ελλάδα έπαιρνε την όψη της οδού Αχαρνών αλλά αυτό δεν μας ένοιαζε καθόλου, η Ελλάδα δεν υπήρχε για μας, όπως δεν υπήρχε και για όλους αυτούς τους αντιστασιακούς που ήρθαν αργότερα από το εξωτερικό μʼ αυτό το κουρασμένο-ύφος-του-ανθρώπου-που-ένοιωσε-τα-πάντα-στο-πετσί-του, την Ελλάδα τη χαρίζαμε στους χουντικούς μαζί με το δημοτικό τραγούδι. Εμείς οι ίδιοι, στρατιώτες του μέλλοντος, βάλαμε ένα χεράκι ώστε να την κρύψουμε για πάντα από τους εαυτούς μας και σχεδόν την τελειώσαμε μέσα μας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Βαναργιώτης, “Πάσχα”

Πάσχα. Διακοπές και ξεκούραση. Κατάνυξη τη Μ. Εβδομάδα, χαρά και πανηγύρι τη Διακαινήσιμο. Φέτος όμως είχε απλωθεί μια πίκρα μέσα μου εξαιτίας των γεγονότων στη Συρία. Διαβάζοντας τα αντίφωνα της Μ. Πέμπτης:«Λαός μου, τί εποίησά σοι, καί τί μοι ανταπέδωκας;» κάτι με ώθησε και αναζήτησα το ποίημα του Καβάφη «27 Ιουνίου 1906, 2μ.μ.». Ήταν ο σπαραγμός της μάνας κάτω από την κρεμάλα, το «δεκαεφτά χρονώ αθώο παιδί» και η διαπίστωση ότι το κρέμασαν οι Χριστιανοί που με συγκλόνισαν. Η ανθρώπινη φύση ριγώντας ηδονικά στον ήχο των τριάκοντα αργυρίων του Ιούδα, φιλώντας προδοτικά τον εσταυρωμένο Θεό,εξακολουθεί να διαπράττει τα μεγαλύτερα εγκλήματα.
Ένα δεύτερο πλήγμα δέχτηκε η διάθεσή μου από μια προσωπική ταπείνωση αισθητικής φύσεως. Ο οδοντογιατρός ήταν σαφής. Εξαγωγή και μετά ή εμφυτεύματα ή γέφυρα. Οι δύο πάνω κοπτήρες μου είχαν διαλυθεί, τα ούλα αποτραβήχτηκαν και δεν υπήρχε σωτηρία. Διάλεξα τη γέφυρα. Ώσπου να ετοιμαστεί παρέμεινα στο σπίτι. Δεν είχα καμία όρεξη να σκορπίζω γύρω το φαφούτικο χαμόγελό μου. Διάβαζα, έβλεπα τηλεόραση και ξεφύλλιζα άλμπουμ φωτογραφιών που είχα χρόνια να δω. Σε ένα με παιδικές φωτογραφίες βρήκα μία από το Πάσχα του ʽ72 στο Δομοκό. Τη χρονιά εκείνη ο διοικητής του τμήματος να ψήσουμε έξω από το σταθμό χωροφυλακής όλοι μαζί. Έσκαψαν έναν λάκκο στο πλάι του σταθμού προς την πλευρά του γηπέδου και εκεί στρίμωξαν τα οκτώ αρνιά, τόσες οικογένειες χωροφυλάκων ήμασταν, και ένα του διοικητή. Υπήρξαν και δύο, τρεις ελεύθεροι που τους έδωσαν άδεια να πάνε στις οικογένειές τους. Το ραδιόφωνο έπαιζε θυμάμαι ενοχλητικά στη διαπασών δημοτικά τραγούδια και στη φωτογραφία τέσσερα αγόρια και δύο κορίτσια, μη γνωρίζοντας χορό κρατιόμαστε από το χέρι και μιμούμαστε τους μεγάλους κάνοντας πως χορεύουμε. Κάποιος μας κατηύθυνε σίγουρα. Είναι έκδηλη η αμηχανία μας μπροστά στο φακό. Εγώ χαμογελάω και στο μπροστινό μέρος του στόματός μου διακρίνεται το μαύρο κενό λόγω της έλλειψης των πάνω κοπτήρων. Χαμογέλασα με την ανακάλυψη. Αν με φωτογράφιζε κάποιος σήμερα, εκείνο το μαύρο κενό θα ήταν ίσως η μόνη ομοιότητα με χθες. Στη φωτογραφία φοράω ένα ριγέ μπορντό παντελόνι καμπάνα, ένα άσπρο πουκάμισο με καφέ σχέδια και μια λευκή καζάκα. Στο λαιμό μου ξεχωρίζει η σκούρα γραβάτα που συγκρατούνταν με λάστιχο κάτω από το γιακά.

Διαβάστε περισσότερα