Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Φώτης Κόντογλου, «Καπετάνιος Αγιογράφος», περ. «Ελληνική δημιουργία», ἔτος β, τόμος 4ος, τχ. 45, Χριστούγεννα 1949

Σαν σήμερα Χριστούγεννα, στα 1864, έκανε μεγάλη φουρτούνα με χιονιά. Στ’ αγριεμένο πέλαγο δεν φαινότανε πουθενά πανί. Μοναχά ένα μικρό καΐκι πάλευε με το χάρο ανοιχτά από την Τήνο. Ήτανε ενός καπετάν Γιώργη από τη Νάξο, φορτωμένο κρασιά από τη Σαντορίνη. Όλη τη μέρα αγαντάριζε στον αγέρα, μα σαν σκοτείνιασε, ο βοριάς σκύλιαξε κι’ έσπασε τ’ άρμπουρο, έβγαλε και το τιμόνι από τα βελόνια. Οι άνθρωποι προφτάξανε και ρίξανε τη βάρκα στη θάλασσα και μπήκανε μέσα..

Δεν είχανε αλαργάρει ως μια τουφεκιά τόπο, και βούλιαξε το καΐκι. Τη βάρκα την άρπαξε το μπουρίνι και την πήγαινε όπου ήθελε μέσα στην πίσσα της νύχτας. Οι τρεις νοματέοι που βρισκόντανε μέσα, ήτανε ο καπετάν Γιώργης κι’ άλλοι δυό γεμιτζήδες, σε ελεεινή κατάσταση, βρεμένοι μέχρι κόκκαλο με κείνον τον χιονιά, πουντιασμένοι από το τάντανο, δίχως καμιάν ελπίδα πως θα γλυτώνανε. Πιάσανε και κλαίγανε σαν τα μωρά, και τάξανε κι’ οι τρεις να πάνε να καλογερέψουνε, αν λάχαινε να γλυτώσουνε. Κι’ ο Θεός άκουσε τις φωνές που τον παρακαλούσανε, γιατί βγαίνανε σαν του Ιωνά μέσα από καρδιές απελπισμένες, και κει που δεν ξέρανε που βρισκόντανε, σαν ξημέρωσε, είδανε πως ο καιρός καλωσύνεψε ανέλπιστα, και πως βρισκόντανε κοντά στη Σύρα. Ήβγανε γεροί όξω και τους μαζέψανε κάτι ψαράδες, δεν αρρώστησε κανένας.
Καθίσανέ δυό τρεις μέρες στη Σύρα, κι’ είπανε πως έχουνε χρέος να κάνουνε το τάξιμό τους. Πουλήσανε τη βάρκα, και με κείνα τα λεφτά μπαρκάρανε, και πήγανε ίσια στ’ Άγιον Όρος και γινήκανε κ’ οι τρεις καλογέροι, δίχως να ειδοποιήσουνε τα σπίτια τους πως γλυτώσανε, αφού είπανε πως είναι πια πεθαμένοι για τον κόσμο. Ο καπετάν Γιώργης πήγε κι’ ασκήτεψε στη Σκήτη της Αγίας Άννας, κ’ έφταξε σε μεγάλα μέτρα, με προσευχή, με νηστεία και με σκληρή κακοπάθηση του κορμιού, τόσο, που ξακούστηκε η αγιοσύνη του σ’ όλό το Όρος. Έμαθε και την τέχνη κοντά σ’ έναν γέροντα μάστορα, κ’ έγινε σπουδαίος αγιογράφος. Η γυναίκα του τον είχε για πνιγμένον κ’ έκανε κάθε χρόνο τα κόλυβά του. Δεν έμαθε πως γλύτωσε και πως καλογέρεψε ο άντρας της. Μαυροφόρεσε αυτή και τα δυό παιδιά της τα πιο μεγάλα, γιατί το μικρό ήτανε μωρό βυζανιάρικο. Κι’ ο καπετάν Γιώργης, που γίνηκε Πάτερ Γεράσιμος, δεν θέλησε να μάθει τίποτα για το σπίτι του, μην τύχει και τον νικήσει η αγάπη των παιδιών του.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, «Υπηρέτρα» (Α΄δημοσίευση εφημερίδα “εφημερίς” 25-12-1888)

Τὴν ἑσπέραν τῆς παραμονῆς τῶν Χριστουγέννων τοῦ ἔτους… ἡ δεκαοκταέτις κόρη τὸ Οὐρανιὼ τὸ Διόμικο, μελαγχροινὴ νοστιμούλα, ἐκλείσθη εἰς τὴν οἰκίαν της ἐνωρίς, διότι ἦτο μόνη.

Ὁ πατήρ της, ὁ ἀτυχὴς μπαρμπα-Διόμας, ἀρχαῖος ἐμποροπλοίαρχος πτωχεύσας, ὅστις κατήντησε νὰ γίνῃ πορθμεὺς εἰς τὸ γῆράς του, εἶχεν ἐπιβῆ τῆς λέμβου του περὶ μεσημβρίαν, ὅπως πλεύσῃ εἰς τὴν νῆσον Τσουγκριᾶν, τρία μίλια ἀπέχουσαν, καὶ διαπορθμεύσῃ ἐκεῖθεν εἰς τὴν πολίχνην ἑορτασίμους τινὰς προμηθείας. Ὑπεσχέθη ὅτι θὰ ἐπανήρχετο πρὸς ἑσπέραν, ἀλλ᾽ ἐνύκτωσε καὶ ἀκόμη δὲν ἐφάνη.

Ἡ νέα ἦτο ὀρφανὴ ἐκ μητρός. Ἡ μόνη πρὸς μητρὸς θεία της, ἥτις τῆς ἐκράτει ἄλλοτε συντροφίαν, διότι αἱ οἰκίαι των ἐχωρίζοντο δι᾽ ἑνὸς τοίχου, ἐμάλωσε καὶ αὐτὴ μαζί της διὰ δύο στρέμματα ἀγροῦ, καὶ δὲν ὡμιλοῦντο πλέον. Ἡ νεᾶνις ἐκάθισε πλησίον τοῦ πυρός, τὸ ὁποῖον εἶχεν ἀνάψει εἰς τὴν ἑστίαν περιμένουσα τὸν πατέρα της, καὶ ἐκράτει τὸ οὖς τεταμένον εἰς πάντα θόρυβον, εἰς τὰ φαιδρὰ ᾄσματα τῶν παίδων τῆς ὁδοῦ, ἀνυπόμονος καὶ ἀνησυχοῦσα πότε ὁ πατήρ της νὰ ἔλθῃ.

Αἱ ὧραι παρήρχοντο καὶ ὁ πτωχὸς γέρων δὲν ἐφαίνετο.  Τὸ Οὐρανιὼ εἶχεν ἀπόφασιν νὰ μὴ κατακλιθῇ, ἀλλ᾽ ἔμεινεν οὕτως ἡμίκλιντος πλησίον τῆς ἑστίας.

Παρῆλθε τὸ μεσονύκτιον καὶ ἤρχισαν ν᾽ ἀντηχῶσιν οἱ κώδωνες τῶν ναῶν, καλοῦντες τοὺς χριστιανοὺς εἰς τὴν εὐφρόσυνον τῆς ἑορτῆς ἀκολουθίαν.

Ἡ καρδία τῆς νέας ἐκόπηκε μέσα της.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βασίλης Βασιλικός, «Το φύλλο» (απόσπασμα), εκδ. Εστία, 1961

Κι ωστόσο η μάνα του είχε δίκιο όταν είπε ότι θα του πίνει όλο το οξυγόνο. Και να γιατί: όταν χθες το βράδυ, νύχτα της Τρίτης, κουρασμένος από τις χαρές και τις αγωνίες της πρώτης μέρας που ζούσε με το φύλλο του, έπεσε να κοιμηθεί, για πολλή ώρα δεν μπορούσε να κλείσει μάτι. Ξάγρυπνος από τη στρωσιά του παρακολουθούσε τη σιγανή μετατόπιση του φεγγαριού πάνω από το φύλλο που είχε πάρει μια χαλκοπράσινη θωριά. Όσο το φως του φεγγαριού γλιστρούσε από πάνω του, το φύλλο αφομοιώνονταν μες το σκοτάδι, ώσπου χάθηκε ολότελα και μόνο η σκιά του ξεχώριζε σαν αποτύπωμα πάνω στη νύχτα. Ήσυχος που το φύλλο του κοιμόταν, γύρισε τότε κι Αυτός από το άλλο πλευρό. Στις τρεις όμως ξύπνησε μ’ ένα κακό όνειρο: είχε δει στον ύπνο του πως η μάνα του τάχα μπήκε μες το δωμάτιο κρυφά και με τα βαμμένα νύχια της ξέσκιζε τη σάρκα του φύλλου. Εκείνο δεν έβγαζε κραυγή και υπόφερε καρτερικά το θάνατό του. Τινάχτηκε. Δεν το ‘δε αμέσως. Προχώρησε στα τυφλά, ώσπου σκόνταψε πάνω στη γλάστρα. Τότε ησύχασε. Ευτυχώς ήταν εκεί, κοιμόταν με την ανοιχτή φτερούγα του. Το χάιδεψε και στα δάχτυλά του απλώθηκε ένα μούδιασμα γλυκό, σαν πάχνη. Ήταν εκεί, δόξα τω Θεώ, απείραχτο, ανέγγιχτο. Και σήμερα το πρωί, πρωί της Τετάρτης, καθώς ξύπνησε, το είδε κολλημένο κατάστηθα πάνω στο τζάμι της μπαλκονόπορτας. Τρόμαξε. Το φως του ήλιου διαπερνούσε ανεμπόδιστα την υγρή σάρκα του κι έπεφτε πρασινωπό μες στην κάμαρα ασημίζοντας τα λεπτά νεύρα του, τις τρίχινες ίνες, το περίγραμμά του που σχεδιάζονταν δαντελωτό πάνω στο κρύσταλλο σε σχήμα μεγάλης καρδιάς. Με προσοχή μη το σκίσει το ξεκόλλησε από το τζάμι, όπου είδε σταματημένες σταγόνες ιδρώτα σαν κόμπους βροχής. Κατάλαβε τι είχε γίνει τη νύχτα κι άνοιξε χωρίς χρονοτριβή την μπαλκονόπορτα. Τότε είδε το φύλλο που ξεχύθηκε ασυγκράτητο προς τα έξω σαν να φώναζε «αέρα! αέρα!» κι ανάσαινε άπληστα το φρέσκο πρωινό αγιάζι. «Τι θα πάθαινα!» σκέφτηκε. «Θα πέθαινε από ασφυξία». Η μάνα του είχε δίκιο όταν έλεγε πως θα πίνει όλο το οξυγόνο της κάμαρας. Κι αποφάσισε, όχι για να μην πάθει τίποτα Αυτός, αλλά για να μην πάθει τίποτα το φύλλο του, ν’ ανοίγει κάθε βράδυ την μπαλκονόπορτα προτού κοιμηθεί.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Montaigne (1533 – 1592), «Περί φιλίας» (μετφρ.: Κλέων Παράσχος)

Καθώς όλα, πραγματικά, είναι κοινά μεταξύ τους, επιθυμίες, στοχασμοί, γνώμες, αγαθά, γυναίκες, παιδιά, τιμή και ζωή και καθώς το συνταίριασμά τους δεν είναι παρά μια ψυχή σε δυο σώματα, σύμφωνα με το σωστότατο ορισμό του Αριστοτέλη, δεν μπορούν μήτε να δανείσουν, μήτε να δώσουν τίποτε ο ένας στον άλλο. Να γιατί οι νομοθέτες, για να λαμπρύνουν το γάμο [δίνοντάς του] μια κάποια φανταστική ομοιότητα με το θείο αυτό δεσμό, απαγορεύουν τις δωρεές ανάμεσα στο σύζυγο και στη γυναίκα, θέλοντας έτσι να δείξουν ότι το κάθε τι πρέπει ν’ ανήκει και στον ένα και στον άλλον, και ότι δεν έχουν τίποτε να χωρίσουν και να μοιράσουν ανάμεσά τους. Αν, στη φιλία για την οποία μιλώ, ο ένας μπορούσε να δώσει στον άλλον, αυτός που θα υποχρέωνε το σύντροφό του θα ήταν εκείνος που θα δεχόταν την ευεργεσία. Γιατί ζητώντας και ο ένας και ο άλλος, περισσότερο από κάθε τι, να κάνουν καλό ο ένας στον άλλον, εκείνος που δίνει την αφορμή και την ευκαιρία είναι ο γενναιόδωρος, αφού προσφέρει την ευχαρίστηση αυτή στο φίλο του, να του κάνει αυτό που περισσότερο επιθυμεί. Όταν ο φιλόσοφος Διογένης είχε ανάγκη από χρήματα, έλεγε ότι τα ζητούσε πίσω από τους φίλους του, όχι ότι τα ζητούσε. Και για να δείξω πώς πραγματικά αυτό γίνεται, θα διηγηθώ ένα παράξενο αρχαίο περιστατικό.

Ο Ευδαμίδας ο Κορίνθιος είχε δυο φίλους: Τον Χαρίξενο από τη Σικυώνα και τον Αρεταίο. Νιώθοντας ότι θα πέθαινε, καθώς ήταν φτωχός και οι δυο φίλοι του πλούσιοι, έκανε έτσι δα τη διαθήκη του: «Κληροδοτώ στον Αρεταίο να θρέφει τη μητέρα μου και να τη συντηρεί στα γερατειά της· στον Χαρίξενο, να παντρέψει την κόρη μου και να της δώσει το μεγαλύτερο χτήμα που θα μπορέσει· και, στην περίπτωση που ο ένας από τους δυο πεθάνει, βάζω στη θέση του εκείνον που θα επιζήσει». Εκείνοι που πρώτοι είδαν αυτή τη διαθήκη, γελάσανε· οι κληρονόμοι του όμως, όταν ειδοποιήθηκαν, τη δέχτηκαν με μεγάλη ευχαρίστηση. Και καθώς ο ένας απ’ τους δυο, ο Χαρίξενος, πέθανε ύστερα από πέντε μέρες, και τη θέση του πήρε ο Αρεταίος, έθρεψε με μεγάλη φροντίδα τη μητέρα του Ευδαμίδα, και, από τα πέντε τάλαντα που είχε στο βιος του, τα δυόμισι τα ‘δωσε για να παντρέψει μια δική του μοναχοκόρη, και δυόμισι για να παντρέψει την κόρη του Ευδαμίδα, κι έκανε και των δυο την ίδια μέρα τους γάμους.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μαρία Κατσοπούλου, «Τζενταϊσμός: Θρησκεία ή Πνευματικότητα;»

A Jedi will come

To destroy the Sith

And bring balance to the Force.

-The Great Holocron

 

 

Πάντοτε έβρισκα γοητευτικές τις αντιθέσεις. Μου ξεκλείδωναν το μυαλό. Ίσως οφείλεται στον ENTP  τύπο προσωπικότητάς μου. Έστω. Η πολικότητα μεταξύ φωτός και σκότους είναι μια ευάρεστη αντίθεση σε πολλούς ως δημιουργική μαγιά, ιδιαίτερα όταν συσχετίζεται με το ζήτημα της ηθικής και της έλλειψής της. Όμως, εάν κι εφόσον το ένα δεν υπάρχει χωρίς το άλλο, πού βρίσκεται η Χρυσή Τομή; Αποφάσισα, λοιπόν, να βρω την ισορροπία παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή:

 

Εν Αρχή ην το Χάος!

Σύμφωνα με τον Ησίοδο, το Έρεβος και η Νύχτα γέννησαν την Ημέρα και τον Αιθέρα. Η σκέψη μου ακολούθησε μια ενδιαφέρουσα πορεία με αυτήν την εκκίνηση. Ώστε, αναρωτήθηκα, είναι πράγματι το Σκότος που δημιουργεί το Φως; Θυμήθηκα τον Παύλο και την προς Ρωμαίους επιστολή του. Μα βέβαια, σκέφτηκα, η φώτιση έρχεται μέσω της αμαρτίας. Χρειάζεται να κάνουμε πολλά λάθη προκειμένου να μάθουμε τι είναι σωστό. Άναψα τσιγάρο κι έβαλα να ακούσω την Αρλέτα. Χάθηκα στους στίχους και τις σκέψεις μου. «Αν θες ν’ αγιάσεις, πρέπει ν’ αμαρτήσεις», είπε ο άγιος του scotch. Θυμήθηκα τον Άσωτο Υιό και κατέληξα στον Darth Vader. Ω ναι, ο εκλεκτός που θα φέρει την ισορροπία στην Δύναμη.

Ως κλασική Star Wars geek, έχω εργαστεί πάρα πολύ βαθιά και ουσιαστικά με τα σχετικά διδάγματα τα τελευταία δέκα χρόνια. Αναπόλησα στιγμές του μακρινού αυτού (ή μήπως όχι και τόσο, τελικά;) Γαλαξία. Ήταν ένα ενδιαφέρον ταξίδι, στο οποίο συνάντησα «μόνο ό,τι πήρα μαζί μου», όπως απάντησε ο σοφός Master Yoda στον τελευταίο Jedi κατά την μύησή του στο Σπήλαιο της Dagoba. Κατάλαβα ότι ο πραγματικός εχθρός είναι ο Σκοτεινός Εαυτός. Ό,τι δηλαδή μαθαίνουμε από τον Carl G. Young για την μεταμόρφωση της ψυχής μέσω του εσωτερικού Αλχημικού Έργου.

Οι διδαχές των Jedi δεν είναι και τόσο αντιφατικές με αυτές των Sith. Επομένως, πού έγκειται η Αντίθεση; Βούτηξα, λοιπόν, στο Είναι μου για να βρω την Αλήθεια. Μα ποια Αλήθεια; Και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν το ψεύδος ως εργαλείο. Ποιος παράγων τις διαφοροποιεί; Ήπια λίγο κρασί, τα είπα με τον Πυθαγόρα, τον Πρώτο Φιλόσοφo˙ teach me, Master, the Ways of the Force. Με παρέπεμψε στο στοιχείο του Αιθέρα: την Δύναμη. Use your instincts, μου είπε ήρεμος. Διαλογίστηκα, λοιπόν, πάνω στον Κώδικα.

 

Emotion, yet peace.

Τα συναισθήματα είναι ο χαοτικός παράγων στην τάξη της ζωής μας. Τα γεγονότα είναι οι παράξενοι ελκυστές. Η ισορροπία στην χρήση της Δύναμης έγκειται στον αυτοέλεχο μέσω της αυτοπειθαρχίας. Θυμήθηκα όλες τις φορές που συγκράτησα τα συναισθήματά μου προκειμένου να αποφύγω συγκρούσεις με αγαπημένα πρόσωπα. Έμαθα να αποστασιοποιούμαι από τις καταστάσεις, να μπαίνω και να βγαίνω εξίσου εύκολα. Ωστόσο, η διαδικασία της μαθητείας δεν υπήρξε εξίσου εύκολη. Practice makes perfect!

Διαβάστε περισσότερα