Στέργιος Ντέρτσας, «Πενήντα ένα»
7Ιαν
Όλα γίνανε μέσα σε δευτερόλεπτα.
Καλύτερη ευκαιρία δεν μπορούσε να υπάρξει. Την περίμενε και, όταν εκείνη ήρθε, την άρπαξε αμέσως από τα μαλλιά.
Χωρίς να το καταλάβει βρέθηκε, περιχαρής, στο δωμάτιο της. Στο κάτω πάτωμα. Ο ξαφνικός, δυνατός αέρας έκανε την εμφάνιση του σαν από μηχανής θεός. Με την ταραχή και την αναστάτωση που προκάλεσε, απλούστευε ανέλπιστα, τα σχέδια του. Σχέδια χαραγμένα στις άλικες σελίδες ενός διακαούς, ερωτικού πόθου που άναψε το προηγούμενο βράδυ, παραμονή πρωτοχρονιάς, καθώς ένιωθε το βελούδο της αφής της πάνω του. Τα αισθησιακά της χέρια. Αυτά και μόνο αρκούσαν να την ερωτευτεί. Τον χάιδευαν. Τον αγκάλιαζαν. Τον ακουμπούσαν στο στήθος της. Πλουσιοπάροχα, όλα αυτά. Παίζανε μαζί του ακατάπαυστα χωρίς την παραμικρή διάθεση να τον λυπηθούν, λιγάκι έστω. Τον έκρυβαν μέσα τους. Αφήνανε τα αποτυπώματα τους στο κέντρο της καρδιάς του, σημαδεύοντας τον, χωρίς να το φαντάζονται, για όλη την υπόλοιπη ζωή του. Μια βαθιά ραγισματιά από την μια ως την άλλη άκρη της. Με μια αθωότητα και με μια αφέλεια που τον αναβάπτιζαν και τον έκαναν να αισθάνεται και πάλι καινούργιος και άθικτος. Ολοκαίνουργιος.
Διόλου απίθανο ο δυνατός αέρας να ήταν απόρροια των προσευχών του. Να προκλήθηκε από τη δύναμη της θέλησης του να βρεθεί οπωσδήποτε κοντά της. Εξαιτίας του αέρα αυτού λοιπόν, στο πάνω πάτωμα, επικράτησε πλήρης αναρχία. Ανοιχτές πόρτες και παράθυρα έκλεισαν με δύναμη και, στις αλλεπάλληλες παλινδρομήσεις τους, κόντεψαν να διαλυθούν και να γίνουν ψίχουλα γυαλιού. Ένα ανθοδοχείο, το αγαπημένο της θείας Φαβιόλα, έφυγε από την περίοπτη αλλά μάλλον ριψοκίνδυνη θέση που εκείνη το είχε τοποθετήσει, στην άκρη κάποιου κομοδίνου κάνοντας μια θεαματική βουτιά θανάτου. Και από σπάνιας χάρης διακοσμητικό μετατράπηκε σε οδυνηρό και αποκρουστικό θέαμα. Σε παζλ που εξέπεμπε αφόρητο πόνο. Κάποιες κορνίζες στα πέριξ μιας τηλεόρασης που δεν άναβε σχεδόν ποτέ είχαν το ίδιο άδοξο τέλος. Τα φύλλα χαρτιού, που η Κλαούντια έγραφε τα σκορ της χαρτοπαιξίας με τη θεία, το προηγούμενο βράδυ ενώ περιμένανε την αλλαγή του χρόνου, πέταξαν στο δωμάτιο σαν τρομοκρατημένα σπουργίτια: φοβισμένες, φτερωτές υπάρξεις που προσέκρουαν στους τοίχους της τραπεζαρίας και πέφτανε ξέπνοες στο πάτωμα. Η πλαστική τράπουλα σκόρπισε παντού, ένα μικρό πλήθος σε κατάσταση αλλοφροσύνης.
Διαβάστε περισσότερα








