Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Γιώργος Σκούρτης, (1940- 2018), «Άκουσέ με, φίλε»

 

( Μόνος του ήτανε. Ησυχασμό δεν είχε, γυρόφερνε στο σπίτι, άνοιγε το ραδιόφωνο, τό’κλεινε, άνοιγε την τηλεόραση, έκανε μισό λεπτό ζάπινγκ, την έκλεινε. Πήρε κάνα δυο βιβλία, ούτε που τ’ άνοιξε, τ’ άφησε. Άναψε τσιγάρο και πήρε στο τηλέφωνο ένα φίλο. Έλλειπε. Μια φίλη είχε αυτόματο. Δυο γκόμενες δεν απάντησαν. Ξαναπήγε πέρα δώθε. Το μάτι του έπεσε στο κασετόφωνο. Εύρηκα ! Το πήρε, έψαξε για κενή κασέτα, βρήκε μια, την έβαλε, δοκίμασε αν γράφει, τό’ κλεισε. Σκέφτηκε δυο στιγμές αυτά που ήθελε να πει ή στο περίπου, ήπιε μια γουλιά ποτό, άναψε άλλο τσιγάρο, πάτησε το κουμπί να γράφει κι άρχισε το μπλα μπλα του. Ταυτόχρονα πηγαινοερχόταν, έβαζε ποτό. Έπινε νερό. Άναβε τσιγάρα, μιλούσε όμως συνέχεια κοιτώντας προς το κασετόφωνο, λες κι ήταν κάποιος εκεί. Ήταν. Σε κάποιον μιλούσε.)

Φίλε γεια σου… Άκουσέ με… Προσπάθησα να σου γράψω γράμμα, αλλά δε μου βγήκε, αλλιώς τα σκεφτόμουνα, αλλιώς τά’γραφα, αυτές οι πουτάνες οι λέξεις πάλι μου τη φέρανε, γι αυτό είπα να στα γράψω σε μια κασέτα, να στα πω, να στα φωνάξω, να ξεδώσω… μου λείπεις, δεν έχω άνθρωπο να μιλήσω, δεν είν’ εύκολο, το ξέρεις. Είμαι μόνος μου, μοναχικός κι απελπισμένος. Και στο τηλέφωνο τι να πρωτοπούμε, είσαι μακριά, το υπεραστικό κοστίζει και φράγκα δεν υπάρχουν. Είμαστε λίμιτ ντάουν, φιλάρα! Χέσανε στο Τόκιο, τα κλάσανε στη Σοφοκλέους, κουρελόχαρτα οι μετοχές, ούτε για την τουαλέτα… Χρωστάμε, άρα υπάρχουμε. Μην ανησυχείς, δεν έχω τίποτα, καλά είμαι, που λέμε, παράγω τίποτα, άρα υπάρχω, καταναλώνω ήθος και οράματα, άρα υπάρχω, ερωτεύομαι –τρόπος του λέγειν- άρα υπάρχω κι αφού υπάρχω υπάρχω κι επειδή υπάρχω έχω προβλήματα… Και σήμερα γι αυτά θέλω να σου πω, δηλαδή για ένα, το πρωταρχικό, τό’χουμε συζητήσει πολλές φορές κι άκρη δε βγάλαμε ποτέ κι όσο πάει τόσο γίνεται και πιο περίπλοκο. Κατάλαβες, ε; Καλά κατάλαβες. Πρέπει να βρούμε μια άκρη με τις γυναίκες. Δηλαδή, καταλαβαίνεις τι θέλω να πω, οι σχέσεις μας μαζί τους έχουνε φτάσει σε κρίσιμο σημείο, επικίνδυνο, κοντεύουμε να τρελαθούμε, άντρες και γυναίκες, και δυστυχώς δεν έχουμε να κάνουμε με καμιά υπαρκτή και φανερή αρρώστια που να ελπίζουμε στο φάρμακο, οι σχέσεις είναι αόρατη και καταραμένη αρρώστια, δεν φαίνεται, κι όταν φανούνε τα σημάδια της αρρώστιας είναι αργά πια, έχουμε βαρέσει διάλυση, είμαστε για την εντατική… Βάλε κάνα ποτό άμα θες, έτσι όπως όταν είμαστε στο μπαρ και τα λέμε… Στην υγειά μας… Λοιπόν, ξέρεις πόσο καιρό έχω να πάω με γυναίκα; Εγώ, ε; Να πηδήξω ή να κάνω έρωτα ή όπως αλλιώς μου τη βγει η φάση; Τ’ ακούς, κύριε φίλε; Έξι μήνες! Θα μου πεις, πάντα με το χιούμορ σου εσύ, τι σκας, πήγαινε μ’ άντρα. Έλα όμως που δεν μας βγαίνει στο έτσι κόλπο!.. Τα ξέρεις… Δηλαδή, μήπως κι έτσι θα λυνόταν το πρόβλημα; Κι αυτοί μπερδεμένα μπούτια έχουνε…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ευγενία Φακίνου, «Η Ντενεκεδούπολη» (διασκευή), εκδ. Κέδρος, 1975

 

 

      

 

 

Ήλιος : Γεια σας παιδιά! Σίγουρα όλα με γνωρίζετε. Εγώ, λοιπόν, ο ήλιος, που τόσα έχουν δει τα μάτια μου, θα σας πω μια παράξενη ιστορία. Υπάρχει μια πολιτεία αλλιώτικη απ’ τις άλλες. Δεν είναι φτιαγμένη από τούβλα, πέτρες, τσιμέντο και γυαλί. Είναι φτιαγμένη ολόκληρη από ντενεκέδες. Τα σπίτια, τα σχολεία, τα δέντρα, τα σύννεφα, τα λουλούδια, όλα είναι ντενεκεδένια. Τη λένε, πώς …αλλιώς; Ντενεκεδούπολη! Και μένουν, τι …. άλλο; Ντενεκεδάκια! Άδεια, σκουριασμένα, παλιά ντενεκεδάκια. Βρέθηκαν πεταμένα στο σκουπιδότοπο, χωρίς τίποτε δικό τους κι είπαν «Δεν φτιάχνουμε μια πολιτεία που να μένουμε μόνα μας και να’χουμε την ησυχία μας;» Το παν και το’καναν! Και να, τώρα η Ντενεκεδούπολη!

 

Λάμπουν στον ήλιο οι τσίγκινες στέγες, τα χάλκιναστενά και οι ντενεκεδένιοι κάτοικοι της. Τα ντενεκεδάκια που μένουν εδώ έχουν περίεργα ονόματα: Σαρδέλας, Βουτυρένιος, Σοφός, Όκει-Μπαμ-Μπαμ! Α, να! Βλέπω μερικά που’ρχονται!

 

Σαρδέλας : Γεια σας παιδιά! Εϊμαι ο Σαρδέλας. Πριν με πετάξουν στον κάδο είχα μέσα μου σαρδέλες. Τώρα όμως είμαι ελεύθερος και πολύ ευτυχισμένος.

 

Μηλίτσα : Εγώ είμαι η Μηλίτσα. Δε θέλω ούτε να θυμάμαι την εποχή που είχα κομπόστα μήλο και στεκόμουν στο ράφι του μπακάλη!

 

Βουτυρένος : Ε γεια σας! Είμαι ο Βουτυρένιος και όπως καταλάβατε εγώ είχα, πριν έρθω εδώ, βούτυρο! Χαίρομαι που τώρα είμαι άδειος και δε μου παίρνουν το βούτυρο για τα γλυκά, τα μπισκότα, τα μακαρόνια, το κρέας.

 

Οκέι-Μπαμ-Μπαμ : Εϊ χάι! Τι κάνετε παιδιά! Είμαι ο Οκέι-Μπαμ-Μπαμ! Τι είχα μέσα μου; Κόκα-Κόλα! Ευτυχώς που την ήπιανε και μένα με πετάξαν. Αλλιώς κόντευα να πάθω κρυολογήματα μέσα στην παγωνιά του ψυγείου!

 

Σοφός : Εγώ παιδιά είμαι ο Σοφός! Είχα μέσα μου καφέ. Ένοιωθα πολύ μόνος μέσα στα σκοτεινά ντουλάπια. Τώρα όλοι είμαστε ευτυχισμένοι που ζούμε στη Ντενεκεδούπολη!

 

Ήλιος : Σήμερα τα ντενεκεδάκια έχουν μεγάλες μεγάλες ετοιμασίες. Μεθαύριο είναι η πιο σπουδαία, η πιο μεγάλη γιορτή της Ντενεκεδούπολης. Όλοι βοηθάνε. Άλλος ασπρίζει, άλλος κρεμάει χρωματιστά λαμπιόνια, άλλος στερεώνει τα σημαιάκια κι άλλος απαγγέλει το ποίημα που θα πει.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νάσος Βαγενάς, «Η Εσθήτα της Θεάς- Σημειώσεις για την ποίηση και την κριτική», εκδ. Στιγμή, 1988

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

ΠΟΙΗΣΗ ΚΑΙ ΠΡΟΘΕΣΗ

Στην ποίηση δεν είναι η πρόθεση που μετρά αλλά το αποτέλεσμα στο οποίο οδηγεί η προσπάθεια ικανοποίησής της. Στο τέλος της προσπάθειας αυτής ελάχιστα απομένουν από την ίδια την πρόθεση, γιατί η πρόθεση λειτουργεί μέσα στον χώρο του συνειδητού, ενώ η ποίηση παράγεται από άγνωστα υλικά του ασυνειδήτου. Η πρόθεση δεν είναι παρά ένα κίνητρο και στην ποίηση όλα τα κίνητρα έχουν την ίδια αξία. Το απροσδόκητο είναι το αποτέλεσμα της ποίησης. Όμως είναι ένα απροσδόκητο προσδοκώμενο, γιατί δεν είναι τυχαίο: τα άγνωστα υλικά από τα οποία συντίθεται, είναι τελικά αναγνωρίσιμα, γιατί ανήκουν στον εαυτό μας.

`

 

Μόνο οι απομονωμένοι επικοινωνούν. Οι άλλοι απλώς επαναλαμβάνουν.

Σε τελευταία ανάλυση, τα προβλήματα του ποιητή είναι τα ίδια με τα προβλήματα του μαραγκού. Καλό είναι ο ποιητής να συχνάζει σε επιπλοποιεία.

*

 

Το να υποδηλώνει κανείς με τους στίχους του ότι η ποίηση δεν είναι το πάν, ότι υπάρχουν στη ζωή κι άλλα πράγματα που μετράνε το ίδιο, προϋποθέτει μιαν ωριμότητα που ελάχιστοι διαθέτουν.

Ο καλός ποιητής γράφει πρώτα. Έπειτα αισθάνεται.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Άγγελος Τερζάκης, «Ελληνική Εποποιΐα (1940-1941)», Αθήνα 1964

Ένας άνεμος καινούργιος, ανυποψίαστος, άρχιζε να φυσάει πάνω στην Αθήνα.

Είταν η ώρα 6 όταν οι σειρήνες της αντιαεροπορικής άμυνας ξύπνησαν την πολιτεία. Ο ουρανός ήταν πεντακάθαρος, λεύκαζε ο όρθρος, μύριζε δροσιά. Στους δρόμους, τους έρημους ακόμα, κρότησαν μερικά παραθυρόφυλλα, κάποιες μπαλκονόπορτες. Οι άνθρωποι ξυπνούσαν ξαφνιασμένοι, ρωτούσαν τους πρώτους διαβάτες. Ένα βουητό ανέβαινε λίγο-λίγο από γύρω, από μακρυά, τα πρώτα ομαδικά βήματα πάφλασαν στην άσφαλτο. Μάτια υψώνονταν στον ουρανό, έψαχναν. Όμως σ’ όλη αυτή την κίνηση που άρχιζε και πύκνωνε σε μικρές συντροφιές, σε ομάδες που ξεκινούσαν για τα κέντρα, δεν ξεχώριζες ταραχή ή αγωνία. Μια διάθεση ευφορίας, κέφι ανάλαφρο, αλλόκοτο, ξεσήκωνε τις ψυχές, πρωινό αγέρι που κοπλώνει το πανί. Στα μάτια των ανθρώπων που αντικρύζονταν, έφεγγε ένα χαρούμενο ξάφνιασμα, σάμπως όλος αυτός ο κόσμος, ο ίσαμε χτες βουτηγμένος στην καθημερινότητα και στη βιοπάλη, να μάθαινε ξαφνικά πως έχει μέσα του κρυμμένα νιάτα.

Γιατί το πρωί της 28ης Οκτωβρίου 1940 γινόταν πραγματικά μια αποκάλυψη: Διαφορετικό είχε πέσει να κοιμηθεί το έθνος τη νύχτα που πέρασε, διαφορετικό ξυπνούσε τώρα. Η είδηση που έτρεχε από στόμα σε στόμα: «Πόλεμος! οι Ιταλοί εισβάλλουν», είτανε σα γενική πρόσκληση σε ξεφάντωμα. Περηφάνεια, φιλότιμο και λεβεντιά φούσκωναν τα στήθη.

[…]

Οι εφημερίδες, αν και Δευτέρα, κυκλοφόρησαν· έλεγαν με λίγα, χτυπητά λόγια τα σχετικά με το τελεσίγραφο, την είδηση πως οι Ιταλοί θα εισβάλουν στις έξη — τώρα. Κάτι ορθωνόταν σύσσωμο, να τους υποδεχτεί όπως αρμόζει. Τον ενθουσιασμό τον χρωμάτιζε η αγανάκτηση, η περιφρόνηση. Δρόμοι, πλατείες, σταυροδρόμια, είχαν φουντώσει στο μεταξύ από ζεστές ανάσες, κόσμο· μακρυές θεωρίες πορεύονταν προς την Ομόνοια, το Σύνταγμα, ενώ στο ραδιόφωνο ακουγόταν το διάγγελμα του Μεταξά: «Η στιγμή επέστη που θ’ αγωνισθώμεν διά την ανεξαρτησίαν της Ελλάδος, την ακεραιότητα και την τιμήν της…» Σε μερικά μπαλκόνια φάνηκαν σημαίες, όπως στην 25η Μαρτίου. Το διάταγμα της επιστρατεύσεως άρχιζε να τοιχοκολλείται στα κέντρα. Μέσα του ο καθένας άκουγε τον Εθνικό Ύμνο ν’ ανακρούεται χαμηλόφωνα, τον ύμνο στην ελευθερία, σαν προσκλητήριο και σαν προσευχή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτρης Χατζής, «Το φονικό της Ιζαμπέλας Μόλναρ»,«Σπουδές»(1976)

Τολμώντας να γράψω όσα έγραψα παραπάνω, το ‘κανα μόνο και μόνο για να δικαιολογήσω, να εξηγήσω κάπως γιατί το θαύμασα τόσο πολύ το έργο της Ιζαμπέλας Μόλναρ, της γλύπτριας που γνώρισα πριν από χρόνια στην Ουγγαρία.

Αυτό το έργο μου φάνηκε τότε σαν η πιο ψηλή τελείωση και δικαίωση της αντίληψής μου για τη γλυπτική. Εκείνες οι γυναικείες φιγούρες της, όρθιες, μαζί και με μερικές καθιστές, σε μεγάλα μέτρα, ευθυτενείς, όπως θα λέγαμε με αυτή την ωραία ελληνική λέξη, με σταμάτησαν μπροστά τους κατάπληκτο. Μου θυμίζανε αγάλματα της Ολυμπίας, λίγο πριν από τα κλασικά. Οι βαθιές πτυχές των χιτώνων υπογραμμίζανε κι αναδείχνανε την τελειότητα της μέσα σύνθεσης των όγκων, μέσα απ’ τις δικές τους αντιστοιχίες. Όσο μπορούσα εγώ να τις δω, τις είδα τις αντιστοιχίες αυτές να προδίνουν, ν’ αλλάζουν όλα τα μέτρα του φυσικού. Μια τελειότητα που βρισκόταν έξω απ’ τα μέτρα του φυσικού — αυτόνομη, αυτοτελής.

Την παρακάλεσα μια φορά και μ’ άφησε να μετρήσω με τη μεζούρα τα μέρη του σώματος. Όλα του τα μετρήματα βγήκαν να δείχνουνε λαιμούς ψηλούς, χαμηλούς, κεφάλια, χέρια, πόδια μικρότερα ή μεγαλύτερα, ώμους στενότερους, πιο πλατιούς από το φυσικό —μια δυσαναλογία, δυσαρμονία του κάθε μέρους ξεχωριστά, για να καταλήξουν όλα μαζί στην θαυμαστήν αρμονία του όλου. Της το ‘πα — γέλασε. Είπε: «Αγαπητέ μου, εσείς το ξέρετε. Αυτό δεν είναι γυναίκα — είναι άγαλμα». Και χάρηκα τότε πάρα πολύ, μπορώντας να δυναμώσω την πεποίθησή μου πως το τελειωμένο έργο της τέχνης μετριέται μονάχα με τον εαυτό του και όχι πότε με κάποια μέτρα της φύσης ή κάποια μέτρα δοσμένα, πως η αλήθεια του βρίσκεται μέσα του — δε μετριέται με κανέναν άλλον τρόπο, με κανένα μέτρο.

Τέτοια, λοιπόν, ήταν τ’ αγάλματα τα δικά της. Κι ήταν πολλά, πάρα πολλά για την ηλικία της — καρπός μιας αχόρταγης εργατικότητας. Είχα κάποια στιγμή την αίσθηση πως, χωρίς να το ξέρει, βιαζότανε. Γιατί; Δεν κάθισα τότε να το σκεφτώ παραπέρα.

Μέσα σ’ αυτή τη θαυμαστή και τόσο μεγάλη παραγωγή της, το πλήθος των παραλλαγών μ’ εντυπωσίασε περισσότερο. Κάθε της άγαλμα είχε δύο, είχε τρεις παραλλαγές — κάποτε τέσσερις. Μια μικρή κίνηση του χεριού, ένα τίποτα στη στάση του κεφαλιού και το άγαλμα άλλαζε ολόκληρο —αυτή καθόταν ακούραστη και το τελείωνε στη νέα μορφή του— ήταν άλλο πια.

Τόσες παραλλαγές εμένα μου φέρναν στο νου τους αιώνες που χρειάστηκε ο Κούρος να περπατήσει από την αρχική του ακαμψία ως το πρώτο σπάσιμο του γονάτου, την πρώτη κάμψη, την πρώτη του κίνηση— για να περάσει από την ύπαρξη στη ζωή. Τη ρώτησα και γι’ αυτές τις παραλλαγές. Είπε: «Μου φαίνεται κάθε φορά πως απ’ αυτή τη δεύτερη τη μορφή του έπρεπε να ‘χω ξεκινήσει για να φτάσω την πρώτη». — «Και τότες, η τρίτη που φκιάχνεις;» — «Αυτή, φαίνεται, υπήρχε από πριν, από πρώτα, από πάντα… Αυτήν ήθελα να φκιάξω κι έφκιαξα τις άλλες δύο… Το ‘ξερα πως δεν είναι αυτές που θέλω… μα δεν το ‘ξερα όσο να γίνουν». — «Και το πάντα — τι είναι το πάντα;» — «Μα νομίζω, είμαι γω»…

Διαβάστε περισσότερα