Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Μιχάλης Μαυροθέρης, Τέσσερα ποιήματα

Πόλεμος & πόλεμος & αγάπη, για πάντα 

 

Τίποτα πια δεν είναι εκτός ορίων, τώρα

που μεγαλώσαμε

όλα επιτρέπονται.

Όμως οι τελευταίες πόρτες κλειδαμπαρώθηκαν.

 

Κλείστηκαν όλοι

στη σιωπή τους

& περιμένουν.

 

Περιμένουν…

Τι όμως…;

 

Στην ανατολή υπάρχει πόλεμος

και στη δύση υπάρχει πόλεμος.

Οι τοίχοι φέρνουν τα νέα του πολέμου.

 

REFUGES WELCOME

 

Όπως επίσης φέρνουν

νέα αγάπης.

 

Μ + Χ = L.F.E.

 

Σε καιρούς πολέμου οι ποιητές στρέφονται στον πόλεμο

ο καθένας με τον τρόπο του.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ευάγγελος Δρόσος, Δύο ποιήματα

Black Friday

 

weekend

αναρωτιέσαι όλος αυτός

ο κόσμος

πώς μπαίνει και βγαίνει

κάθεται

φορτώνεται και φορτώνει

 

κάνω μια βόλτα κάτω από

τη λιακάδα

στην προκυμαία

promenade

την είπε ο Κώστας στην παρουσίασή του για

την πόλη του σεμιναρίου (Erasmus splash)

τι όμορφη λέξη κάτι

ανάμεσα σε

pro έμμηνα και lemonade

η ζωή σε εννέα γράμματα

 

δίνουμε ραντεβού στο παραδοσιακό για

να κρυφτούμε στο Smalls της εβδόμης λεωφόρου

με ένα ποτήρι porter(is) and I’m feeling good

σε κάνω tag και το δηλώνω

κάνε εκείνο που σου μοιάζει (παίζει η ορχήστρα)

και κανένα μη σκεφτείς

 

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ιωσήφ Σ. Ιωσηφίδης, «Η οδύσσεια του τυφλού James Joyce- Έζησε, ερωτεύτηκε, εγέλασε, έφυγε»

Ο Joyce με μάτια θολά νόμιζε την Ιθάκη στον αιθέρα,

ενθουσιάστηκε ο James πως θα κέρδιζε γνώση νέα,

εκεί είναι φως που τυφλώνει Κύκλωπες, Λαιστρυγόνες.

Ξεκίνησε με ασανσέρ που έσπασε όλες τις οροφές

απ’ τα μεσούρανα έβλεπε τον κόσμο σαν δυόσμο,

κράτος πουλιών σ’ ευταξία, όπου η φτώχεια άγνωστη.

Είδε στη στέγη του καπνό αναθρώσκοντα και σκέφτηκε:

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Γιώργος Δόντσος, Ξενοδοχείο «Βόσπορος»

« τί τόδε λέγεις σεσωσμένον; »

 

Ι.

 

Το ξεροβόρι κι οι παγωμένες αύρες της θάλασσας

Έδιναν μορφή στην οικεία ζεστασιά του φωτός,

Σαν πρώτα το δα να ορμά από μέσα βαθιά στο

Καλόβολο τζάμι. Γιορτή ανθρωπότητας, αυτά

Τα βλέμματα που προσηνή ευπειθώς χαρίζαν την

Βολή σ’ όσους ήταν εκεί να την δουν. Η βραδινή

Ραστώνη μ’ έπιανε απ’ το χέρι οδηγώντας με,

Να με καθίσει απαλά σε κείνο το τραπέζι.

Ω βραδιά! Με χάρη και μαεστρία του κεφιού

Διεύθυνες την συμφωνία, Toi qui m’as consolé.

Μαζί μου εκείνη, ένα με την ανθρώπεια μουσική,

Τ’ άρωμα της γύρω μου, τα μάτια της απέναντι μου,

Εκεί, της στιγμής τους ιριδισμούς θυμήσου,

Τα χάδια μιας κούρασης γλυκιάς απ’ ένα απόγεμα

Αφιερωμένο μέσα στα στρωσίδια του κρεβατιού.

«Κόκκινο ξηρό για μένα, ροζέ για την κυρία»,

Φιλική μια φωνή με ρωτάει «Ποιο κρασί διαλέξατε;

Μόλις φτάσαμε σήμερα και θέλουμε κάτι τοπικό»

«Τότε το δίχως άλλο θα εκτιμήσετε τούτο το

Ανάλαφρο μπρούσκο, ικανό οικοδεσπότη για

Την γνωριμία της πρώτης βραδιάς. Από που έρχεστε;»

«Από Βιέννη. Κάναμε μπόλικο δρόμο, μα το μέρος

Τ’αξίζει. Βλέπετε, τέτοια κλίματα κάνουν καλό

Που και που σε πνεύμονες κουρασμένους απ’ την Δύση.»

«Μα γίνεται, μια τόσο λαμπρή πόλη να κουράζει;»

«Με τον τρόπο τους, όλα τα μέρη θα έλεγα πως

Κουράζουν, κι αυτό μπορεί να είναι κι ευτύχημα.

Από δω η γυναίκα μου, μια ακόμη κουρασμένη»

«Χαίρετε, ελπίζω να σας αρέσει κι εσάς εδώ.»

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ζωή Δικταίου, «Άπληστος νόστος»

[Βραχώδης ακτή, Ελαιογραφία 34 χ 49, Ουμβέρτος Αργυρός]

 

 

Δεν είχε την αντοχή να γίνει μάρτυρας,

το πλέον της ζωής, το είχε ζήσει,

σαράντα χρόνια θαλασσινός,

ανεμόδαρτος,

κυκλωμένος από όλες τις θύμησες

ήξερε να φυλάει, αλισάχνη κι αντάρα, μέσα του.

«Βαρύ αγκωνάρι ο λογισμός»,

έτσι συνήθιζε να λέει

όταν περπατώντας στην προκυμαία,

μετρούσε σιδερένιες δέστρες, κάβους, ξάρτια,

φλάμπουρα, γλαροπούλια,

μπλάβα κύματα, αθώες ψυχές.

 

Αποδεκατισμένος από την αλμύρα,

τώρα, σαν σήκωνε

το δείχτη του αριστερού χεριού,

δεν ήταν για να δείξει, στο ναυτικό χάρτη,

τις απαγορευμένες ζώνες,

τον Τουρλίτη φάρο της Άνδρου,

ένα λιμάνι, τον αφιλόξενο πορθμό του Μαγγελάνου,

κάποιον ωκεανό,

το  Kuroshiwo, ή το ρεύµα της Μαδαγασκάρης,

δεν ήταν, για να γράψει

έστω νοερά μια καινούργια ρότα,

έμενε μετέωρο,

σε πλήρη αποστασία από το σώμα

ώσπου μελάνιαζε.

Ούτε μεθυστικά ονειροπολήματα πια,

ούτε προσδοκίες,

εκείνες τις χαραμάδες του χρόνου,

τις έκλεινε

πηχτή η σκουριά της λαμαρίνας.

Διαβάστε περισσότερα