« τί τόδε λέγεις σεσωσμένον; »
Ι.
Το ξεροβόρι κι οι παγωμένες αύρες της θάλασσας
Έδιναν μορφή στην οικεία ζεστασιά του φωτός,
Σαν πρώτα το δα να ορμά από μέσα βαθιά στο
Καλόβολο τζάμι. Γιορτή ανθρωπότητας, αυτά
Τα βλέμματα που προσηνή ευπειθώς χαρίζαν την
Βολή σ’ όσους ήταν εκεί να την δουν. Η βραδινή
Ραστώνη μ’ έπιανε απ’ το χέρι οδηγώντας με,
Να με καθίσει απαλά σε κείνο το τραπέζι.
Ω βραδιά! Με χάρη και μαεστρία του κεφιού
Διεύθυνες την συμφωνία, Toi qui m’as consolé.
Μαζί μου εκείνη, ένα με την ανθρώπεια μουσική,
Τ’ άρωμα της γύρω μου, τα μάτια της απέναντι μου,
Εκεί, της στιγμής τους ιριδισμούς θυμήσου,
Τα χάδια μιας κούρασης γλυκιάς απ’ ένα απόγεμα
Αφιερωμένο μέσα στα στρωσίδια του κρεβατιού.
«Κόκκινο ξηρό για μένα, ροζέ για την κυρία»,
Φιλική μια φωνή με ρωτάει «Ποιο κρασί διαλέξατε;
Μόλις φτάσαμε σήμερα και θέλουμε κάτι τοπικό»
«Τότε το δίχως άλλο θα εκτιμήσετε τούτο το
Ανάλαφρο μπρούσκο, ικανό οικοδεσπότη για
Την γνωριμία της πρώτης βραδιάς. Από που έρχεστε;»
«Από Βιέννη. Κάναμε μπόλικο δρόμο, μα το μέρος
Τ’αξίζει. Βλέπετε, τέτοια κλίματα κάνουν καλό
Που και που σε πνεύμονες κουρασμένους απ’ την Δύση.»
«Μα γίνεται, μια τόσο λαμπρή πόλη να κουράζει;»
«Με τον τρόπο τους, όλα τα μέρη θα έλεγα πως
Κουράζουν, κι αυτό μπορεί να είναι κι ευτύχημα.
Από δω η γυναίκα μου, μια ακόμη κουρασμένη»
«Χαίρετε, ελπίζω να σας αρέσει κι εσάς εδώ.»
Διαβάστε περισσότερα