« τί τόδε λέγεις σεσωσμένον; »
Ι.
Το ξεροβόρι κι οι παγωμένες αύρες της θάλασσας
Έδιναν μορφή στην οικεία ζεστασιά του φωτός,
Σαν πρώτα το δα να ορμά από μέσα βαθιά στο
Καλόβολο τζάμι. Γιορτή ανθρωπότητας, αυτά
Τα βλέμματα που προσηνή ευπειθώς χαρίζαν την
Βολή σ’ όσους ήταν εκεί να την δουν. Η βραδινή
Ραστώνη μ’ έπιανε απ’ το χέρι οδηγώντας με,
Να με καθίσει απαλά σε κείνο το τραπέζι.
Ω βραδιά! Με χάρη και μαεστρία του κεφιού
Διεύθυνες την συμφωνία, Toi qui m’as consolé.
Μαζί μου εκείνη, ένα με την ανθρώπεια μουσική,
Τ’ άρωμα της γύρω μου, τα μάτια της απέναντι μου,
Εκεί, της στιγμής τους ιριδισμούς θυμήσου,
Τα χάδια μιας κούρασης γλυκιάς απ’ ένα απόγεμα
Αφιερωμένο μέσα στα στρωσίδια του κρεβατιού.
«Κόκκινο ξηρό για μένα, ροζέ για την κυρία»,
Φιλική μια φωνή με ρωτάει «Ποιο κρασί διαλέξατε;
Μόλις φτάσαμε σήμερα και θέλουμε κάτι τοπικό»
«Τότε το δίχως άλλο θα εκτιμήσετε τούτο το
Ανάλαφρο μπρούσκο, ικανό οικοδεσπότη για
Την γνωριμία της πρώτης βραδιάς. Από που έρχεστε;»
«Από Βιέννη. Κάναμε μπόλικο δρόμο, μα το μέρος
Τ’αξίζει. Βλέπετε, τέτοια κλίματα κάνουν καλό
Που και που σε πνεύμονες κουρασμένους απ’ την Δύση.»
«Μα γίνεται, μια τόσο λαμπρή πόλη να κουράζει;»
«Με τον τρόπο τους, όλα τα μέρη θα έλεγα πως
Κουράζουν, κι αυτό μπορεί να είναι κι ευτύχημα.
Από δω η γυναίκα μου, μια ακόμη κουρασμένη»
«Χαίρετε, ελπίζω να σας αρέσει κι εσάς εδώ.»
«Μ’ αρέσει. Θα έλεγα έχει αίσθηση αντρική.
-ήτοι masculine, γαλλικά καθώς μιλούσαμε-
Απόκρημνοι βράχοι και ταραγμένα νερά
Φτιάχνουν μια χορωδία γεμάτη με βαρύτονους.»
«Ασχολείστε με την μουσική λοιπόν; Βιεννέζα
Ούσα, φαντάζομαι είχατε τα απαραίτητα
Ερεθίσματα. Θαυμάζω πολλούς συντοπίτες σας.»
«Είμαι πιανίστρια, παίζω κυρίως ιδιωτικά.»
«Περίφημα! Είθε το μέρος εδώ να σας προσφέρει
Ευεργετικές για την ψηλή τέχνη σας δονήσεις.»
«Αν και δεν είμαι συνθέτρια, είναι η αλήθεια,
Σας ευχαριστώ πολύ. Απλώς έχω τις εμμονές μου.»
«Οι εμμονές, κυρία μου, δεν είναι παρά αγαπημένοι
Φίλοι των ανήσυχων μονολόγων μας
Κι ερωμένες πιστές κάθε αριστουργήματος που
Η τέχνη ανέθρεψε σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο.
Συνεπώς, πρέπει να στε ευτυχής που τις έχετε.»
«Όμως αν τις βγάλετε από αυτό το πλαίσιο;
Δεν μπορούν να είναι και αρκετά βασανιστικές;»
«Βασανιστικές είναι πάντοτε. Πρόβλημα είναι
Το να μην μπορέσει κάποιος να τις μετουσιώσει σε
Κάτι όμορφο. Ποιες είναι λοιπόν οι εμμονές σας;»
«Από καιρό σε καιρό έχω και διαφορετικές.
Κάθε φορά καταπιάνομαι με μια σύνθεση και
Πασχίζω να την αποδώσω με τρόπο τελείως
Προσωπικό, χωρίς να αλλάζω ούτε μια νότα.»
«Με ποια σύνθεση παλεύετε αυτόν τον καιρό;»
«Με μια ομολογουμένως περίεργη. Δουλεύω
Μανιωδώς πάνω στη δέκατη όγδοη σονάτα
Ενός διακεκριμένου Βιεννέζου μουσικού.
Έχω εισχωρήσει αρκετά βαθιά στο αίσθημα.»
Αίφνης είδα του προσώπου της το κάλλος, όμορφα
Εύθραυστο, και ησυχία πρόφεραν τα χείλη της,
Σαν η μουσική μου έβγαζε ειρωνικά τη γλώσσα.
«Είναι μια ενδιαφέρουσα εμμονή, πράγματι,
Και η συγκεκριμένη σονάτα μου θυμίζει
Με κάποιο τρόπο το μέρος εδώ,
Την ιδιαίτερη πατρίδα μου, ως προς –
Συγνώμη, χρειάζομαι ένα τσιγάρο, θέλετε;»
«Το έκοψα πριν μερικά χρόνια, ευχαριστώ.»
«Τότε επιστρέφω σε ένα λεπτό.»
ΙΙ.
Et in Arcadia…
Ο μεγάλος ασθενής αναδεύεται στην συννεφιασμένη κλίνη του
Κι ο κόσμος γεμίζει απ’ την αποφορά φορμόλης κι αντισηπτικού,
Γεμίζει ο κόσμος από μια αποφορά που καμιά μπόρα δεν ξεπλένει·
Πάνε χρόνια που πετάξαν τις καρδιές τους στα σκυλιά, και πονέσαν
Οι σεβάσμιοι βόστρυχοι των πεθαμένων ποιητών.
Ποιος θα δώσει λόγο, ποιος θα μεριμνήσει, ποιος θα σπλαχνιστεί,
Όταν φέρουμε τα αδειανά τεφτέρια ενός ράθυμου Ραδάμανθυ
Ενώπιον της κρίσεως του εαυτού μας; Ποιος θα τραβήξει τον μοχλό
Που θα σπάσει τον ελεεινό λαιμό μας;
Οι ρίζες, μόνες τους αποτινάζουν το χώμα κι ο ήλιος αποστρέφει
Το πρόσωπό του με αηδία, ο ήλιος ξέρει και το φεγγάρι ξέρει
Και το μελάνι ξέρει τα φερσίματα των μεγάλων ασθενών,
Των θλιβερών σκιών και αυτού του μοναχικού ιεροφάντη
Που περιφέρεται στην έρημο με μια φούχτα γεμάτη σκόνη
Από συντριμμένα αντικαταθλιπτικά, κατευθείαν από το γουδί
Ενός κόσμου πάντοτε απασχολημένου να αισθάνεται τύψεις
Κι άλλα διάφορα μικροπρεπή αισθήματα, που καθώς λένε
Είναι φυσικό να αισθανόμαστε·
Ολοένα και κοντοζυγώνει, έρχεται να μας κηρύξει
Τις ανθρώπινες αποτυχίες μας, τα δάχτυλα που ψηλαφίζουν
Εις μάτην στο σκοτάδι και με είπες τρελό, καταραμένη μούσα,
Όταν κείνο το βράδυ σου φώναξα
«Μην πας! Μην πας! Τουλάχιστον λυπήσου τις σελίδες των βιβλίων σου!»
και πήγες, και πήγες, πιστή και συνεπής στις συναντήσεις σου με άντρες
Που μόνο σε πετάνε στο κρεβάτι και ποτέ δεν σ’ αγαπούν.
Ποιος θα βρεθεί να μας συγχωρέσει, τώρα που αμαρτάνουμε
Υπό τη σκέπη ενός άρρωστου θεού;
Κι εγώ, να μαι κι εγώ, πασχίζοντας
Να κρατήσω θυμωμένα δάκρυα, μην πέσουν
Πάνω στις σελίδες που χω μπροστά μου, εγώ
Που έχω πάρει το απογευματινό μου τσάι με πρίγκιπες, μαέστρους, ποιητές
Και πεζογράφους, ενίοτε με παράφρονες, ενίοτε με τον εαυτό μου.
Et in Arcadia…
Εγώ, ο μεγάλος ασθενής, εγώ, η σκιά, εγώ, ο ιεροφάντης,
Ο εξόριστος με τα σκονισμένα βλέφαρα, εγώ, ξαφνικά με
Τον κόσμο χαραγμένο στα κόκκαλά μου και την δύση να πρυτανεύει
Και τον θεό να αναδεύεται νευρικά στα άβολα, συννεφιασμένα σκεπάσματά του.
Et in Arcadia ego…
ΙΙΙ.
Μαρμαρένιοι μύες λυγίζουν και σπάνε απ’ το βάρος της ιστορίας
Που μια γυναίκα άκουσε στον ύπνο της ένα βράδυ, ανάμεσα
Σ’ οιμωγές, αίμα και βογγητά, ανεξέλεγκτες λέξεις τελευταίων ημερών.
Οι πορσελάνες του τσαγιού ίσως είν’ οι πιο εύθραυστες, γιατί κανείς
Δεν μπορεί μ’ ευκολία να τις φανταστεί να σπάνε·
Οι πιο συγκρατημένες, ντελικάτες αρμονίες ίσως είν’ οι πιο πρόστυχες,
Γιατί θρέφουν υστερικές πριμαντόνες σε κάθε απαλή, σπασμένη νότα·
Όλα αυτά τα εγχειρίδια
Τα κρυμμένα στους κόρφους ανάξιων ανθρώπων,
Όλες σεις οι απείραχτες πολιτείες,
Σκλήθρες απ’ τ’ αγκάθια που μας τρύπησαν.
Τα ποτήρια του κρασιού σκορπούν ακτίνες, ακτίνες ορφανές
Σε μάτια σκονισμένα, σε μέλη σκεβρωμένα,
Σ’ αυτό το ξενοδοχείο, στην συντροφιά της σκόνης,
Η σκόνη και όλα τα παράγωγά της, η σκόνη επί πάντων ζωντανών·
Είχα το πιο παράξενο όνειρο. Είχα ονειρευτεί πως περάσαν
Χίλιοι χειμώνες σε μια νύχτα.
Ο πόνος τρίφτηκε, πότισε η οσμή του φόβου
Tα ντύματα των αυτοκρατόρων της ανατολής,
Tα γλυκά ποτά που πίνανε, πριν τους τα πάρουν·
Κανείς δεν διάβηκε το κατώφλι, κερώσανε να φυλάξουν το μυστικό.
Όταν τα κόκκαλά μας λιώσουνε ας μιλήσουμε·
Ίσκιοι ίσκιων σουρνόμαστε σ’ αναμνήσεις που σε λίγο θα ξεθωριάσουν·
Πριν ξεθωριάσουν
Θα βάλω στα ποτήρια μας το μώλυ,
Θα βάλω στα ποτήρια μας το μώλυ, να τρέξει
Πάνω στ’ άψυχα σαγόνια μας, να θυμίσει πως είμαστ’ ακόμη νεκροί·
Και μπορούμε να κουβεντιάσουμε για όλα,
Όταν τα κόκκαλά μας λιώσουνε.
Σίβυλλα τί θέλεις;
Τα μαγνάδια κυλούν απ᾽ τα μαλλιά της σαν φρέσκο γάλα
Και σχηματίζουνε στα πόδια της μια λευκή οχιά·
Στήθια με ρώγες μυτερές απ᾽το κρύο που μπάζει
Αυτός ο κόσμος απ᾽ τον άλλο κόσμο,
Η δέκατη όγδοη σονάτα ενός διακεκριμένου Βιεννέζου μουσικού·
Το κρασί κοχλάζει με φρίκη και το φως δεν είναι φως, παρά μόνο
Σαν ιδωθεί μέσα από τις παγωμένες αύρες της θάλασσας·
Το πιο δυσοίωνο μήνυμα, ο πιο στεντόρειος λυγμός, το τέλος
Των αισθητών και κάθε πράματος που είχε μια κάποια σημασία,
Πυκνωμένα στο πανόραμα της ανθρώπινης παραφωνίας
Ἀποθανεῖν θέλω.
IV.
«Με σύνεση ας προχωρήσουμε καλοί μου κύριοι, γοητευτικές μου κύριες,
Με σύνεση ας κολυμπήσουμε τα νερά της Στυγός.
Τα νομίσματα στα μάτια μας ας λάμψουν θαμπά,
Δεν έχει σημασία πια, ποιος θα πληρωθεί ή
Αν τελικά θα πεθάνουμε ποτέ αληθινά.
Ξυπνά κάποια στιγμή μέσ’το όνειρο
Η παρόρμηση να ξυπνήσει ο ονειρευόμενος.
Τότε είναι, καλοί μου κύριοι, γοητευτικές μου κύριες,
Που αρχίζουν τα προβλήματα κι οι συλλογισμοί.
Και την όγδοη ημέρα ο θεός δημιούργησε την αυθαιρεσία.
Ο Όντιν άφησε ελεύθερα τα κοράκια του
Να πάνε να τσιμπήσουν κάνα παγωμένο σπυρί στάρι
Και ο Δίας πήγε να παίξει με τις ερωμένες του.
Ο Κρίσνα κάθισε σκεπτικός κι αμίλητος
Κι ο Όσιρις πήγε για την μεσημεριανή του σιέστα.
Κι η αυθαιρεσία είπε στον άνθρωπο:
Σαν την ημέρα του Κυρίου, σαν τον κλέφτη μέσ’την νύχτα,
Θα εισέλθω στον οίκο σου·
Mea culpa Domine, confiteor,
Ἐκ βαθέων ἐκέκραξά σοὶ ad vigilias albas.»
Έλεγε ένας πολύ κομψά ντυμένος σκελετός,
Την ώρα που έμπαινα ξανά στον χώρο.
Το ξενοδοχείο είχε κατά τι αλλάξει
Απ’ την τελευταία φορά που κοίταξα γύρω μου.
Τώρα το φως του ταβανιού είχε αφανιστεί
Και τα λαμπατέρ του κάθε τραπεζιού
Αποκάλυπταν στα μάτια μου με το θερμό τους φως
Την συντροφιά της σκόνης.
«Κωλοκατάσταση ε; Σίγουρα.
Δεν θα μιλούσαν για αλήθεια τόσο αψήφιστα
Όλοι αυτοί οι πεφωτισμένοι ηλίθιοι,
Αν την γνώριζαν πραγματικά.
Η αλήθεια, είναι το σαφρακιασμένο αιδοίο μιας γριάς
Που σε κοιτάει περιπαικτικά και κάθε τόσο
Σηκώνει το μαύρο της φουστάνι.
Το κενό, οι ξεριζωμένοι βολβοί των ματιών του Οιδίποδα,
Η σπηλιά του Μπαχράμ Γκούρ,
Το μαρμαρωμένο πρόσωπο της γυναίκας του Λώτ,
Σήμερα είμαι ο θάνατος, ο καταστροφέας των κόσμων
Και μια τόσο ένδοξη και φρικτή μέρα δεν έχω ξαναδεί,
Ορίστε το Λούγκερ στρατηγέ, ας είναι,
Αλλά να θυμάστε δεν υπάρχουν φόνοι στον παράδεισο
Και σαν την ημέρα του Κυρίου, σαν τον κλέφτη μεσ’την νύχτα,
Θα εισέλθω στον οίκο σου, θα σου στήσω καρτέρι
Και θα σου κλέψω τα μάτια
Την ώρα που τρως βραδινό με τα παιδιά σου,
Την ώρα που μπαίνεις μέσ’την γυναίκα σου,
Την ώρα που διαβάζεις Ακινάτη ή Γρηγορά.
Η αντίληψη, αυτή η ακριβοθώρητη πόρνη,
Είναι ο σύνδεσμός μας με τους θεούς
Και κάθε στιγμή γυρεύει να μας εξαπατήσει
Με καινούργιες, εφευρετικές αιρέσεις.
Πολλοί άξιοι παρέδωσαν τα λογικά τους σε αυτήν,
Πολλοί την αρνήθηκαν μόνο για να καταλάβουν
Πόσο δέσμιοί της ήταν.
Τι μένει καλοί μου κύριοι, γοητευτικές μου κυρίες;
Μένει ο παπάς να σου ψιθυρίζει στο αυτί
Την ώρα που έχεις την τελευταία σου αιμόπτυση,
Πως πάντα εσύ ήσουν ο εκλεκτός,
Εσύ ο πρωταθλητής της γνώσης,
Αλλά η ώρα σου πια έγειρε
Και δεν αξιοποίησες ούτε ένα δευτερόλεπτό της.
Δεν είναι οίκτος.
Είναι όμως ποίηση.
Η απτή ένδειξη της εγγύτητας στην γνώση
Και συνάμα του τρομακτικού ολισθήματος.
Το χρονικό των σωρευμένων ανθρωπίνων αποτυχιών.
Αλλά έχουμε κι άλλα, έχουμε κι άλλα.
Αφήστε με παρακαλώ να σας δείξω.»
Είπε στρέφοντας τις άδειες κόγχες του σ’ εμένα.
V.
«Μαζί με τις σβουνιές που καίγαμε
Κάθε βράδυ να ζεσταθούμε, κάηκαν
Κι οι ελπίδες μας για θερμά καλωσορίσματα
Και για γεμάτα τραπέζια και για μυρωδάτα κρασιά·
Μείναμε εδώ, κοιτάζοντας σκοτάδια, περιμένοντας φάσματα κι οπτασίες
Και κρατήσαμε την θέση μας, εδώ που μας ορίσανε·
Κι αν νομίζεις πως υπήρξαμε ανόητοι, δες αυτό που είδαμε
Κι αν μπορέσεις φύγε.»
Έτσι μου μίλησε ένα κοχύλι, μέσα από την σπείρα του
Την χαλασμένη απ’ όλους τους ανέμους που πρεπε να φυλάξει,
Στις ακτές της Θράκης.
Ήταν μια από κείνες τις μέρες που ο άνεμος
Σπρώχνει τα μαυρισμένα σύννεφα, πιο νωρίς
Να βρέξουν τα κεφάλια μας, κι ο νους κινείται
Σαν μέδουσα λευκή τώρα σκοτεινή κάπου στα ρηχά.
Ήταν από κεινες τις στιγμές που νους και σώμα είναι έτοιμα, καταδεκτικά
Να κοινωνήσουν το αρχαίο αυθόρμητο μήνυμα
Κι είχα την αίσθηση πως κάτι φρικτό μου διέφευγε·
«Εντός της εποχής του Υδροχόου, χωρίς σκέψεις,
Χωρίς ελπίδα για κατανόηση, χωρίς έγνοιες,
Χωρίς βοήθεια για τον πόνο.
Σκοτάδι, φως, σκοτάδι, φως,
Και προσπαθούμε να δούμε στο σκοτάδι,
Να κοιμηθούμε στο φως,
Μετρώντας σαν τραπεζίτες,
Κρίνοντας σαν γιατροί,
Μηρυκάζοντας σαν ιστορικοί,
Μα ποτέ θαυμάζοντας την ομορφιά
Στις ακτές της Θράκης. Εκεί μπορούσαμε
Να αναλογιστούμε για χιλιάδες χρόνια, μα όχι πια.
Πίσω μας τα σπίτια, σαν πέσει σκοτάδι, ανάβουν τα φώτα τους
Κι νιώθουμε αχρείαστοι, μίζεροι, κουρελήδες που βαστούν πινακίδες
Κάθε φορά γραμμένες με κάρβουνο·
Το τέλος είναι κοντά.»
Πότε ξεκίνησα να ακούω το τραγούδι μου;
«Άκου τον εαυτό σου να μιλά κι αφουγκράσου τις ανάσες σου,
Δες με μάτια δικά σου τούτο το μυστήριο.
Είμασταν Βογόμηλοι στα βουνά της Μακεδονίας,
Ευχίτες και Μανιχαϊστές στις ερήμους της Ασίας,
Κάβειροι στην Σαμοθράκη,
Στο Παρίσι Αβερροϊστές,
Διαβάσαμε τους αναλυτικούς και τους ποιητές,
Τους εξηγητές και τους υπομνηματιστές,
Τα ακροδάκτυλά μας λερωμένα
Απ’ την σκόνη της χάρτινης γνώσης
των ανθρώπων·
Είδαμε τον θεό σε κάθε του απόχρωση,
Σε κάθε αμαρτία, σε κάθε καρδιά, σε κάθε λάθος·
Πετάξαμε τα χαρτιά στις φωτιές να ζεσταθούμε,
Κι ονειρευτήκαμε μια γνώση ταπεινή:
Όλα είναι αέρας.»
Το καύκαλο έτσι ξαναμίλησε, και δίπλα μου κάθισε ένας γλάρος.
«Μη το πιστεύεις, είναι νεκρό
Και για νεκρά πράματα μιλάει·
Άκου μένα που μαι ζωντανός και πάω όπου με προστάζει το θάρρος.
Πριν λίγο ο νους σου σαν εμένα έσκιζε τον αέρα
Ξεχωρίζοντας το φως απ’τις σκιές,
Ξεχωρίζοντας το ψέμα απ’την αλήθεια,
Πίστευε αυτό που βλέπεις!»
Και σηκώθηκε απλώνοντας τις φτερούγες του
Για του λόγου το αληθές·
Μακριά δεν έφτασε, μια έξαφνη ριπή αέρα
Τον τσάκισε στα βράχια.
«Ελάτε φίλε μου, εξάντλησα τους συμβολισμούς μου για σήμερα,
Ας ακούσουμε τώρα τον χαλασμένο βασιλιά σας.»
Πέταξε ειρωνικά γελώντας το κρανίο με τις άδειες κόγχες,
Τις ακτές της Θράκης·
Μου έδειξε μια σκουριασμένη κορώνα
Σ’ ένα κεφάλι, μισοθαμμένο στην άμμο
Που κάποτε βασίλευε σ’ αυτά τα μέρη.
VI.
«Την ζωή μου χαράμισα, δουλεύοντας την σκληρή γη και πολεμώντας τις αναβροχιές, τους χειμώνες και τους θεούς. Και τώρα να μαι. Το επόμενο δείλι δεν θα ευλογήσει τα μάτια μου, ο άνεμος δεν θα στεγνώσει τον ιδρώτα μου ξανά. Είμαι άνθρωπος δύσκολος κι εντεψίζης, το ξέρω· μα πίστεψα ότι κάθε αγριογούρουνο έχει το γιατάκι του. Μάλλον λάθεψα, γιατί ανασασμό δεν βρήκα κανέναν. Απ’ την αρχή όλα δύσκολα ήταν. Μάτωνα τα χέρια μου κάθε μέρα, κάθε μέρα και μια καινούργια πληγή. Το στάρι και το κριθάρι, τ’ αμπέλια, όλα με το στανιό μού δίναν τον καρπό. Δεν είχα τρόπο με τις γυναίκες, όλες με θαρρούσανε ζώο, κάποιο θηρίο που θα ταν καλύτερα στο δάσος ή στους αγρούς παρά στ’ ανάμεσό τους. Κάποιο ενδιάμεσο, μεταξύ τέρατος κι ανθρώπου, που αξιωνόταν με λογισμό ν’ ατενίζει τον φόβο του ηλιοβασιλέματος. Τα μαλλιά της μαύρα και γυαλιστερά, άλικα τ’ απόγευμα. Είχαν το χρώμα του γινομένου σταφυλιού, σαν το χτυπάει φως. Έκλαιγε, μου ράγισε κάτι μέσα μου, πήγα να δω τι έπαθε, πήγα κατά κει. Μου πε πως μπήκε μια σκλήθρα απ’ το ξύλο της τσάπας στο δάχτυλό της, οργίστηκα με το ξύλο, κομμάτια μου ρθε να το κάνω. Μου πε πως πρώτη φορά την έστειλαν οι γονείς της στα χωράφια, γιατί δεν έπαιρνε απ’ τις δουλειές του σπιτιού. Της έβγαλα την σκλήθρα κι έτρεξε μια σταγόνα αίμα. Το αίμα της, το αίμα της σαν τον βασιλεμένο ήλιο κι ακόμη πιο πορφυρό, το πιο πορφυρό πράμα που δα στην ζωή μου. Μετά ήταν αυτή και τίποτ’ άλλο. Ξέχναγα τις δουλειές του χωραφιού, ξέχναγα να βρέχω τα σταφύλια, ξέχασα την γεύση που χε το πρώτο χειμωνιάτικο ποτήρι κρασί. Μου πε τι έπρεπε να κάνω το πρώτο βράδυ κι έπειτα μου χαμογέλασε μέσα στο σκοτάδι· το νιωσα, δεν το δα, το χαμόγελό της. Το φεγγάρι ήταν γεμάτο και φώτιζε τους αγρούς, όπως την νύχτα που βρήκα πεθαμένο τον πατέρα μου μεσ’ την σκόνη του τρύγου. Όλα άλλαξαν τότε. Έπρεπε να σφάξω ανθρώπους που δεν ήθελα να σφάξω, ανθρώπους που ήξερα όλη μου την ζωή, ανθρώπους που θέλαν να μου πάρουν το βιός μου, το βασίλειο του πατέρα μου. Τι κάνει ένας άνθρωπος για χώμα, θάμνους, αγρούς, αμπέλια κι ηρεμία. Τους σκότωσα έναν-έναν, τους διέλυσα. Νόμιζα πως το αγριογούρουνο έπρεπε να φυλάει το γιατάκι του. Τον πατέρα μου δεν τον σκεφτόμουν και πολύ. Ίσως γιατί όταν τον σκεφτόμουν, κάτι μου θόλωνε τα μάτια και ο γέροντας δεν μου επέτρεπε ποτέ να το παθαίνω αυτό· κι έτσι δεν το πάθαινα. Συνέχισα να κάνω ό,τι ξέρω και να προσπαθώ να κρατάω τα ζύγια στον λαό και στις σκοτούρες που ρθαν. Δεν ήρθαν όμως μονάχα οι σκοτούρες, ήρθε και ο γιος μου. Όμορφος σαν την μάνα του, χειροδύναμος σαν κι εμένα, αναρωτιόμουν πως από μένα βγήκε τέτοιος καρπός. Τον έβλεπα να προπονείται στο δόρυ και στο σπαθί και θάμαζα. Οι σκοτούρες βέβαια, δεν μ’ άφηναν. Ο χειμώνας, σαν το βαζε σημάδι, ερχόταν νωρίτερα και πάγωνε τις σοδειές, πλημμύριζε τα χωράφια κι έφερνε πείνα στις κοιλιές μας. Άνοιξα τις αποθήκες μου για τον λαό, όσο μπορούσα. Ξενομερίτες ήρθαν το καλοκαίρι κι έβαλαν φωτιές στα χωράφια μας, τους πολεμήσαμε μέχρι τον θάνατο ή την λιγοθυμιά. Εκείνο τ’ απόγευμα τα δυτικά χωράφια δεν χρειάστηκαν για το χρώμα τους τον ήλιο. Τους διώξαμε, γιορτάσαμε, ήπιαμε το κρασί που χε απομείνει και πρώτη φορά τότε, πλάγιασα σε ξένο κρεβάτι. Εκείνη δεν μου πε τίποτε, αλλά δεν με κοίταξε ξανά με κείνο το χαμόγελο μέσα στο σκοτάδι. Κείνο το βράδυ, μετά το αιματοκύλισμα του πρωϊνού, κατάλαβα γιατί ο πατέρας μου θυσίαζε μονάχα στον θεό του πολέμου. Τράβηξα δρόμο απλό, χωρίς φιοριτούρες, κομπασμούς κι άλλα τέτοια αλλόκοτα. Δουλειά το πρωί, το μεσημέρι φαγητό, το βράδυ πιοτί, φίλοι και γυναίκες. Ο γιος μου με κοιτούσε όταν έφευγα το σούρουπο μ’ ένα βλέμμα θυμωμένο, δεν τον ρώτησα ποτέ. Δεν τον ρώτησα αν άκουγε την μάνα του να κλαίει, δεν τον ρώτησα αν κάθε μέρα ήταν καλύτερη ή χειρότερη. Δεν έμαθα τις σκέψεις του, έμαθα την υπακοή και τον σεβασμό του, την προθυμία του σε πόλεμο κι αγρό, την συγκατάβαση σε κάθε μαχαιριά στο σώμα της οικογενείας μου. Το βλέπω τώρα. Ένα μεσημέρι λίγο πριν τελειώσουμε με τ’ όργωμα, με κοίταξε κι άνοιξε ελαφρά το στόμα του σαν κάτι να θελε να πει, αλλά δεν είπε τίποτε. Σκέφτηκα ότι ίσως κι αυτός να χε ακούσει κάποια κοπέλα να κλαίει, δίπλα στ’ αμπέλια μας, όπως κι εγώ πριν τόσον καιρό. Γέμισ’ η καρδιά μου από ένα περίεργο πράμα, σαν φτερούγισμα, σαν τότε που παρατηρούσα το χωράφι μας φορτωμένο αμέτρητα τσαμπιά· την καλύτερη σοδειά που χαμε ποτέ. Ο τόπος μας φταίει που δεν τον ρώτησα, αυτή η καταραμένη γη, η θρονιασμένη στις εσχατιές του κόσμου. Το σκληρό χώμα, το σχεδόν αδύνατο ν’ οργωθεί, που μπορείς απ’ τη λάσπη του να φτιάσεις αγγείο. Η άγρια θάλασσα, η γεμάτη ψάρια και πνιγμό, που πάντοτε φανερώνει σκοτεινά σύννεφα στον ορίζοντα, μια ακαθόριστη αλλά γνώριμη απειλή που εκπνέει έναν αέρα ταραγμένο, ομιχλώδη κι αδάμαστο. Οι κοιλάδες που σου θυμίζουν την σχόλη της μέρας, την ταλαιπώρια μιας ζωής αφιερωμένης στα χώματά τους, την ευτυχία όταν αδειανές κι οργωμένες στο λένε σίγουρα πως τον χειμώνα θα σου κρατήσουν συντροφιά τα παιδιά των ματωμένων σου κόπων. Πέτρα, βάτα, τσαλιά και καλαμιές, μπατάκι που από πάνω του κρώζουν πρασινοκεφαλάδες, πεδιάδες με χρώμα λερωμένου χρυσού και μαύρα δάση, κάτω από έναν σκοτεινό ουρανό, που κρύβουν την απελπισία ενός κυνηγιού χαμένου από χέρι. Εδώ, που φάγαμε, ήπιαμε, πλαγιάσαμε, κάναμε τον έρωτα και χορταριάσαμε την γη. Το αγριογούρουνο μέσ’ το γιατάκι του. Κείνο το μεσημέρι έπρεπε να τον ρωτήσω και μετά να σηκωθώ να πάω σ’ εκείνη, στην γυναίκα μου, σ’ αυτήν που μ’ έκανε βασιλιά, άντρα και πατέρα, να την ρωτήσω γιατί δεν μου χαμογελάει πια μέσ’ το σκοτάδι. Τι χάσαμε, τι κερδίσαμε, τι μας έμεινε να γευτούμε, τώρα που οι γλώσσες μας γίνανε στυφές. Αν ενοχλεί την απαλή επιδερμίδα της το τραχύ και πετσοκομμένο μου χέρι. Αν ήμουν ακόμη κείνο το θηρίο, που άγαρμπα έβγαλε μια σκλήθρα από ένα χέρι π’ ούτε καν να το κοιτάξει άξιζε, ή κάτι παραπάνω. Γιατί κείνο το μεσημέρι ήρθε, μέσα σ’ όλη την τρυφή και την αποχαύνωσή του, κείνος ο καταραμένος κι ανούσιος θεός. Ένας γύννις, ντυμένος με σιχαμένη πολυτέλεια, μυρίζοντας ανατολίτικα βαριά αρώματα κι ανέρωτο κρασί, ακολουθούμενος απ’ όλες τις φρίκες του κόσμου, ένας κομψευόμενος φαφλατάς κι ανήμπορος στα σπαθιά, σαν ράθυμος και παχύς ιερέας. Η εκλεκτή του συντροφιά, αποβράσματα, έξαλλες κι εφιαλτικές μαινάδες κι άντρες με τράγου κορμί. Ήρθε στα χωράφια μου να μου πει πως είναι θεός, πως πρέπει να προσκυνήσω, και του πα πως καλύτερα να σωριαζόμουν νεκρός, πάρα ν’ ανεχόμουνα τις ανώφελες αλητείες του. Του πα, πως θα του σκιζα το κεφάλι στα δυο. Χαμογέλασε ένα χαμόγελο στραβό, και ρίχτηκα πάνω του, τον κυνήγησα αλύπητα μέχρι τον κρασάτο πόντο. Πνίγηκε γελώντας, πνίγηκε με τις φλόγες μιας υπόσχεσης στα θολά του μάτια. Ο αέρας πύκνωσε με θειάφι, ο ουρανός πήρε το χρώμα του ώριμου κερασιού, το κρασί μέσ’ τους κρατήρες ξεχείλισε αποδιώχνοντας την σύνεση του νερού, ρίγησε η γης σαν ακατάδεχτη πόρνη αηδιασμένη απ’ το άγγιγμα του ξένου, και τ’ ακριβά μου αμπέλια αρρωστήσαν, βγάλαν φλύκταινες από τούτον τον βιασμό. Τα λογικά μου σάλεψαν, έσφιξα στη φούχτα το σπαθί και κίνησα να κόψω την αρρώστια που μόλυνε τους κόπους μιας ζωής. Το σπαθί ανέβηκε, κατέβηκε, έσκισε, ρήμαξε, κατέστρεψε. Σκλήθρες απ’ τ’ άρρωστο ξύλο τινάζονταν στο πρόσωπό μου, σκλήθρες αιωρούνταν και χόρευαν στον τροχαίο της σιδερένιας μου αγανάκτησης, σκλήθρες που βγαίναν απ’ το χέρι της γυναίκας μου, σκλήθρες…Το χέρι της γυναίκας μου κομμένο και θλιβερό. Τα μυαλά της σκορπισμένα στο σκούρο χώμα, το στέρνο της σκισμένο στα δυο σαν κούτσουρο, το αίμα της, το πιο πορφυρό πράμα που δα στην ζωή μου, τώρα στολίζει τον κόσμο ολάκερο. Κι ο γιος μου παραδίπλα, μ’ ένα χάσμα φρικτό στο στήθος που άφηνε απρόσκοπτη την ροή ενός αιμάτινου χειμάρρου. Αχέροντα, Φλεγέθωνα και Κωκυτέ, δείτε αυτόν τον χείμαρρο κι απελπιστείτε! Το σπαθί μου στομωμένο, κουρασμένο απ’ την μανία, την μανία με την οποία έσφαξα ό,τι αγαπούσα. Μου ‘παν πως αυτή ήταν η τιμωρία του θεού για την ασέβεια, μου ‘λεγαν κι άκουγα μόνο, γιατί νύχτα είχε πέσει στα δικά μου βλέφαρα μονάχα, τυφλός και χαλασμένος άκουγα, ενώ καθόμουν κατάχαμα. Τ’ αγριογούρουνο κοιτάει το συντριμμένο του γιατάκι, ακούγοντας τους σκύλους ν’ αλυχτάν. Την ένιωσα την περιφρόνησή τους δεν την είδα. Οι σοδειές χαθήκανε, μου ‘παν, κι ο θεός τους ορμήνεψε πως αν δεν πότιζαν την γης με το αίμα μου, η μόνη σοδειά που θε να παίρναν θα ‘ταν πείνα, λοιμός κι αυτοκτονία. Και τώρα να μαι. Οι αλυσίδες βαραίνουν τα μέλη μου, αλυσίδες που φορέθηκαν από τους ίδιους μου τους συντρόφους. Μόλις λάμψει η αυγή, στο κέντρο θα με πάνε, τεσσάρων αλόγων. Θα μου δέσουν χέρια και πόδια σε κάθε ένα άλογο κι ένα καμτσίκι θ’ ακουστεί. Τ’ αμπέλια πάλι θα ανθίσουν, τον χειμώνα το κρασί θα ρέει άφθονο και μυρωδάτο και ανέρωτο και όταν θα αναφέρουν τ’ όνομά μου, θα ‘ναι συμβουλή προς όλους η ιστορία ενός τρελού, η ιστορία μου, που την ζωή μου χαράμισα, πολεμώντας τις αναβροχιές, τους χειμώνες και τους θεούς.»
VII.
Το ξεροβόρι κι οι παγωμένες αύρες της θάλασσας
Έδιναν σχήμα σ’ ένα τσιγάρο που χε καεί ολοσχερώς·
Η βραδιά συνεχίστηκε με κοινοτοπίες και
Προβλέψιμους αστεϊσμούς, ασφαλής
Από κάθε θέληση για βαθύτερους στοχασμούς.
Έκτοτε έψαχνα σαν τον τρελό,
Dans la nuit du tombeau,
Για κάτι που θα απόδιωχνε το βέλο που ρίχτηκε
Μπροστά απ’ τα μάτια μου, πάσχισα να ξεχάσω
Τον σοφιστή σκελετό, τον χαλασμένο βασιλιά
Και την κομψή κυρία με τις εμμονές της.
Μάταια·
Ανακάλυψα πως όσο κι αν μελετούσα,
Πάντοτε θα κατέληγα στις μορφές εκείνης της νυχτιάς
Και στο ειρωνικό γέλιο που πλανιέται κάθε φορά
Όταν φυσούν το ξεροβόρι κι οι παγωμένες αύρες της θάλασσας.









