Αντρέας Πολυκάρπου, «Ποιους δρόμους»
22Ιου
Ποιους δρόμους πήραμε ψυχή μου
και φτάσαμε ως εδώ;
Ανήμποροι, ανάπηροι, ανέλπιδοι και νεκραναστημένοι.
Σκέλεθρα άσαρκα που βγήκαν απ΄ τους τάφους τους
μια θάλασσα να βρουν
που πάνω της να γέρνει το λιόγερμα.
Του Αρχαγγέλου τα φτερά
αφημένες στα κύματα βάρκες
από χέρια κατάλευκα, παιδικά.
Σαν αυτά που κάποτε μετρούσαν τα άδεια κοχύλια,
που χάιδευαν τα στήθη τα ηδονισμένα
που ψαχούλευαν τις ερεθισμένες ρώγες
τις γιομάτες γάλα
και στις ιδρωμένες παλάμες
φύτρωναν ποικιλόχρωμα κοράλλια.









