«”Ψωλιάς” ήτοι διάφοροι ποιήσεις», υπό Πέους Πριαπίδου, εν Καυλοπόλει, τυπογραφείο «Ο Πρίαπος», οδός Φαλλού 3
22Φεβ
`
«Άλλος τρώγει το κεφάλι
του ψαριού· άλλος τη μέση
το γάμησι, όμως, Μιχάλη,
μα το θειό, `ς όλους αρέσει»»\
`
*
Πρόλογος
«Κύτταξε ο μασκαράς να μη ντραπή
τέτοια αισχρά να πιάση να τυπώση
του πήαινε κρεμάλα!»-Έτσι θα πη
εκείνος, που να δείχνη θέλει γνώσι.
Εκείνος που με λόγια κι ομιλίες
πράξεις να κρύβη προσπαθεί αχρείες
Άι άρχοντά μου! δεν σ’ αρέσουν;μη
μη τα διαβάσεις· ρίξε το βιβλίο
κανείς δεν σε βιάζει…Η τιμη…
Αλλ’ όχι, ένα κι ένα κάνουν δύο.
Ας την υποκρισία ‘ς τους παπάδες,
και τώρα δεν περνούν οι τακουνάδες.
Σε ξευρω και με ξεύρεις, το λοιπόν,
Άφησε κατά γης την προσωπίδα,
φαινόσουνα οποιος είσαι. Στον σκοπόν
που ψάλλει η φύσι, χόρευε και πήδα
ξαλλοιώς, τι να σου πώ;είσ’ ένας μπούφος
υποκριτής, σεμνότυφος, ταρτούφος
`
Η ΚΥΡΑ ΜΑΣΣΑ
Εσηκώθηκα απ΄ το στρώμα
κι είχα ένα ποδάρι ακόμα
μου το βλέπει η κυρά Μάσσα
και μου λέει-είναι σαν πράσσα
μαλακό, μικρό, ανίδιο.
Είδες τον παπά;Απ΄το ίδιο
σύρε ναύρης να κολλήσης
κι έλα εδώ να με γαμήσης.
Φεύγω σαν ξελογιασμέος
τρέχω εδώ κι εκεί ο καυμένος
για χοντρήτερη να ψάξω
κι όπου βρω να την αρπάξω.
Ένα γαίδαρο απανταίνω
τρέχω ευθύς τον σταματαίνω
τόνε σφάζω, τόνε γδέρνω
και την πούτσα του τού πέρνω.
Την κολλώ και τρέχω υπίσω
την κυρά να ευχαριστήσω.
Με ξογνάντεψεν εκείνη
τρέχει πέφτει ευθύς στην κλίνη
και με πόδια σηκωμένα
επερίμενεν εμένα.
Καθώς τόχε τουρλωμένο
ρίχνομαι ευθύς, της μπαίνω,
το βρακί μου ξεκουμπόνω
κι ως τη ρίζα της τη χώνω.














