Ταξίδι στο χρόνο

Ένα κορίτσι τρέχει
στα πράσινα λιβάδια
φοράει άσπρο φόρεμα
έχει κοτσίδες τα μαλλιά
να ʽσαι εσύ
ή είναι αυταπάτη
ο χρόνος πάγωσε
τι ήσουνα
τι έγινες
εσύ
τι ήμουνα
τι έγινα
εγώ
τρέχω στα λιβάδια μαζί σου
μα πέφτω και χτυπάω
σε κυνηγάω
να σε πιάσω
μα δεν μπορώ
κι όταν στο τέλος σε φτάνω
απλώνω το χέρι
πιάνω το δικό σου
κι εσύ μεταμορφώνεσαι σε μια
φρικτή μεσόκοπη γυναίκα.

Ανώτεροι άνθρωποι

Άσπροι κώλοι, χαλαροί
αφράτοι και καλοπλυμένοι
ποτέ δεν δούλεψαν
ποτέ δεν ίδρωσαν
άχθος της γης
ποτέ δεν βαρυγκόμησαν
για το ψωμί
μα κρίνουν αυστηρά τους δουλευτήδες
σαν τους ακούω
με πιάνει η αηδία
όταν βλέπω το ύφος τους
κοιτάζω αλλού
θαρρούν πως είναι ανώτεροι
το κάτι άλλο
μέσα στʼ ακριβά ρούχα τους
τα μεγάλα σπίτια
ασπροκώληδες του κερατά
μαύροι στην ψυχή.

Βετεράνοι

Είμαι 52 ετών και ερωτεύομαι.
Είμαι 52 ετών και γράφω
ποιήματα αγάπης.
Πίνω, καπνίζω, ξενυχτάω.
Λυπάμαι τους νέους
που σκέφτονται σαν γέροι
που μιλάνε σαν γέροι
που ζούνε σαν γέροι.
Όταν είσαι νέος
θα κλάψεις
θα γελάσεις
θα ερωτευτείς
θα αλητέψεις
θα εξεγερθείς.
Όσοι δεν το κάνουν
αφήνουν στη φύση κενά
κι αναγκαζόμαστε
εμείς οι μεγαλύτεροι
να κατεβαίνουμε στο στίβο
να τα καλύψουμε.