Φώτης Μότσης, «Περί έρωτος»
6Μαΐ
`
Ὁ ἔρως μεριμνεῖ ὡς μανιακός τῶν ἀμπελώνων τῆς ψυχῆς νʼ ἀποτελειώσει ὅ,τι ἔχει ἀρχίσει μέ μιά ἁπλή συμπαθητική ἕλξη. Στό φῶς δέν βγαίνει. Δουλεύει μέσα στά σκοτεινά τά βάθη τοῦ ἐνστίκτου καί βγάζει μεροκάματο καθαρίζοντας ἰσοπεδωτικά ἕνα τοπίο πού μόλις ἔχει ἀρχίσει νά μπουμπουκιάζει. Δίχως ἀναστολές, ψυχρά, ἀμείλικτα, γίνεται θολός ἀνεμοστρόβιλος πού ἀπογειώνει, στριφογυρίζει ἀνηλεῶς τά θύματά του σέ ὅλα τά μήκη καί τά πλάτη τʼ οὐρανοῦ, τά βολοδέρνει σέ κάθε του γωνιά μέχρι συναπαρμού, ἀπερημώνει τα ἀπό αἷμα, ἀπό σπλάχνα, ἀπό σφυγμό,-
κι ὕστερα ἀφήνει τα ἀπό πολύ ψηλά νά πασπατεύουν τό σφιχτό σκοτάδι τοῦ μυαλοῦ τους σέ μιάν ὕστατη προσπάθεια ἀπόγνωσης νά ΄βρουν τόν δρόμο πρός τό σακατεμένο τους εἶναι -συχνά πυκνά ἄκαρπη.
Ὁ ἔρως εἶναι ὁ σιαμαῖος ἀδερφός τοῦ πόνου, μόνο πού τούς ἐνώνουν χαλαρά γεφύρια: ὁ μέν ἀναζητεῖ προσχήματα γιά νά ἐπιβάλει τόν δικό του θρίαμβο, ὁ δέ ἀποζητάει ἔδαφος γιά νά βολέψει τό δικό του σῶμα. Ὅταν ὁ πρῶτος δοξάζει τή ζωή μέχρι νά τήν ἀφομοιώσει πλήρως, ὁ δεύτερός τη σέβεται -δίχως αὐτή εἶναι ἀνύπαρκτος.
Ὡστόσο, συναντῶνται ὅταν πρόκειται νά διαπιστώσουν ἰδίοις ὄμμασι τήν προκληθεῖσα δυστυχία στό κορμί πού σαρακόφαγαν.
Ὁ ἔρως εἶναι, πάλι, ἡ φυσική προεξοχή στήν ἐπιφάνεια τῆς ζωῆς, πάνω στήν ὁποία σκοντάφτει ἡ ἀράχνη πού πλέκει τή μιζέρια, τό ἰσοπεδωτικό τῆς καθημερινότητας, τήν ἀποχαλίνωση τῆς ἀνίας, τήν ἄνοια, τήν παράνοια, τόν παράταιρο χαμό. Εἶναι τό ψηλότερο σκαλοπάτι τοῦ βίου, πρός τό ὁποῖο κατευθύνονται γονυπετεῖς εὐτυχεῖς τε καί δυστυχεῖς θνητοί, προκειμένου νά μεταλάβουν κάτι ἀπό θεῖο καί ἀπό ἀθανασία. Ἐπειδή δέ τό σῶμα αὐτῆς τῆς μεταλαβιᾶς εἶναι στό ἐλάχιστο περιορισμένο, ἡ οἰκονομία τῆς φύσης ἔχει προνοήσει, ὥστε νά εἶναι μετρημένοι αὐτοί πού φτάνουν μπροστά στήν ὄστια μέ ἀνοιχτή καρδιά καί ἕτοιμη ψυχή.














