Από τη συλλογή, Το τρίτο ημισφαίριο, Αθήνα, 2010, εκδ. Πέτρα
`
Συνήθεια
Περάσαμε το ποτάμι κολυμπώντας ανάποδα.
Και δεν είδαμε τους ωραίους βυθούς, τα ρείθρα
με τις διαμαντόπετρες.
Θέλοντας να κοιτάξουμε τον ήλιο στην καρδιά
χάσαμε την ισορροπία μας.
Μας έμεινε μόνο η συνήθεια, να μη φοβόμαστε
τον ήλιο.
`
*
Κυνήγι ερωδιών
(Όταν ο χρόνος και ο τόπος λειτουργούν συγκεχυμένα και πολλαπλά. . .)
Εκεί η σταύρωση , εκεί και η ανάσταση.
Μα πόσα μπορεί να σηκώσει αυτός ο αέρινος λόφος;
Και να φανταστείς ακόμα έψαχνα
τα ίχνη της χθεσινής πληγής.
Μα πόσα μπορεί να αντέξει
ένα κομμάτι σμαραγδένιου χρόνου,
έτσι που το τύλιξες κόμπο στο μαντήλι σου;
Εκεί το μαρτύριο, εκεί το θαύμα, στο ίδιο πλάτωμα.
Με πόσα καρφιά μπορεί να ματώσει ο αέρινος πόνος;
Και να σκεφτείς πως το σταυρό, μόνη μου τον έσυρα,
χωρίς γονάτισμα, χωρίς λαχάνιασμα, χωρίς βοηθό.
Κι ακόμα τριγυρνώ στο λόφο του έρωτα
και της μαύρης θύελλας, ως μη αναγνώσιμο αερικό,
γυρεύοντας ερωδιούς τα μεσάνυχτα.
`
*
Αντιποίηση
Λείπεις κι απόψε.
Κι έκανα την ποίηση
υπόθεση
αυστηρά προσωπική.
Ούτε έναν οβολό μεταφοράς
δεν έριξα
στην αιωνιότητα των στίχων.
Μήπως και πότε πλάγιασες,
αυτοκράτορα της σκέψης μου,
θαμώνα του μυαλού μου,
φθαρτός και ιδρωμένος
μέσα στη γήινη αγκαλιά μου;
Με λέξεις μόνο
άγγιξα
τα σκοτεινά σου μέλη.
Σε ρήματα και συλλαβές
άηχα και ερμητικά
ο πόθος μου κουρνιάζει.
Η έλλειψή σου, υπόθεση
αυστηρά προσωπική, εστέφθη
αντιποίηση.
`
*
Για μερικά τραγούδια έχω να πω και τούτο: Δεν ξέρω α τα βρήκαμε
κάπου γραμμένα, ή αν τα ακούσαμε μια νύχτα από το απέναντι παράθυρο,
ή αν κάποια στιγμή υπέρτατου πόνου ξεχείλισαν από μέσα μας
ως φουσκωμένες λίμνες στεναγμών. . …
`
Ό τι αγαπήσαμε
Ότι αγαπήσαμε ήταν ξένο
Σχεδόν μισή αντανάκλαση πρωινού ονείρου
Ήρθε κι έφυγε γλυκά παρθένο
Ωσάν τα κρίνα στο φως του απείρου.
Ό τι αγαπήσαμε ήταν ξένο
Άνθος κερασιάς στης βροχής το τίναγμα
Δάκρυ Παναγιάς μισοκλεμμένο
Νερό που άγιασε στης ροής το κύλημα.
Ό τι αγαπήσαμε ήταν ωραίο
Ένα φεγγάρι θάνατος στην αποβάθρα
Καλέμι ο έρωτας για πόνο ακραίο
Ό τι αγαπήσαμε ήταν ωραίο.
`
*****************************************************************
`
`
Από τη συλλογή, Ανιμολόγια, Πάτρα, 2014, εκδ.Γ. Πικραμένος
`
Ο χρόνος και το μαχαίρι
Κοιτάζω τον καθρέφτη.
Το σώμα μου κάθε φορά παίρνει
το σχήμα του χρόνου.
Έτσι ξέρω
πότε θα έχει ξαστεριά, πότε θα συννεφιάσει.
Αν θα φυσήξει απαλά, αν θα σειστεί ο κόσμος.
Το σώμα μου έχει το σχήμα του χρόνου.
Γι αυτό και ξέρω πότε γερνάει ο έρωτας,
πότε γεννιέται η θάλασσα
ή πόσο είναι όμορφη γυμνή η καταιγίδα.
Καμιά φορά δεν έχει άνοιξη ούτε καλοκαίρι
κι έχω ένα σώμα με δυο εποχές.
Ένα χαμόγελο κι ένα μαχαίρι ανυπότακτο
στις συμβουλές μου.
Κοιτάζω τον καθρέφτη.
Δεν υπάρχει σώμα, ούτε εποχές.
Μα που κρύφτηκε ο αυγήτωρ χρόνος;
Δεν έπρεπε να κρατά μαχαίρι.
`
*
Τιμαλφή
Τα μάζεψα σʼ ένα κουτί
τα Τιμαλφή του έρωτα.
Δυο –τρεις κάρτες με φιλιά
καρδούλες και υποσχέσεις.
Αποξηραμένα άνθη
-ως επί το πλείστον-
κόκκινα τριαντάφυλλα.
Τα σκουλαρίκια που φτάνουν
ως τον ώμο.
Το μπλουζάκι μαύρο, ανοιχτό
στο στήθος.
Δυο στηθόδεσμους κοφτούς
στα τρία τέταρτα.
Κι άλλη πλούσια ηδονική εμορφιά.
Πολλά κεριά, όλα μισοκαμένα.
Κι ένα σωρό ακόμα μικροπράγματα
μιας μεγάλης αγάπης.
Τα μάζεψα σʼ ένα κουτί
και τα ʼκλεισα στη φυλακή.
Στο πατάρι.
Πίσω απʼ τους σωρούς με τα παλιά βιβλία.
Μες το σκοτάδι.
Στο βυθό της σκέψης μου.
Στα υπόγεια μύχια μου.
Κάθε Κυριακή ανοίγω το πατάρι
να πάρουν αέρα, νʼ ανασάνουν.
Τα βράδια στα όνειρά μου
παίζω μαζί τους κουκλοθέατρο.
Μόνον αυτό.
Και καμιά φορά, όταν έχω διάθεση
ανοίγω το κουτί κρυφά
-είναι φοβεροί οι φρουροί της μοναξιάς-
κι αναπνέω βαλσαμωμένο πόθο
και το άρωμα των κορμιών πάνω
στα τριαντάφυλλα.
Κάποιες Κυριακές
ανάβω τα κεράκια ένα- ένα,
κοιτάζοντάς σε να χαμογελάς
στη φωτογραφία.
Όλοι μας έχουμε ένα μυστικό
νεκροταφείο.
`
*
Προτίμηση
Έγινες ποίημα
τραγούδι του ανέμου
αγέραστος καημός,
καρπός Ιδέας.
Γιατί τόση μεταποίηση;
Σε προτιμούσα ζάχαρη
να καίω τα δάκτυλά μου.
`
*
Δεν πήγαμε
Η βροχή χθες ήταν πυκνή.
Θυμάσαι τότε στη Μονεμβασιά,
που δεν πήγαμε;
Όλη η βροχή θα έπεφτε
στα γυμνά κορμιά μας
πιο πάνω από το Κάστρο.
Κι η θάλασσα απ’ τη ζήλεια της
θα φούσκωνε
τα σπλάχνα των βράχων.
`
******************************************************************
Η Ειρήνη Μπόμπολη γεννήθηκε στο Κεντρικό Άρτας(περιοχή Τζουμέρκων). Σπούδασε Φιλολογία και Φιλοσοφία. Ζει και εργάζεται στην Πάτρα. Το πρώτο της βιβλίο ήταν το μυθιστόρημα «Το Πεπρωμένο Μύριζε Ορχιδέα ή Πράγματα Μικρά» από τις εκδόσεις Επιφανίου. Το δεύτερο ήταν η ποιητική της συλλογή, «Το τρίτο ημισφαίριο» από τις εκδόσεις Πέτρα. Το τρίτο της βιβλίο, η ποιητική συλλογή, Ανιμολόγια από τις εκδόσεις Γιάννης Πικραμένος. Άρθρα και μελέτες της έχουν δημοσιευτεί σε εφημερίδες και περιοδικά.












” ευχαριστουμε Ειρηνη, υπεροχο οπως εσυ” !!!!!!