Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Μιχάλης Παπανικολάου, Ποιήματα

ΟΙ ΠΑΡΕΕΣ

Τι γίναν οι παρέες εκείνες
Πού πήγαν τα τρελά τραγούδια
που ξεχύνονταν στους δρόμους
αδελφωμένα και
γκρέμιζαν τα σιδερένια κάστρα
και σπάζανε τις αλυσίδες
μιας πατρίδας μασκαράς
φτιασιδωμένης με μπογιές
και μπιχλιμπίδια από το Γιουσουρούμ

Τι γίναν οι παρέες εκείνες
Τι γίναν οι ποιητές που ψέλνανε το ξόδι
όσων δεν αντέξανε
την υγρασία του πόνου

Κάτω στους δρόμους οι σύντροφοι
μεθάνε όλοι μαζί
για να ξορκίσουν την παλιά-τους φωνή
την αδέξια πορεία-τους
τα φλογισμένα τραγούδια
σαν νάρχονταν απ τους Δελφούς
χρησμοί

Δέκα μέτρα μπροστά-μου
σωριάσανε τον Πέτρουλα στο πεζοδρόμιο

Δε λογαριάζανε μέρες που πέρασαν
μα αυτές που θάρθουν
μακριά απ τις προδοσίες των λέξεων
και τα λόγια-τους
αγκάθια φονικά
σαν το αθάνατο Αθάνατο

Δακρύζουνε τα κάγκελα
ραγίζουνε τα μάτια-μας
κ οι ματωμένοι ν ακούγονται
σαν τα πονεμένα σέρβικα τραγούδια

Ήταν κι εκείνος ο ψηλός λεβέντης
που τραγούδαγε δυνατά *
για ν ακούσουν πίσω από τον τοίχο
πως άντεξε κι απόψε
ν ακούσουνε τα σκοτεινά τα μάτια
οι σιδερένιοι με τα ξύλινα κοντάρια
εκείνο το λόγο το φριχτό που στάζει αίμα

Η Ελλάδα στους δρόμους
Η Ελλάδα η οργισμένη
η εξεγερμένη
η αγριεμένη
Η Ελλάδα που πάλευε
νικιόταν
αλλά πάντα έμενε όρθια
Πού είναι αυτή η Ελλάδα
Πώς ξεχαστήκαν όλ αυτά
Πού πήγαν εκείνες οι παρέες
αυτός ο Λαός ο ταξιδευτής
ο Λαός της ξενιτειάς
του νόστου και του κατατρεγμού

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Ανδρέας Πολυκάρπου, Τρία Ποιήματα για την Κύπρο

`

ΤΩΡΑ ΜΠΟΡΟΥΜΕ ΝΑ ΣΑΣ ΘΑΨΟΥΜΕ

Στους 1619- πια νεκρούς- αγνοουμένους

Τώρα μπορούμε να σας θάψουμε.
Να ξεχορταριάσουμε τους ομαδικούς τάφους,
να φυτέψουμε κυπαρίσσια γύρω από το μνήμα,
να ανάψουμε με λάδι το μικρό καντήλι
και να αφήσουμε μωβ στεφάνια στο ασπρισμένο μάρμαρο.
Τώρα η μάνα σας μπορεί να φτιάξει σταρένια κόλλυβα
και να φιλήσει το χέρι του παπά έπειτα από το τρισάγιο.
Οι συγγενείς μπορούν από νωρίς να μαζευτούν στην εκκλησιά.
Όλοι ντυμένοι στα μαύρα.
Ακόμα κι αυτοί που δεν σας γνώρισαν θα μαυροφορεθούν
και θα κρατάνε ένα μαντήλι στο χέρι.
Όχι για τα δάκρυα. Παρά μόνο για τη ζέστη. Για το καμίνι του πολέμου.
Μεσόγειος. Ώρα μεσημεριού- κοντά απόγευμα- κι εσείς να βαδίζετε πομπή για το απόσπασμα.
Αυτό που κρύφτηκε περίτεχνα κάτω από τα λιόδεντρα και τους κέδρους
που ποτίζονταν από το γλυφό νερό.
Μεσόγειος. Ώρα δειλινού- κοντά βράδυ- κι εσείς να κρύβεστε ματωμένοι στο χώμα.
Κουραστήκατε και αφεθήκατε στο θάνατο να ξαποστάσετε.
Η ανοιχτή παλάμη καλύπτει την αιμορραγούσα πληγή.
Τόσες σφήκες από τη ζεστή κάννη
και καμία δεν τραυμάτισε τις συνειδήσεις μας.
Ζυμώθηκαν μέσα στο αίμα και τη σάρκα μας
με τα ακανθώδη κεντριά τους.
Τώρα σας θάβουμε, τώρα που έλιωσε το κορμί και ξεχαρβαλώθηκε η ανθρωπιά μας.
Τι να το κάνεις τώρα πια το πένθος;
Σάπισε, ρήμαξε κι αυτό κάτω από το κατεχόμενο χώμα μαζί με τους πόνους σας.
Κουβαλούσατε μαζί σας τη θάλασσα,
το δροσερό αέρα, τη γλάστρα με το βασιλικό και τα γιασεμιά.
Δικά σας κι αυτά κτερίσματα.

Τριάντα χρόνια κράτησε η σφαγή.
Κι άλλα σαράντα η θλίψη κι ο καημός.
Εγκλήματα διεπράχθησαν πολλά.
Τι να πρωτοθυμηθώ;
Το χαμό της Μιλήτου, τη λεηλασία στις Αχαρνές, τα κορμιά στον Καιάδα,
το κύκνειο άσμα στη Σικελία, την προδοσία στους Πέρσες,
τη χαμένη μας τιμή και τη ξεγραμμένη πια δημοκρατία;
Τριάντα χρόνια να κουβαλάμε κορμιά πάνω στις ασπίδες.
Με τις Αθηναίες να αναθεματίζουν τους Λακεδαιμόνιους για το χαμό
και τις Σπαρτιάτισσες να στεγνώνουν τις ανοιγμένες των νεκρών πληγές
με τον πορφυρό μανδύα.
Σε Αμφικτιονίες στείλαμε ειρηνευτές
μα αυτοί είχαν τα αυτιά τους βουλωμένα.
Τα ιερά μόνο να προστατευτούν.
Οι βωμοί, οι διαπομπευμένες Ιέρειες και των Θεών να διαφυλαχτούν τα τάματα..
Τα ταλαιπωρημένα δεν τους ένοιαζαν κορμιά, τα τσακισμένα κόκκαλα,
οι δυστυχισμένοι και οι εγκλωβισμένοι στων πόλεων τα τείχη.
Όλοι αυτοί που το δέρμα τους αφυδατωμένο παραδιδόταν στο λοιμό.
Τριάντα χρόνια αδελφοκτόνοι μετράγαμε τα πάθη μας.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Καλό ταξίδι ακριβέ μας φίλε, Κώστα Ριτσώνη (1946-2015)

`

Εκδόσεις πουλιά

Στα χέρια μου κρατώ ένα αγγλικό βιβλίο. Είναι των εκδόσεων του Μαύρου Κύκνου. Γράφει Βlack Swan. Πόσο όμορφο είναι και φιγουράτο.
Ας το βάλω στο ράφι μαζί με άλλους μαύρους κύκνους…
Στο παραθαλάσσιο σπίτι χαζεύω τα ξένα βιβλία που έχω. Είναι πολλά. Έχω και εκδόσεις Πιγκουΐνου…

…οι πιγκουΐνοι δεν πετούν. Κάνουν μονάχα βουτιές. Καταπίνουν ψαράκια. Χοντραίνουν από τη λαιμαργία τους.
…και οι κύκνοι; Αυτοί φτερουγίζουν λιγάκι. Μα κουράζονται και κατεβαίνουν. Κολυμπούν παχουλοί στο νερό.

Είμαι κι εγώ εκδότης. Έχω τις εκδόσεις Πουλιά. Βγάζω πολλά βιβλία όμως δεν πουλιούνται. Έχουν κάνει φωλιά μέσα στην αποθήκη μου. Πώς να ανταγωνιστώ εγώ τους Άγγλους; Με νικούν εύκολα οι Κύκνοι και οι Πιγκουΐνοι με τις επιτυχίες τους.
Δεν έβαλα και καλό όνομα. Είναι λάθος το Πουλιά. Το κοινό δεν το κάνει κέφι. Ένα πουλί συγκεκριμένο έπρεπε να βάλω.
Χήνες. Αυτό θα ήταν πιο σωστό. Εκδόσεις Χήνες.

Τώρα ας φύγω λίγο από το σπίτι να πάω για μπάνιο στην παραλία. Εκεί σουλατσάρουν και χήνες. Τις φέραν και τις αμόλησαν φιλόζωοι και οικολόγοι.
Τι ευγενικές που είναι. Όταν κολυμπώ έρχονται δίπλα μου και μου κάνουν παρέα.

Μακάρι να κυκλοφορούσα κι εγώ ένα καλό
μπεστσέλερ όπως οι κύκνοι και οι πιγκουΐνοι. Τόσα χρόνια δουλειά χωρίς καθόλου κέρδη.
Να κονομούσα κι εγώ σαν εκδότης. Αχ βρε χήνες φιλενάδες μου στα μπάνια.
Να’ βγαζα κι εγώ λίγες χήνες.
Χήνες, χήνες.
Κάτι επιτέλους να κέρδιζα.
Χήνες, χήνες.

`

* Το τελευταίο κείμενο του Κώστα Ριτσώνη, δημοσιευμένο στην προσωπική του σελίδα στο facebook στις 6 Ιουλίου 2015

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Άγγελος Πετρουλάκης, Τρία ποιήματα


Ο πρωινός καφές έχει κάτι από τα χείλη σου
και μια γεύση θανάσιμου οργασμού.

Κρατώ από σένα εκείνο το χαμόγελο
που σημάδεψε ένα απόγευμα αμηχανίας.
Δεν έχουν οι τροχιές μας ανάγκη πειστηρίων
για μια συνάντηση που πέρασε στο ανεκπλήρωτο.

Όμως τις νύχτες,
σαν με καλούν για απολογισμούς
οι νεκροί φιλόσοφοι της βιβλιοθήκης μου,
αδυνατώ να τους εξηγήσω
πώς γίνεται να ζεις με το τίποτα
πώς γίνεται το ανύπαρκτο
να το μετατρέπεις σε προσδοκία
μόνο και μόνο αγγίζοντας ένα σταχτοδοχείο…

Θα μπορούσες να ήσουν τραγούδι
ή έστω λευκό χαρτί,
να μην προκαλούσε τη μήνιν των ανθρώπων
η ομορφιά και η ελευθερία σου.

Άκου,
η δική μας μικρή ιστορία
δεν γράφτηκε σε δρόμους ανώνυμους
με τυχαία στυλό και καφέδες ευκαιρίας.
Ό,τι αποτυπώθηκε είχε τη σφραγίδα του μοναδικού,
στα μέτρα των ονείρων μας δηλαδή.

Υπάρξαμε εκλεκτικοί ακόμα και στʼ αγγίγματα,
ζυγίζοντας ακριβοδίκαια τις επιθυμίες.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Helle nacht»

`

Für Lenia Safiropoulou

1

Es riecht nach Licht in winterlicher Öde
im Lande der kältesten Träume fliegst du
von allen Worten weg bis in das einsame
Unbedeuten der Stimme folgend
von Sternvokalen.

Was hat der Himmel zu schreien?
Was hat die Frühe zu zeigen?

Es riecht nach Schnee im Herzen der Dinge
zum entziffern bleibt die Träne des Kindes
und ein Blick ins Leere wenn der Tag
das menschliche Märchen erzählt.

Weg! Wie finde ich mein Weg?
Ist derjeniger der Sternvokalen?
Da kommt wieder die uralte Nacht.
Vorsicht!
Ungeheuere Hände warten
unter ‘m Bett.

Du stehst noch mitten im Walde der Gesten
empfindest du dich anders als gestern?
Was ist denn los mit den Wolken
mit der Furcht vor ‘m Vergehen?

Laß uns ruhig bleiben
bis zu den letzten Farben der Zeit
uns entscheiden
über die Vollkommenheit.

Διαβάστε περισσότερα