Μιχάλης Παπανικολάου, Ποιήματα
23Ιου
ΟΙ ΠΑΡΕΕΣ
Τι γίναν οι παρέες εκείνες
Πού πήγαν τα τρελά τραγούδια
που ξεχύνονταν στους δρόμους
αδελφωμένα και
γκρέμιζαν τα σιδερένια κάστρα
και σπάζανε τις αλυσίδες
μιας πατρίδας μασκαράς
φτιασιδωμένης με μπογιές
και μπιχλιμπίδια από το Γιουσουρούμ
Τι γίναν οι παρέες εκείνες
Τι γίναν οι ποιητές που ψέλνανε το ξόδι
όσων δεν αντέξανε
την υγρασία του πόνου
Κάτω στους δρόμους οι σύντροφοι
μεθάνε όλοι μαζί
για να ξορκίσουν την παλιά-τους φωνή
την αδέξια πορεία-τους
τα φλογισμένα τραγούδια
σαν νάρχονταν απ τους Δελφούς
χρησμοί
Δέκα μέτρα μπροστά-μου
σωριάσανε τον Πέτρουλα στο πεζοδρόμιο
Δε λογαριάζανε μέρες που πέρασαν
μα αυτές που θάρθουν
μακριά απ τις προδοσίες των λέξεων
και τα λόγια-τους
αγκάθια φονικά
σαν το αθάνατο Αθάνατο
Δακρύζουνε τα κάγκελα
ραγίζουνε τα μάτια-μας
κ οι ματωμένοι ν ακούγονται
σαν τα πονεμένα σέρβικα τραγούδια
Ήταν κι εκείνος ο ψηλός λεβέντης
που τραγούδαγε δυνατά *
για ν ακούσουν πίσω από τον τοίχο
πως άντεξε κι απόψε
ν ακούσουνε τα σκοτεινά τα μάτια
οι σιδερένιοι με τα ξύλινα κοντάρια
εκείνο το λόγο το φριχτό που στάζει αίμα
Η Ελλάδα στους δρόμους
Η Ελλάδα η οργισμένη
η εξεγερμένη
η αγριεμένη
Η Ελλάδα που πάλευε
νικιόταν
αλλά πάντα έμενε όρθια
Πού είναι αυτή η Ελλάδα
Πώς ξεχαστήκαν όλ αυτά
Πού πήγαν εκείνες οι παρέες
αυτός ο Λαός ο ταξιδευτής
ο Λαός της ξενιτειάς
του νόστου και του κατατρεγμού














