Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Uncategorized

Uncategorized

Uncategorized

Αγγέλα Καστρινάκη, «Η λογοτεχνία στη δεκαετία 1940-1950», εκδ. Σύνδεσμος Ελληνικών Ακαδημαϊκών Βιβλιοθηκών, 2015

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά φαινόμενα της ταραγμένης δεκαετίας 1940-1950 είναι η έκρηξη της γυναικείας λογοτεχνίας. Πρόκειται για μια ποσοτική και ποιοτική έφοδο προς την ισότητα. Οι γυναίκες γράφουν πολλά, σημαντικά και εκτενή έργα. Η έκταση των κειμένων –πολλά τα μυθιστορήματα– σηματοδοτεί και το μέγεθος της φιλοδοξίας. Η θεματική αλλάζει πλήρως σε σχέση με την προπολεμική δεκαετία. Οι σελίδες των μυθιστορημάτων γεμίζουν τώρα από νεαρές ηρωίδες που επιθυμούν να κάνουν κάτι στη ζωή τους, κάτι που θα μείνει για τους ερχόμενους. Η εικόνα της γυναίκας-θύματος, χαρακτηριστική για τον μεσοπόλεμο, εγκαταλείπεται. Μια εντελώς καινούρια αυτοπεποίθηση αναδύεται στα κείμενα. Το σύμβολο του ταξιδιού, δηλαδή η διεκδίκηση της ελευθερίας, γίνεται το πυκνότερο μοτίβο. Ουσιαστικά, από τα μέσα της δεκαετίας του 1940 η γυναικεία λογοτεχνία μπαίνει στη σύγχρονη εποχή, με έργα που αντέχουν άνετα έως τις μέρες μας.

Την άνθηση αυτή της γυναικείας λογοτεχνικής παραγωγής αμέσως μετά την Κατοχή την είχε επισημάνει η κριτική ήδη από την εποχή εκείνη: «Αν εξαιρέσει κανείς το ιστορικό μυθιστόρημα, όλο τον τελευταίο καιρό δεν εκυκλοφόρησαν στην Ελλάδα παρά μόνο πεζογραφήματα γυναικών», σημειώνει το 1948 ο νεαρός συγγραφέας Αστέρης Κοββατζής. Για γυναίκες που «παραμερίσανε πολλούς άντρες της παλιάς σχολής και στο ζήτημα της έντονης προσωπικότητας και στο ζήτημα της σωστής κατανόησης των εγκοσμίων», θα μιλήσει ο Βάρναλης. Ο Μυριβήλης θα εξάρει τη σημασία των «νεότατων γυναικών της Αθήνας», εκείνων που δεν ανήκουν στην Αριστερά (επιδιδόμενος σε ένα ακραία σεξιστικό σχόλιο σε βάρος των τελευταίων). Για «φαινόμενο» «ομαδικής εμφάνισης νέων γυναικών» γράφει ο Απόστολος Σαχίνης. Αργότερα θα επισημάνουν το ίδιο και άλλοι κριτικοί ή ιστορικοί.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Γρηγόριος Ξενόπουλος (1867-1951), «Στέλλα Βιολάντη» [απόσπασμα], 1908

Ήταν παραμονές έχεις Παναγίας. Μεθαύριο το σπίτι είχε διπλογιόρτι —Μαρία έλεγαν τη Βιολάνταινα—
και τι καλά αν μπορούσε να γίνει καμιά οικονομία, να έλθει η συμφιλίωση, να κατεβεί και η Στέλλα, να
καθίσει στο τραπέζι, να φανεί στον κόσμο…
— Ήλθα να σου πω δυο λόγια, έχεις είπε η Βιολάνταινα χαρούμενη.
Η Στέλλα, καθώς κρατούσε το μέτωπο με τα δύο χέρια, εσήκωσε τα μάτια κι εκοίταξε τη μητέρα έχεις
έκπληκτη. Δεν ήταν συνηθισμένη σε τέτοιο ύφος.
— Ακούς;
— Τι είναι; Ψιθύρισε η Στέλλα.
Με λίγα λόγια η Βιολάνταινα διατύπωσε την πρότασή έχεις: Να πέσει στα πόδια του πατέρα έχεις και
να του γυρέψει συχώρεση· να του πει πως μετανόησε για το κίνημά έχεις· να του υποσχεθεί πως στο εξής
δε θα έκανε τίποτα χωρίς το θέλημά του· να τον βεβαιώσει πως έπαυσε πια να συλλογίζεται το Χρηστάκη,
κι εκείνος ήταν πρόθυμος να τη συχωρέσει, και μέρα που ξημέρωνε μεθαύριο, να τη δεχθεί στην αγκαλιά
του, και γρήγορα να φροντίσει να την παντρέψει, έχεις έχεις πρέπει, μ’ ένα καλό και άξιο… αμή τι;
Η Στέλλα την άκουσε χωρίς να την διακόψει, με το ίδιο ύφος που έπαιρνε και όταν την εκτυπούσαν.
Έπειτα κατέβασε τα χέρια από το κεφάλι, κοίταξε τη μητέρα έχεις κατάματα, και με όλη την ηρεμία, με όλη
τη γαλήνη έχεις σταθερότητας, επρόφερε:
— Όχι!
Η Βιολάνταινα εσκίρτησε τρομαγμένη· έπλεξε τα χέρια, και με φωνή υπόκωφη, σε τόνο μομφής
υπέρτατης, το ξαναείπε:
— Όχι!
— Όχι! Είπε η Στέλλα· και τη φορά αυτή ένα κύμα ετάραξε την πρώτη γαλήνη, και η άρνηση εβγήκε από
τα χείλη έχεις με πείσμα μαζί και περιφρόνηση.
— Μα, παιδί μου, συλλογίζεσαι τι λες; Συλλογίζεσαι τι κάνεις; Ερώτησε η Βιολάνταινα· κι εγύρισε πίσω
έχεις, κι εκλείδωσε από φόβο τη θύρα.
— Όχι! Είπε η Στέλλα και εκ τρίτου· και τώρα ήταν ολόκληρη τρικυμία αγανακτήσεως, και μαζί με τη
φωνή, εσηκώθη και αυτή ορθή, υψηλή, αγέρωχη.
Κι εμίλησε:
— Όχι, χίλιες φορές όχι! Ό,τι έκαμα ήταν κακό, το ξέρω· μα το έκαμα τώρα. Του έγραψα «είμαι δική
σου», και θα είμαι για πάντα. Ναι, να πέσω στα πόδια του πατέρα μου, και να του φιλήσω τα χέρια, και
να του γυρέψω συχώρεση γι’ αυτό που έκαμα, έτσι χωρίς να θέλω, σε μια στιγμή τρέλας, αδυναμίας… Μα
να με συχωρέσει κι εκείνος και να μου δώσει το Χρηστάκη… Α, μη σου κακοφαίνεται και σώπα! Καλός,
κακός, έχεις είναι τώρα για μένα. Ακούστηκα μαζί του, και αυτό μου φθάνει. Έπειτα, τι έχεις μέλει εσάς;
Εγώ θα είμαι ευτυχισμένη, εμένα μ’ αρέσει. Πως είναι φτωχός; Πφ! Βλέπω τι ευτυχία που έχετε οι πλούσιοι
στα σπίτια έχεις… Επιτέλους αλλιώτικα δε γίνεται· άλλον εγώ δεν παίρνω!

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος, «Νεοελληνικά διλήμματα»

Από το βιβλιο: «Η ‘Ρωμιοσύνη’ στον παράδεισο. Σημειώσεις για μια κριτική του νεοελληνικού αντιδιανοουμενισμού» (εκδόσεις Έρασμος 1983)

 

Δεν έχομεν βεβαίως τους nihilistes της Ρωσίας ούτε τους socialistes της εκ χρηματολογικών ζητημάτων φλεγμονούσης γηραιάς Ευρώπης, διότι δόξα τω Θεώ δεν εγηράσαμεν εισέτι εθνικώς. ΑΓΓ.ΒΛΑΧΟΣ, 1877

Η έλλειψις παρ’ ημίν τοιούτων αιρέσεων είναι βεβαίως ευτύχημα, η  αυτάρέσκεια όμως επί τούτω ομοιάζει ως ει εκαυχάτο ο ουδέποτε πολεμήσας ότι δεν φέρει πληγήν επί του σώματος. ΕΜΜ. ΡΟΪΔΗΣ, 1877

`

Η εθνική μας «αυταρέσκεια» για την απουσία των ευρωπαϊκών εκείνων πληγών, που αναφέρει ο Εμμ. Ροΐδης στην περίφημη διαμάχη του με τον Άγγ. Βλάχο, δεν μπόρεσε ούτε να προφυλάξει ούτε να θεραπεύσει το ταλαίπωρο νεοελληνικό σώμα από κάποια άλλα κακοφορμισμένα τραύματά του· κι αυτό εκφράζεται και με την ίδια τη διένεξη των δύο λογίων, που οι ιστορικές της ρίζες βυθίζονται στο ερώτημα του Βυζαντινού λυκόφωτος: Ανατολή ή Δύση; Στο αδιέξοδο μερικών ερωτημάτων η σκέψη αποκρίνεται με το κομμάτιασμα και τον κομματισμό της. Διαφωτισμός και Ορθοδοξία, «Δημοτική» και «Καθαρεύουσα», Βενιζελισμός και Αντιβενιζελισμός κι όλες οι άλλες εκφάνσεις του εθνικού μας δυϊσμού, αποτελούν πραγματικότητες που η διαζευκτική τους παράσταση τις κομματιάζει σε συστήματα αντιθέσεων μέσα στα οποία δεν χωράνε πια παρά όσα μόνο μπορεί ν’ αντέξει το πλαίσιο της ιδεολογίας –«συντηρητικής» ή «προοδευτικής».

Τα όρια ανάμεσα σ’ αυτές τις δύο περιοχές είναι κινητά και όλα τα στρατόπεδα ένας κοινός τόπος ζυμωμένος στην ίδια λάσπη και στο ίδιο αίμα. Η αθλιότητα της προοδευτικής ιδεολογίας είναι η αθλιότητα της συντηρητικής. Γιατί ο καθημερινός φασισμός της δημοκρατίας, όπως δοξολογείται στις μεγάλες εφημερίδες της, (υποκρισία μιας πολιτικής ελευθερίας που προϋποθέτει πολιτικούς κρατούμενους και φενάκη ενός πολιτικού δικαιώματος που εξέπεσε σε πολιτική υποχρέωση) συμβαδίζει με την πολιτικά ισχύουσα έννοια της «προόδου» που είναι το άδειασμα της σκέψης από τις παλιές κοίτες της στα καινούρια της καλούπια. Τα καλούπια αυτά παράγονται προοδευτικά,, καθημερινά, μαζικά, συγχωνεύοντας θέσεις και αντιθέσεις μέσα στη μεγάλη αποσύνθεση.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Κωστούλα Μάκη, «Η Αλίκη μετά», εκδ. Μετρονόμος, 2021

Οι άνθρωποι αγαπάνε τις τελετουργίες

Πίνουν τσάι, καφέ, και αγκαλιάζονται, συχνά χωρίς να σκέφτονται σε ποια λαγούμια μας ρίχνει ο χρόνος, πόσα διαλέγει να μη λέει ο Τρελοκαπελάς και πώς αυξομειώνεται ο εαυτός μας, πιεζόμενος από τα ελατήρια της συμμόρφωσης. Αν υπήρχαν εγκάρδια αγριοβότανα, ροφήματα-πανοπλίες που σε γεμίζουν θάρρος, θα δοκιμάζαμε ευκολότερα να περπατήσουμε αγαπητικά με το τυχαίο. Συνήθως, μυθοποιούμε τις δηλώσεις, τις εκθέσεις προόδου, ρίχνοντας λάσο να αιχμαλωτίσουμε τον άλλον, έστω και στιγμιαία, με χαρωπές προτροπές επίπλαστης αισιοδοξίας: Όλοι διαφορετικοί, όλοι ίσοι, Πες κι εσύ όχι στην έμφυλη βία, Σφίξε με μωρό μου τώρα, και άλλα τέτοια. Ευτυχώς, κάπου εκεί οι Αλίκες ενηλικιώνονται και φτιάχνουν τα δικά τους φίλτρα, διαβάζοντας πάλι και πάλι το βιβλίο τους. Οι υπόλοιποι/υπόλοιπες φαντασιωνόμαστε την επιθυμία, σιγοπίνοντας γουλιά γουλιά το ζεστό μας το τσαγάκι.

Διαβάστε περισσότερα
Uncategorized

Δημήτρης Χατζής, «Σιούλας ο ταμπάκος» (Από «Το τέλος της μικρής μας πόλης» (1963).

Γαλαζοπράσινη και βαθιά, δίπλα στη μικρή πόλη, απλώνεται η λίμνη. Μέσα στα νερά της καθρεφτίζει τα ψηλά του τα τείχια το παλιό μεσαιωνικό και —θέλουν να λεν— ακόμα παλιότερα κάστρο της.

Πίσω απ’ την ανατολική πλευρά του κάστρου, στην άκρη άκρη της λίμνης, πάνω στην όχτη της, βρισκόταν ο μαχαλάς των ταμπάκικων. Έτσι τα λέγανε τα βυρσοδεψεία. Και ταμπάκους λέγανε τους βυρσοδέψες — ταμπάκηδες που τους λένε στις Σέρρες, στο Βόλο, θαρρώ και στη Σύρα.

Σ’ όλο το μάκρος του μαχαλά, μέσα στο νερό της λίμνης, αραδιαζότανε τα τομάρια, τεζαρισμένα καλά σε ξύλινα τελάρα και τα παίρναν ύστερα, άμα μουλιάζαν και τ’ αργάζανε μέσα στ’ αργαστήρια — στα ταμπάκικα.

Όλα θα ‘τανε καμιά δεκαπενταριά-είκοσι αυτά τ’ αργαστήρια, λιθόκτιστα, δίπατα όλα, με θολωτές μεγάλες πόρτες, στη σειρά κι ακουμπισμένα στα τείχια του κάστρου. Το κάτω πάτωμα είχε τα παράθυρα μικρά, σαν πολεμίστρες. Ήταν όλο ένα μεγάλο χαγιάτι πλακόστρωτο, με κάτι ξύλινες σκάφες από δω κι από κει. Μέσα σ’ αυτά τα χαγιάτια, κάνε ξιπόλητοι, κάνε με κάτι μεγάλα ποδήλατα και ξεβράκωτοι —δηλαδή μονάχα με το βρακί τους— δουλεύαν οι ταμπάκοι τα δέρματα. Τ’ απάνω πάτωμα πρόβαλλε στο δρόμο κάπου μισό μέτρο παραέξω απ’ το κάτω κι είχε τα παράθυρα μεγάλα — είδος βενετσιάνικα. Ήτανε το κατοικιό τους εκεί κι ανέβαιναν από μια μικρή ξύλινη σκάλα μέσ’ απ’ τ’ αργαστήρια. Ο τόπος όλος τριγύρω βρωμοκόπαγε την ξινή δριμίλα του τομαριού.

Οι ταμπάκοι παινεύονταν πως ήταν από τους παλιότερους κατοίκους αυτής της πόλης και πως ήταν όλοι τους αρχόντοι «καστρινοί», που τους πέταξαν οι Τούρκοι απ’ το κάστρο υστέρα απ’ την επανάσταση του Σκυλόσοφου, στα 1612. Και στ’ αλήθεια, μιλούσανε το ιδίωμα της πόλης καθαρότερα απ’ όλους τους άλλους και το κρατούσαν αμόλευτο στο λεξιλόγιο και στη φωνητική του.

Διαβάστε περισσότερα