Κατηγορία
Κείμενο: Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης / Μουσική: Αντώνης Μιτζέλος
Το διήγημα δημοσιεύτηκε στις 25 Δεκεμβρίου του 1893 στην εφημερίδα «Ακρόπολις» και ανήκει στη σειρά των Χριστουγεννιάτικων παιδικών διηγημάτων. Η πρώτη συναυλιακή παρουσίαση του έργου, δόθηκε 126 χρόνια μετά, το Σάββατο 21 Δεκεμβρίου 2019 στο α θέατρο του Γυμνασίου – Λυκείου Σκιάθου όπου ηχογραφήθηκε ζωντανά. Την έκδοση κοσμούν τα σκίτσα και η ζωγραφική της Δέσποινας Μιτζέλου.
*****************************************************************************
Δὲν ἦτον δρόμος πλέον περαστικὸς εἰς ὅλον τὸ χωρίον. Ἀδύνατον νὰ μὴν ἐπερνοῦσε κανεὶς ἀπ᾽ ἐκεῖ ὅστις θὰ ἀνέβαινεν εἰς τὴν ἐπάνω ἐνορίαν ἢ ὅστις θὰ κατέβαινεν εἰς τὴν κάτω. Λιθόστρωτον ἀνηφορικόν, ἀπὸ κάτω ἀπ’ τῆς Σταματρίζαινας τὸ σπίτι ἕως ἐπάνω εἰς τὸν ναὸν τῆς Παναγίας τῆς Σαλονικιᾶς. Χίλια βήματα, κάθε βῆμα καὶ ἆσθμα. Ἐφούσκωνεν, ἐκοντανάσαινε κανεὶς διὰ ν’ ἀναβῇ, ἐγλιστροῦσε διὰ νὰ καταβῇ.
Ἅμα ἐπάτει τις εἰς τὸ λιθόστρωτον, ἀφοῦ ἄφηνεν ὀπίσω του τὸ μαγαζὶ τοῦ Καψοσπύρου, τὸ σπίτι τοῦ Καφτάνη καὶ τὸ παλιόσπιτον τοῦ γερο-Παγούρη μὲ τὴν τοιχογυρισμένην αὐλήν, εὑρίσκετο ἀπέναντι εἰς τὸ σπίτι τοῦ Χατζῆ Παντελῆ, μὲ τὸν αὐλόγυρον σύρριζα εἰς τὸν βράχον. Κάτω ἔχασκε μέγας κρημνός, μονότονος, προκαλῶν σκοτοδίνην, σημειούμενος ἀπὸ ὀλίγους ἕρποντας θάμνους ἐδῶ κ᾽ ἐκεῖ, οἱ ὁποῖοι θὰ ἐφαίνοντο εἰς τὸ σκότος τῆς νυκτὸς ἐκείνης ὡς νὰ ἦσαν κακοποιοὶ ψηλαφῶντες καὶ ἀναρριχώμενοι ἢ καὶ σκαλικάντζαροι ἐλλοχεύοντες καὶ καραδοκοῦντες ὣς νὰ ἔλθῃ ἡ ὥρα νὰ εἰσβάλουν εἰς τὰς οἰκίας διὰ τῶν καπνοδόχων. Τὸ κῦμα ὑποκώφως ἐφλοίσβιζεν εἰς τὰ κράσπεδα τοῦ κρημνοῦ, καὶ ἀκούραστος βορρᾶς φυσῶν ἀπὸ προχθές, μαλακώσας τὴν ἑσπέραν ταύτην, ἐξήπλωνε τὲς ἀποθαλασσιές του ἕως τὸν μεσημβρινὸν τοῦτον μικρὸν λιμένα, ὁ παγκρατὴς χιονόμαλλος βασιλεὺς τοῦ χειμῶνος.
Ἀπὸ τὸ ἄλλο μέρος τοῦ δρόμου, ἀριστερὰ εἰς τὸν ἀνερχόμενον, δίπλα εἰς τὸ σπίτι τοῦ γερο-Παγούρη, καὶ ἀντικρίζουσα μὲ τὸ τοῦ Χατζῆ Παντελῆ, ὑψοῦτο ἀτελείωτος οἰκοδομή, μὲ τέσσαρας τοίχους ὀρθοὺς μέχρι τοῦ πατώματος, μὲ τὰς ξυλώσεις χασκούσας ἕως τῆς ὀροφῆς, μὲ τὴν στέγην καταρρέουσαν, μὲ φαιοὺς καὶ φθειρομένους τοὺς τοίχους, τὴν ὁποίαν ἡ ἐγκατάλειψις, ὁ ἄνεμος καὶ ἡ βροχὴ εἶχον καταστήσει ἐρείπιον καὶ χάλασμα. Τὰ παιδία, ὅσα κατήρχοντο τὴν μεσημβρίαν ἀπὸ τὸ ἓν σχολεῖον καὶ ὅσα ἀνήρχοντο τὴν ἑσπέραν ἀπὸ τὸ ἄλλο, διὰ νὰ ἀφήσωσι τὰ βιβλία εἰς τὴν οἰκίαν, κλέψωσι τεμάχιον ἄρτου ἀπὸ τὸ ἑρμάριον καὶ τρέξωσιν ἀκράτητα διὰ νὰ παίξωσιν εἰς τὸν αἰγιαλόν, τῆς ἔρριπτον ἀφθόνους πέτρας, διὰ νὰ τὴν ἐκδικηθῶσι τὴν ἡμέραν δι’ ὅσον τρόμον τοὺς ἐπροξένει τὴν νύκτα, ὅταν ἐτύχαινε νὰ περάσωσιν. Οἱ παπάδες, ὅταν ἐπέστρεφαν τὴν παραμονὴν τῶν Φώτων ἐν σώματι ἀπὸ τὴν οἰκίαν τοῦ δημάρχου, μὲ τοὺς σταυροὺς καὶ τὰς φωτιστήρας των, ἁγιάζοντες οἰκίας, δρόμους καὶ μαγαζιά, καὶ διώκοντες τοὺς σκαλικαντζάρους, ἐλησμόνουν νὰ ρίψωσι μικρὰν σταγόνα ἁγιασμοῦ καὶ εἰς τὴν ἄτυχην ἐγκαταλελειμμένην οἰκίαν, τὴν ὁποίαν δὲν εἶχε χαρῆ ὁ οἰκοκύρης ὅστις τὴν ἔκτισε, καὶ ἥτις δὲν εἶχεν ἀξιωθῆ ν’ ἀπολαύσῃ τὴν οἰκοκυράν της. Τοιαύτη οἰκία ἑπόμενον ἦτο νὰ γίνῃ κατοικητήριον τῶν φαντασμάτων, ἄσυλον ἴσως τῶν βρυκολάκων, καὶ ἴσως ὁρμητήριον καὶ τόπος συγκεντρώσεως τῶν τυράννων τῆς ὥρας ταύτης, τῶν σκαλικαντζάρων.
Δὲν εἶχεν ἀξιωθῆ ν᾽ ἀπολαύσῃ τὴν οἰκοκυράν της. Ὁ καπετὰν Γιαννάκος ὁ Συρμαής, ἀνὴρ αἰσθηματικὸς καὶ γενναῖος, «μερακλὴς» ὅσον κανεὶς ἄλλος ἐκ τῶν συγχρόνων του, εἶχεν ἐρωτευθῆ ποτε εἰς τὸ Σταυροδρόμι τὴν κοκόνα Ἀννίκαν, ὡραίαν, ὑψηλήν, μὲ χρυσόξανθα μαλλιά, λευκὴν καὶ μὲ χαρακτῆρας λεπτοτάτους, μὲ βλέμμα τὸ ὁποῖον κάτι ἔλεγε στὴν καρδιά. Ὁ πλοίαρχος ἠρραβωνίσθη ἐν τῇ Βασιλευούσῃ, καὶ κατῆλθε μὲ τὸ καράβι εἰς τὴν πατρίδα, ὅπου παρήγγειλε νὰ τοῦ κτίσουν, μὲ σχέδιον κομψὸν καὶ ἀσύνηθες ἕως τότε εἰς τὴν πολίχνην, τὴν μικρὰν ὡραίαν οἰκίαν, σκοπεύων μὲ τὸ πρῶτον ταξίδιον νὰ φέρῃ ἔπιπλα ἀπὸ τὴν Βενετίαν, διὰ νὰ εὐτρεπίσῃ, νὰ στολίσῃ τὴν νεόκτιστον οἰκίαν καὶ τὴν κάμῃ ἀξίαν τῆς ἁβρᾶς κοκόνας, τὴν ὁποίαν ἐμελέτα νὰ φέρῃ ἀπὸ τὴν Πόλιν. Ἀλλ᾽ ἡ οἰκία δὲν ἔμελλε νὰ τελειώσῃ καὶ ἡ κοκόνα δὲν ἔμελλε νὰ κατέλθῃ. Ἡ κοκόνα, ὀκτὼ μῆνας μετὰ τὴν μνηστείαν, ἀπέθνησκε φθισικὴ εἰς τὸ Σταυροδρόμι, καὶ ἡ οἰκία ἔμεινεν ἀτελείωτη, ἔρημη καὶ ἄχαρη, ἀνὰ τὸν λιθόστρωτον ἀνηφορικὸν δρόμον, σιμὰ εἰς τὸν κρημνώδη βράχον. Ὡς ἀόρατος δὲ ἐπιγραφὴ ἐπὶ τοῦ μετώπου τῆς καταρρεούσης οἰκίας, ὡς ἀόριστος τραγικὴ εἰρωνεία ἐπὶ τῆς τύχης της, ἔμενε τὸ ὄνομα «τῆς Κοκόνας τὸ Σπίτι».
Μνημούρια τοῦ Φερίκ-κιοΐ κι ὁλόρθα κυπαρίσσα,
ἔχασα τὴν ἀγάπη μου καὶ λαχταρῶ περίσσα.
Γαμμαγραφία
Το μπάντζο σφίγγανε στα χέρια οι μιγάδες
δέκα ρεπόρτερ καταγράφαν τα συμβάντα
πριν στο χορό τους μας τραβήξουν οι μαινάδες
οι ανεμώνες μας βρεθήκαν μείον σαράντα.
Πού πας χλομός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος κίτρινες τουλίπες
και στην πλατεία Χόρχε ντ’ Αλβαράδο
περιπολούν δεινόσαυροι και γύπες.
Ο σεισμολόγοι στο Παλάσιο Νασιονάλ
τα βάζανε με τους κρατήρες της Σάντα Άννα
φοράς σομπρέρο κι έχεις πρόσωπο οβάλ
κι ούτε που πρόλαβες να παίξεις στην αλάνα.
Πού πας γυμνός καλέ μου Μιγκέλ
γέμισε ο τόπος με κηλίδες απουσίας
τις τεφροδόχους κλείσαν σε κρυφή σπηλιά
και μας πουλάν ενέσεις ευθυμίας.
[…] «Πώς και γιατί γράφεται ένα θεατρικό έργο». Μου ζητήθηκε να δώσω έναν τίτλο στην ομιλία μου εδώ και βρήκα αυτόν. Κανονικά θα έπρεπε να πω: «πώς και γιατί γίνεται κανείς θεατρικός συγγραφέας και πώς και γιατί γράφεται ένα θεατρικό έργο». Η απάντηση λοιπόν σε αυτά είναι το θέμα που διάλεξα να καταπιαστώ και να σας μιλήσω, με πολύ κόπο πρέπει να ομολογήσω, γιατί στη θεωρία δεν είμαι καθόλου καλός.
Ο λόγος πάντως που διάλεξα αυτό το θέμα είναι πολύ απλός, είναι ατόφια η ερώτηση που γίνεται συχνά σ’ ένα συγγραφέα. Και μάλιστα συνοδεύεται από την αντιδιαστολή «αν επιτρέπεται». Ένδειξη ότι αυτός που ρωτά: «μα πώς σας ήρθε ξαφνικά να γίνεται συγγραφέας;» ή «μα πώς εμπνευστήκατε αυτό το έργο;» ανησυχεί μήπως ζητά μυστικά που δεν εξωτερικεύονται, ότι ζητά κάτι που είναι πάρα πολύ. Στην περίπτωσή μου το μόνο «πάρα πολύ» είναι η δυσκολία μου να απαντήσω. Επιδεινώνουν δε τη δυσκολία οι προσδοκίες που δηλώνονται μ’ αυτές τις ερωτήσεις: αυτό ας πούμε το «πώς σας ήρθε ξαφνικά;». ζητά ένα συνταρακτικό συμβάν, μια δραματική σκηνή επιφοίτησης. Κάτι παρόμοιο απαιτεί και το: «μα πώς εμπνευσθήκατε;».
Η δυσκολία τελικά έγκειται στο ότι πρέπει να βρεις μια λογική απάντηση σε παράλογες ερωτήσεις από λογικούς ανθρώπους, ενώ μια σωστή απάντηση μόνο στον παράλογο συγγραφικό σου κόσμο μπορεί να βρεθεί.
Από την έως τώρα εμπειρία μου πάντως, έχω το προηγούμενο ότι τις περισσότερες φορές οι απαντήσεις απογοητεύουν. Φαίνεται πως η εξήγηση ότι αυτά γίνονται με έναν δικό τους ρυθμό, με διεργασίες ανύποπτες, συνθέσεις τυχαίες και δεν τα γεννά όλα από την αρχή έως το τέλος η παντοδύναμη πρόθεση και φαντασία του συγγραφέα, απομυθοποιεί γραφικές φαντασιώσεις. Δε χαίρομαι που κατεδαφίζω προσδοκίες, αλλά νομίζω πως είναι πιο ουσιαστικός και πιο γραφικός ο αληθινός μύθος, οι πραγματικές αιτίες, συγκυρίες και ανεξέλεγκτες καταφυγές που σε ωθούνε να γράψεις.
Τα Ρούχα Του Βασιλιά
-Ένα τραγούδι θα σας πω για έναν βασιλιά χαζό
που όλη τη μέρα χάζευε
δεν είχε τι να κάνει
κάθε δυο ώρες άλλαζε καινούρια φορεσιά
και κορδωμένος γύριζε σα γύφτικο σκερπάνι
-Κι ένα πρωί φανήκανε δύο απατεώνες
και στο παλάτι πήγανε και κάναν τους ραφτάδες
και λέγανε πως ήτανε μεγάλοι και τρανοί
και πως εκείνοι ράβανε μόνο για βασιλιάδες
Κι ο βασιλιάς τους πίστεψε και παραγγέλνει φορεσιά
μια χρυσαφένια φορεσιά με πέρλες και κοχύλια
να τη φορέσει στη γιορτή του γείτονα του βασιλιά
-Μωρέ, θα στον κάνω εγώ αυτόν, να σκάσει από τη ζήλια!
Σ ‘ένα σαλόνι κλείστηκαν και κάναν πως δουλεύανε
μα τίποτα δεν κάνανε, χαζεύαν όλη μέρα
και τρώγανε και πίνανε και όλους τους δουλεύαν
και κόψε ράψε ξήλωνε ράβανε τον αέρα
-«Τα μοντελάκια που ράβουμε εμείς,
πρέπει να είσαι έξυπνος πολύ για να τα δεις…
τα ρούχα τα δικά μας δεν τα βλέπουν αυτοί
που δεν αξίζουνε το αξίωμα που έχουν»
Την άλλη μέρα έγινε παρέλαση μεγάλη
Μπροστά πηγαίνει ο βασιλιάς και πίσω του οι άλλοι
τριγύρω του οι αυλικοί με τα ψηλά καπέλα
Κι εκείνος με τα σώβρακα κι αθλητική φανέλα
Και όλοι λέγαν ψέματα και κάναν πως θαυμάζουνε
-«αχ τι ωραία φορεσιά και πόσο τον ψηλώνει!»
Κι ένας μικρούλης φώναξε απ’ του μπαμπά τους ώμους:
«Γιατί γυρνάει ο βασιλιάς γυμνός μέσα στους δρόμους;»
Από μικρό κι από τρελό θα μάθεις την αλήθεια
και τέτοια δε συμβαίνουνε μόνο στα παραμύθια
Από μικρό κι από τρελό θα μάθεις την αλήθεια