
`
ΑΚΟΥΣΤΕ ΕΔΩ
`
Μια ιστορία θα σας πω, για ένα βασιλόπουλο, ευτυχισμένο πρίγκηπα τον λέγανε, γιατί..
ποτέ του δε λυπήθηκε, δεν έκλαψε ποτέ του ,ευτυχισμένος έζησε και ξένοιαστος πολύ.
Σαν πέθανε, του στήσανε στην πόλη ένα άγαλμα…
Ρουμπίνια ήταν τα μάτια του και η στολή χρυσή..
Και ένα βράδυ έφτασε ένα χελιδονάκι
Στον ώμο του εκάθισε για να ξεκουραστεί…
-Τι έχεις πρίγκηπά μου, ποια πίκρα μυστική σε βασανίζει? Αν είσαι ευτυχισμένος,
γιατί κοιτάς την πόλη κι όλο κλαις?
-Μικρό μου χελιδόνι, τα βάσανα κοιτάζω των ανθρώπων..
Ποτέ σαν ήμουν ζωντανός, δεν είχα για κανένα εγώ νοιαστεί.
Πάρε χελιδονάκι μου, τα μάτια μου τα δυο τα ρουμπινένια..
Και το διαμάντι απ’το σπαθί και τη χρυσή μου κόψε φορεσιά
Και μοίρασέ τα στους φτωχούς κι εκείνους που υποφέρουν
Και γίνε εσύ τα μάτια μου και γύρνα να μου λες, ό,τι θ’ακούς…
Κι εκείνο τον λυπήθηκε και έμεινε μαζί του
Και έγινε του πρίγκηπα τα μάτια και τ΄αυτιά.
Μέσα στην πόλη πέταγε και του’λεγε ό,τι έβλεπε
Και το χρυσάφι μοίραζε τις νύχτες στα κρυφά…
Ηρθανε τα Χριστούγεννα, το χελιδόνι έσβησε
Κι η σιδερένια ράγισε, του πρίγκηπα η καρδιά…
Πετάξανε κι οι δυο μαζί καβάλα σ’ένα σύννεφο
Στο Νείλο με τις καλαμιές και τα χρυσά νερά….
`
***********************************************************
`
Ο ΕΥΤΥΧΙΣΜΕΝΟΣ ΠΡΙΓΚΗΠΑΣ, του Oscar Wilde
`
Ψηλά στην πόλη, σε μια ψηλή στήλη, βρισκόταν το άγαλμα του Ευτυχισμένου Πρίγκιπα.
Ήταν στολισμένο με λεπτά φύλλα καθαρού χρυσού, για μάτια είχε δύο φωτεινά ζαφείρια, και ένα μεγάλο κόκκινο ρουμπίνι έλαμπε στη λαβή του ξίφους του. Ήταν αξιοθαύμαστος.
«Είναι όμορφος σαν ανεμοδείκτης», παρατήρησε ένας από τους δημοτικούς συμβούλους, που ήθελε να αποκτήσει τη φήμη για το γούστο του στην Τέχνη, «μόνο δεν είναι και τόσο χρήσιμος», πρόσθεσε, φοβούμενος μήπως οι άνθρωποι σκέφτονταν ότι δεν ήταν πρακτικό πνεύμα, πράγμα που στ’ αλήθεια δεν ίσχυε.
«Μοιάζει σαν άγγελος», αναφώνησαν κάποια παιδιά βγαίνοντας από την εκκλησία.
«Πώς το ξέρετε;» Ρώτησε η καθηγήτρια των μαθηματικών, «έχετε δει ποτέ έναν άγγελο;» «Αχ, έχουμε, στα όνειρά μας!» απάντησαν τα παιδιά.
Και η καθηγήτρια των μαθηματικών κατσούφιασε γιατί δεν ενέκρινε να ονειρεύονται τα παιδιά.
Ένα βράδυ πέταξε πάνω από την πόλη ένα Χελιδόνι. Οι φίλοι του είχαν φύγει για την Αίγυπτο έξι εβδομάδες πριν, αλλά αυτό είχε μείνει πίσω, γιατί ήταν ερωτευμένο με την πιο όμορφη καλαμιά. Την είχε γνωρίσει στις αρχές της άνοιξης, καθώς πετούσε πάνω από το ποτάμι μετά από ένα μεγάλο κίτρινο σκώρο, και ένιωσε να τον ελκύει τόσο η λεπτή της μέση, που είχε σταματήσει να της μιλήσει.
«Να σ ‘αγαπώ;” είπε το Χελιδόνι, που του άρεσε να μπαίνει αμέσως στο θέμα, και η καλαμιά έκανε ένα χαμηλό τόξο.
Διαβάστε περισσότερα