Σίλια Κατραλή, Ποιήματα
23Μαρ
Οι καρχαρίες πεθαίνουν από αγάπη
Ρώτησα πόσο σου μοιάζω.
Σ’ εκείνο το χρόνο με τις ανείπωτες αλήθειες και τα ανεξήτιλα φώτα ενός εγωισμού
κάποιοι παρέμειναν ατελώς τελοιοποιημένοι.
Έκλεισαν μονομιάς οι καλημέρες, οι καληνύχτες, τα σ΄ αγαπώ κι οι αλήθειες.
Ρώτησα πόσο μου μοιάζεις.
Ζούμε ακριβώς σ΄αυτόν τον κόσμο των κλειστών παραθύρων και των ανοιγμένων οχετών.
Ο ήλιος στέκεται λίγο μουντός πάνω απ΄τα κεφάλια μας σαν να κοντένει.
Και η μία ασημαντότητα αποκαθίσταται σταδιακά από κάποια άλλη.
Το φεγγάρι ξεκολλάει για λίγο τη μούρη του απ΄τη γη – μόνο για να της δείξει πως για λίγο αδιαφορεί- κι έτσι αναζοπυρώνει τον έρωτά τους.
Ρωτάς πόσο αντέχω.
Αντέχω τόσο ώστε τα κύμματα δεν αναπνέουν ελεύθερα χωρίς το άρωμα της ανάσας σου.
Κι εσύ κι εγώ που από παιδιά προσπαθούσαμε ν΄αλλάξουμε τον κόσμο.
Κοίτα.
Πόσο ίδιος παρέμενε αυτός ο κόσμος τις στιγμές που δεν βλέπαμε.
Ρωτάω πόσο αντέχουν.
Δεν αντέχουν πολύ. Εγώ κι εσύ κι όλοι οι άλλοι και στη μέση η θάλασσα.
Να μας θυμίζει πως είμαστε νησιά που ποτέ δεν κινήθηκαν
ή καρχαρίες που τραφήκαμε απο σάρκες αθώων ναυαγών.
Αν οι άνθρωποι ήταν καρχαρίες θα πέθαιναν σίγουρα από αγάπη.
Αν η αγάπη σου ήταν καρχαρίας θα πέθαινε σίγουρα απ΄την ίδια θάλασσα που τη γέννησε.
Άσε μου μια απάντηση στο κομωδίνο.
Μη ρωτάς. Δεν έχει σημασία πια.
Δε ρωτάω. Δεν έχει συγκυρία πια.
Είμαστε καρχαρίες που αγαπήθηκαν χωρίς αναπνοή πάνω σ΄αυτή τη ξιπασμένη ξηρά.
Κοίτα. Πόσο τυφλά πιστέψαμε σε μία νέα βολική παραδοχή του απαράδεκτου.














