Οι καρχαρίες πεθαίνουν από αγάπη
Ρώτησα πόσο σου μοιάζω.
Σ’ εκείνο το χρόνο με τις ανείπωτες αλήθειες και τα ανεξήτιλα φώτα ενός εγωισμού
κάποιοι παρέμειναν ατελώς τελοιοποιημένοι.
Έκλεισαν μονομιάς οι καλημέρες, οι καληνύχτες, τα σ΄ αγαπώ κι οι αλήθειες.
Ρώτησα πόσο μου μοιάζεις.
Ζούμε ακριβώς σ΄αυτόν τον κόσμο των κλειστών παραθύρων και των ανοιγμένων οχετών.
Ο ήλιος στέκεται λίγο μουντός πάνω απ΄τα κεφάλια μας σαν να κοντένει.
Και η μία ασημαντότητα αποκαθίσταται σταδιακά από κάποια άλλη.
Το φεγγάρι ξεκολλάει για λίγο τη μούρη του απ΄τη γη – μόνο για να της δείξει πως για λίγο αδιαφορεί- κι έτσι αναζοπυρώνει τον έρωτά τους.
Ρωτάς πόσο αντέχω.
Αντέχω τόσο ώστε τα κύμματα δεν αναπνέουν ελεύθερα χωρίς το άρωμα της ανάσας σου.
Κι εσύ κι εγώ που από παιδιά προσπαθούσαμε ν΄αλλάξουμε τον κόσμο.
Κοίτα.
Πόσο ίδιος παρέμενε αυτός ο κόσμος τις στιγμές που δεν βλέπαμε.
Ρωτάω πόσο αντέχουν.
Δεν αντέχουν πολύ. Εγώ κι εσύ κι όλοι οι άλλοι και στη μέση η θάλασσα.
Να μας θυμίζει πως είμαστε νησιά που ποτέ δεν κινήθηκαν
ή καρχαρίες που τραφήκαμε απο σάρκες αθώων ναυαγών.
Αν οι άνθρωποι ήταν καρχαρίες θα πέθαιναν σίγουρα από αγάπη.
Αν η αγάπη σου ήταν καρχαρίας θα πέθαινε σίγουρα απ΄την ίδια θάλασσα που τη γέννησε.
Άσε μου μια απάντηση στο κομωδίνο.
Μη ρωτάς. Δεν έχει σημασία πια.
Δε ρωτάω. Δεν έχει συγκυρία πια.
Είμαστε καρχαρίες που αγαπήθηκαν χωρίς αναπνοή πάνω σ΄αυτή τη ξιπασμένη ξηρά.
Κοίτα. Πόσο τυφλά πιστέψαμε σε μία νέα βολική παραδοχή του απαράδεκτου.
Να μη σκίσεις το χαρτί
Το χαρτί έχει πάνω του μια μακάβρια υπεροχή.
Πάνω απ΄τα ξεθωριασμένα κορμιά.
Πάνω απ΄τις μοιραίες συναντήσεις.
Πριν απ΄το τέλος και μετά την προσβολή.
Εκεί βρίσκονται να κοιμούνται δραματικά οι λέξεις.
Οι λέξεις είναι ερωτευμένες με το χάος -εκείνο το αρχέγονο σπίτι μας.
Θυμάσαι;
Αγαπάω πιο πολύ το χαρτί από ΄σένα. Αυτή ήταν η αλήθεια.
Η απουσία είναι σαν ένα ναυαγισμένο καράβι σε λίμνη είπα.
Τα καράβια δεν ναυαγούν πια στις λίμνες είπες.
Και οι λίμνες δεν είναι γεμάτες είπα.
Το νερό είναι χλιαρό είπες.
Το νερό δεν υπάρχει είπα.
Mα εγώ μιλάω για εκείνη τη κάβλα πριν τη στιγμή του οργασμου που εγώ σε σταματούσα για να γράψω τις σκέψεις μου σ ενα κομμάτι χαρτι.
Μ’ αυτο που ερωτευτηκα.
Το χαρτί είναι η κάβλα.
Το χαρτί είναι ο οργασμός.
Κι οργασμός βρίσκεται μόνο κάτω απ΄την αφοπλιστική εμφάνιση κάποιας ιδέας.
Της μεγαλύτερης ή της χειρότερης που είχες ποτέ. -Δεν εχει σημασία.
Σημασία έχει να μη σκίσεις το χαρτί πριν την υλοποίηση της ιδεας.
Τυχαία κλουβιά
Δεν υπάρχει τίποτα αρκετά τυχαίο ώστε να μην έχει προβλέψει η μοίρα γι΄ αυτό.
Κι εκείνος ο χαρακωμένος θεός που συνηθίζουμε να ονομάζουμε πεπρωμένο δεν αποφάσισε να λυγίσει.
Συνεχίζει να στέκει ψηλά και να ζητιανεύει χειροκροτήματα – όπως ακριβώς οι τρελοί θεατρίνοι στην πρώτη τους παράσταση ή οι σιωπηλοί επιστήμονες σε μια γωνία του σύμπαντος ύστερα από μια μεγάλη εφεύρεση για κάτι φοβισμένο-
Η πλάση αυτή κρεμιέται απ΄όλα τα τυχαία λίγο πριν γίνουν αιχμηρά ξυράφια του ζωντανού παραμυθιού.
Κι ας μην ξεχνάμε πως τα παραμύθια ζωντανεύουν μονάχα τις στιγμές της ύστατης αποκάλυψης των παραγκωνισμένων αλχημιστών.
Μονάχα απ΄το δικό τους χαμόγελο ή έναν σιωπηλό υπαινιγμό ματαιοδοξίας.
Γιατί το χαμόγελο κι η ματαιοδοξία είναι ό,τι πιο πολύτιμο έχει να χαρίσει ένας άνθρωπος σ΄έναν άλλον.
Κι αν αυτό που με τόση ευκολία ονομάσαμε ” άνθρωπος” κουβαλάει μέσα του πληγές από κάτι νοθευμένο, δεν αρκεί παρά μια στιγμή να λησμονήσεις μια νοθεία που δεν ήταν απ΄την αρχή δική σου, μα κάποιοι ξένοι στη φορέσανε σαν στέμμα σε μια αναπτερώμενη προσπάθεια να σε κλείσουν σε κλουβί.
Κι αυτή η πόλη είναι γεμάτη από κλουβιά, δε βαρέθηκες;
Όλοι τα φορούν απάνω τους για εξιλέωση, προστασία ή χαρακιά.
Και τα κλουβιά έχουν την τάση να καλοπιάνουν εκείνους τους ανεξέλεγκτους – υγιείς και ξεχασμένους απ΄το χρόνο.
Τα κλουβιά φαντάζομαι κατασκευάστηκαν απ΄το χρόνο για να προλαβαίνει τους οπαδούς της νιότης πριν φωλιάσουν στις καρδιές μας.
Η ώρα είναι περασμένη, δε βαρέθηκες;
Η νύχτα είναι κρεμασμένη, δεν βαρέθηκες.
Κρεμασμένη νύχτα
Πιάνω εκείνη την παλιά οικογενειακή φωτογραφία. Τη διπλώνω στα τέσσερα.
Όλες οι φωτογραφίες εδώ πρέπει να είναι διπλωμένες στα τέσσερα.
Κοιτάω πίσω στο καθρέφτη.
Ο εαυτός μου έχει μια παράξενη φωνή είπες.
Ποιός απ΄όλους σε ρώτησα.
Μου άφησες μια απάντηση κρεμασμένη στην τελευταία λάμπα του διαδρόμου.
Αν ήμουν λάμπα θα ΄θελα να μάθω να πετάω.
Αν ήμουν νύχτα θα ΄θελα να μάθω να σωπαίνω.
Αυτή τη νύχτα πεθαίνω πολύ.
Πιο πολύ απ΄τις υπόλοιπες νύχτες των ξένων.
Κι αλήθεια, δεν ξέρω αν θα βγω αυθεντικά ίδια απ΄ αυτόν εδώ το θάνατο.
Ίσως αυτή είναι η τελευταία αναμέτρηση της ζωής μου.
Ίσως και η πρώτη αληθινή.
Οι ανεμοδείκτες του καλοκαιριού
Οι καρδιές στέκονται σαν ανεμοδείκτες του καλοκαιριού μπροστά σε όλους τους χειμώνες της ζωής μας.
Μιλήσαμε με ευχές, με ανείπωτα φωνήεντα, με όνειρα και λιγμούς.
Μα κανείς δε μας άκουσε.
Άλλωστε τα δικά μας φωνήεντα ήτανε πάντοτε ημίτομα και μουντά.
Κάποτε αθώα και βουβά ή εξαπατημένα.
Σίγουρα ακατανόητα με τρελαμένη ομορφιά και πληγωμένη στέγη.
Αν θυμάσαι εκείνο τον ουρανό που παραστράτησε,
τότε κατάλαβες καλά γιατί οι άνεμοι κρύβονται λίγο πριν το τέλος,
γιατί οι νεροποντές δεν ακροβατούν σε καλοκαίρια.
Κι έπειτα γιατί εγώ πολλές φορές ήμουν σίγουρος πως κάτι με ενώνει με το θείο.
Δεν μ’ ενδιαφέρει αν είναι άνθρωποι ή αστέρια αυτά, στο τέρμα του δρόμου.
Θα ΄θελα να ΄ναι κάτι που αντέχει να αγαπηθεί.
Όποιος άντεξε δεν υπήρξε ποτέ μικρός.
Μικρά είναι μόνο τα όνειρα των ηττημένων.
Γνωρίζω καλά πως κανείς δεν αιμοραγεί από εγωισμό.
Όλοι εδώ αιμοραγούν από απουσία συναισθημάτων.
Αυτή η γη ξεχνάει. Όμως δε γίνεται να ξεχαστεί.
Αυτή η γη παραμένει φυλακισμένη μέσα στα χέρια των δημιουργών της.
Με τις ευχές τους να ανατέλουν τα αντίο – ή συχνότερα να δύουν τις σιωπές.
Κανένα όνομα. Κανένα μίσος. Καμιά σιωπή.
Κι ακόμα θυμάμαι εκείνη τη φράση ενός ξένου περαστικού που στάθηκε για λίγο κοντά στο παγκάκι της παιδικής αλάνας κοντά στο σπίτι.
”Οι άνθρωποι με κοινά μυστικά αγαπιούνται λίγο περισσότερο” είπε και βάρεσε μια αόρατη πόρτα την ίδια στιγμή που αναπαρήγαγε τον ήχο της.
Δεν είμαστε μόνοι μας εδώ. Σίγουρα υπήρξαν κάποιοι άλλοι.
Κάποιοι που κι εσύ κι εγώ το ξέρεις – αγαπήθηκαν παραπάνω από θνητοί.
Η απειλή για το θαύμα
Κάθε πρωί που πεθαίνουμε να θυμάσαι πως ζήσαμε.
Η απειλή είναι το πιο σκοτεινό νήμα που ενώνει μια ζωή με μία άλλη.
Ένα φιλί μ΄έναν θάνατο. Μια αθανασία μ’ έναν προαιώνιο έρωτα.
Απειλούμαστε κι ερωτευόμαστε. Απειλούμαστε και πεθαίνουμε.
Κι όταν είμαστε πλέον νεκροί απειλούμαστε ακόμα πιο πολύ από μια ενδεχόμενη ανάσταση.
Μιλούσαμε για πειρασμούς χιλιάδες χρόνια πριν.
Κι ύστερα ήρθε η στιγμή που ενδώσαμε.
Αχόρταγα σαν άνεμος παραδοθήκαμεστο τέρμα μιας ξεχασμένης στέγης των ηρώων γεμάτη αίματα και αναστεναγμούς.
Οι ήρωες είναι εγκληματίες. Τα ρούχα τους κι οι καρδιές τους είναι βουτηγμένα στο αίμα.
Και οι γενναίες ζωές αφαιρούνται μιας και δεν έχουν τίποτα πια να προσθέσουν.
Αυτή είναι η μοίρα των αθάνατων και των κατατρεγμένων.
Το επόμενο δέρμα μας φαντάζει ρωμαλαίο.
Η ελπίδα βλέπεις, είναι μια ανοιχτή πληγή για όσους πιστεύουν στο θαύμα.
Και το θαύμα κρυώνει.
Η πίστη επιβιώνει μόνο τις στιγμές που πιστέψαμε ακαριαία στα πιο μεγάλα πάθη.
Και τα πάθη σαν απειλή τρυπάνε με πρόκες τις ψυχές μας.
Κι εμείς ακόμα εκεί να επιμένουμε για όνειρα και για θαύματα,
για μια ζωή εφαρμοσμένη συνάρτηση του χάους με την τάξη,
εκεί ακριβώς που ο ουρανός παραπατάει.
Κι είναι εκείνη η ξένη δύναμη της αλήθειας που και πάλι θα μας φέρει πίσω.
Σκέψου, πόσο θαύμα αντέχεις σήμερα; Πριν κοιμηθείς.
Και πριν ξυπνήσεις πεθαμένος. Θυμήσου μας.
ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ
Η Σίλια Κατραλή γεννήθηκε στην Αθήνα στις 8 Σεπτεμβρίου του 1994. Είναι ηθοποιός και σκηνοθέτης (κυρίως θεάτρου και κινηματογράφου). Η Σίλια είναι φοιτήτρια στη φιλοσοφική σχολή Αθηνών στο τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας. Τον Φεβρουάριο του 2015 έκανε το πρώτο βήμα της στη συγγραφή με το θεατρικό έργο ”Μνήμες Περίστροφα” όπου παρουσιάστηκε σε γνωστό Αθηναικό θέατρο τον Απρίλιο του ίδιου έτους.











Το Να μη σκίσεις το χαρτί είναι ορισμός του τι είναι η ποίηση και η ποίηση -φυσικά- είναι ο ερωτισμός των λέξεων και η επανάσταση της ιδέας. Υπέροχο!
ΕΝΩ ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΝΕΑ ΕΧΕΙΣ ΏΡΙΜΗ ΨΥΧΗ… ΕΙΣΑΙ ΤΟΣΟ ΟΜΟΡΦΗ ΜΕΣΑ ΣΤΟ ΕΙΝΑΙ ΣΟΥ ΟΣΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΞΩΤΕΡΙΚΗ ΣΟΥ ΕΜΦΑΝΙΣΗ… ΕΙΣΑΙ Η ΠΡΟΣΩΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΥΑΙΣΘΗΤΗΣ ΨΥΧΗΣ ΠΟΥ ΑΦΟΥΓΚΡΑΖΕΤΑΙ ΤΗΝ ΖΩΗ ΚΑΙ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΙΣ ΣΤΙΧΟΜΥΘΙΕΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΝΕΤΕ !!!