ΛΥΧΝΙΕΣ
(Ι)
Αγιογραφείς κλειστοφοβίες
εξουσιάζεις ιδανικότητες, παρεμβάλλεσαι Εφέσους.
Στον καθρέφτη, στιγμή, ξεθυμαίνεσαι
τον ερωτισμό σου θηλάζεις στον υπόνομο.
Θηρῶντας Ἑλένην μυρίους ἀπώλεσας.
Πυθία της ενοχής, αλφαβητίζεις εσχατολόγια
επιτόπιες αποχαυνώνεσαι εκτρώσεις.
Κηδεμονεύεις αντισύλληψη
βαριανασαίνεις αιτιότητα
την κάμηλον απανθρακώνεσαι.
Στον δρόμο, μεταλαβαίνεις Ιωάννηδες
διαιωνίζεις απείρανθους, Αυλίδες αιματώνεις
και γιʼ αυτό εκπληρώνεσαι.
(ΙΙ)
Εκτροχιάστηκες απογοήτευση
αιφνιδιάστηκες εξαφάνιση
την Σμύρνη αυτοκτόνησες
Μαγδαληνή της ερήμωσης
Βηθλεέμ της αποδημίας.
Την Δαναΐδα της απουσίας σου ισοσκέλισες
την απόγνωση αιχμαλώτισες του ακαθόριστου.
Ενηλικιώθηκες απομάκρυνση
ιδεαλίστηκες αποχωρισμούς
περισσεύθηκες Αλεξάνδρεια.
Περσεφόνη της δικής σου επιστροφής
κανιβαλίσου, μόνη, αδιέξοδα.
(ΙΙΙ)
Ιδρώνεις αναστεναγμό,
χαϊδεύεις ικεσία, ευμενίζεσαι επαφή.
Την Πέργαμο της επιθυμίας ακονίζεις
τον πόθο σου λακεδαιμονείς απʼ τον αστράγαλο.
Αριάδνη της ηδονής, μίτους τσαλακώνεσαι
αισθησιασμούς λαχανιάζεις
Δίες ιππεύεις στις άκρες των δακτύλων σου.
ἵππον μέν ὁρᾷς, ἱππότητα όχι.
Ανεφοδιάζεις ολοκλήρωση στο σάλιο
στάζεις απογαλακτισμό στην εκσπερμάτωση
Δαλιδά της διακόρευσης
Λαπιθίδα της υποταγής, ξεφλουδίσου!
(IV)
Κυριεύεις αγνότητα
εξημερώνεις αφοσίωση, αιχμαλωτίζεις καρτερία.
Τη μητρότητα κατοπτρίζεσαι
Μεσοποταμία της τρυφερότητας
Βρησηίδα του κρίνου.
Θυάτειρες νηστεύεις στη γονιμότητα
τους θεούς ἐν δέρμασι καταπίνεσαι
νηνεμία αποβιβάζεις στον Παράδεισο.
Στο χάδι, Ευρύκλειες επιβεβαιώνεις
ευγνωμοσύνη υποθηκεύεις στο θηλασμό
Σπαρτιάτισσα της στοργής
διαιωνίσου ανθρωπότητες.
(V)
Εναποθέτεις τον ίσκιο σε ανάκληση
εξουδετερώνεις τα χρόνια σου στο Όρος των Ελαιών
την πρεσβυωπία της ηλικίας σου πλαστογραφείς
Πορθητή της ανάμνησης
Γεθσημανή της αξιοπρέπειας.
Την Νέμεση της οδοντοστοιχίας σου παρονομάζεις
σκουπίζεις τον Ευφράτη απʼ τις ρυτίδες σου
Σάρδεις στο σώμα σου καταρρέονται
Ηρώδη της μνήμης
Ευρυσθέα του φθινοπώρου
την Τροία απ΄ το ναυάγιο
περισυλλέξου.
(VI)
Εκταμιεύεις αποσύνθεση, πολυμερίζεις
απώλεια, καταναλώνεις σκοτάδι.
Την Πηνελόπη της Κοίμησης αφανίζεις
την Φιλαδέλφεια νυχτώνεις στον Αχέροντα.
ποῦ ἐστιν το της τριβής κοιμητήριο
τῶν οἰκετῶν ἡ πλημμύρα καὶ θόρυβος;
Αντιγόνη της ταφής
Θεοτόκε της θλίψης
της βεβαιότητας μοιρολόγιο
μὴ ἔχουσα εἶδος
αναπαύσου.
κατθανεῖν ὀφείλεσθαι.
(VII)
Παροξύνεις αιωνιότητα, βιοπορίζεσαι
διάρκεια, εξατμίζεις φθορά.
Στο φρύδι κρεμάς ειμαρμένη
την Λαοδικεία μισθοφορείσαι στο παρόν.
Ερινύα του ενεστώτα
την Ωγυγία σκορπάς σʼ απολιθώματα
ημερομηνίες στοιβάζεις με κατήχηση.
Βαρβιτουρίζεις διαχρονικότητα
μαρτυρολογείς εικοσιτετράωρα
απομνημονεύεσαι έκταση,
Θεοφάνεια του τοίχου
αποκεντρώσου, στιγμή, τους λεπτοδείκτες σου.
αποκεντρώσου, στιγμή, τους λεπτοδείκτες σου.











Ένα καλοκαιρινό μεσημέρι- ήταν άδεια η πόλη-συνάντησα σε ένα λεωφορείο έναν παράξενο τύπο. Κρατούσε στο ένα χέρι ένα μπουκάλι με έναν κίτρινο χυμό, που δε θύμιζε πορτοκαλάδα, και είχε στο άλλο ένα τρανζιστοράκι. Μόλις έπιανε σταθμό το άλλαζε κατευθείαν. Και όποτε έπιανε παράσιτα άκουγε με ιδιαίτερο ενδιαφέρον. Σκεφθείτε πως είχα πάθει ακριβώς το ίδιο, όταν πρωτοδιάβασα Καρούζο.
Χριθτέ μου! Ούτε μια λέκθη; Δε με παίζουν τα άλλα παιδάκια, επειδή είναι κατακθιωμένα;
Η ΜΠΑΝΤΑ
Μια μπάντα πήγαινε σε επαρχιακό παραλιακό δρόμο.
Έπαιζε εμβατήρια. Ένα παιδάκι δεκατέσσερω χρονώ
με φαρδύ καπέλο και παλιά ρούχα της μουσικής
που έπαιζε τρομπόνι, δεν είδε τη στροφή του δρόμου.
Έτσι η μπάντα έστριψε, και το παιδάκι βάδισε μόνο του ευθεία.
Με το τρομπόνι και το μεγάλο του καπέλο.
(Οι Πυροτεχνουργοί, 1979,)
Γιώργος Μαρκόπουλος
Ενα μεγαλο ευχαριστω στο Ποιειν για τη δημοσιευση
Π.Μ.
Αν και με μπερδεύει/παιδεύει το συγκεκριμένο ποίημα, μου δίνει την αίσθηση μάχης που καταλήγει τελικά σε ένα είδος πρωτότυπης γραφής.