Αρχαιοπτέρυξ

κοιτάζω τα πουλιά στην
απέναντι ταράτσα.
αναρωτιέμαι αν θα μπορούσε να υπάρξει ποτέ
ένα πουλί, τόσο θυμωμένο με τον Δαρβίνο,
που ενώ θα μάθαινε
να πετάει, η εξέλιξή του θα ήταν
να μη πετάει.
να είναι μια απόφαση•
εγώ δεν θα πετάξω να έλεγε — το απαρνιέμαι.
αλλά υποθέτω αν υπήρχε ένα
τέτοιο πουλί, δεν θα ήταν
θυμωμένο, μάλλον ο Δαρβίνος
θα θύμωνε, αλλά κι αυτός νεκρός είναι.
κανείς δεν θα θύμωνε και με το πουλί
που δεν θα πετούσε,
απλώς θα το θαύμαζαν για λίγο ως ερωτηματικό
και μετά θα το ξεχνούσαν.
ένα πουλί που ίσως δεν είναι ακριβώς πουλί,
αλλά πάντα “στο μεταξύ”.
το πρωτόγωνο κοράκι που λέει
“ποτέ ξανά”,
και κανείς δεν χτυπάει την πόρτα του.

Αδύναμος χρόνος

Εκείνες ήταν υπεύθυνες.
Η Ήρα κι η Αθηνά.
Δεν θα μπορούσε ο Πάρις να δεχθεί
τα δώρα τους.
Δεν πρέπει να γίνεις βασιλιάς,
γιατί ο βασιλιάς δεν είναι σοφός.
Δεν πρέπει να γίνεις σοφός,
γιατί ο σοφός είναι πιο μόνος κι
απ’ τον βασιλιά.
Κι έτσι το όνειρο της Εκάβης, έγινε
πραγματικότητα.
Όλα αυτά όμως είναι μηδαμινά και
μικρή σημασία έχουν.
Αν δεν συνέβαιναν αυτά, θα συνέβαιναν
άλλα και πάλι στο ίδιο αποτέλεσμα θα
κατέληγαν, γιατί όλα απλώς υπηρετούσαν
την Κασσάνδρα.
Αφού η Κασσάνδρα προφήτεψε, όλα είχαν
ήδη συντελεσθεί.
To πριν και το μετά, συναντιούταν σε
μια νέα χρονική διάσταση, έξω από τον
αδύναμο χρόνο που γνωρίζουμε.
Κι όσοι ποτέ δεν πίστεψαν τις
προφητείες της,
πίστεψαν το βιασμό της.
Μάρτυρες εκείνης που ήταν μάρτυρας
της μοίρας της.
Η Κασσάνδρα ήξερε την κοινή μας
μοίρα:
τα όνειρα πεθαίνουν, όπως της φιλόστοργης
Εκάβης,
είτε με το να γίνουν πραγματικότητα,
είτε με το να ξεχαστούν.
Το να αποδέχεσαι όμως τη μοίρα σου,
είναι ένα άλλο, μεγαλύτερο, διαφορετικό
όνειρο.