Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ödön von Horváth (1901-1938), Ποιήματα και πεζά (μετάφραση-σημειώσεις: Κώστας Μαντζάκος)

Λιτανεία των ευλαβών ανθρώπων της Ισπανικής Φωτιάς
(αποκηρυγμένο)

(Η επιδημία, που εξαπλώθηκε στην Ευρώπη απ’ τον Νέο Κόσμο στα τέλη του 1500, ονομάστηκε απ’ τον λαό ‘Ισπανική Φωτιά’, καθώς πρώτος ένας Ισπανός ναύτης τη μετέδωσε στον πληθυσμό.)

Κύριε, εδώ σε ικετεύει βοτάνι ευλογημένο
που ξέρει από καρκίνο και κρέας φαγωμένο,
ρέει απ’ το δέρμα πύον μπουμπουκιασμένο,
απ’ το έλκος και τους όγκους, σαν μελανιασμένο.
Σ’ επικαλούνται οι εξόριστοι, Κύριε∙ ακούς κι εμάς,
τους ανθρώπους της Ισπανικής Φωτιάς;

Οι μέρες μας ποτέ δεν ήταν και τόσο φωτεινές,
πίναμε πάντα στα μπορντέλα τις γιορτές
κι αρπάζαμ’ άγαρμπα τις γυναίκες τις φτηνές.
Σβήσαν όμως γρήγορα οι ήλιοι μας του χτες –
Και κανείς δε θα νοιαστεί, Κύριε, κι εμάς,
μας ακούς, τους ανθρώπους της Ισπανικής Φωτιάς;

Κύριε, όσο κι αν πασχίσαμε στις αρχές –
κοίτα, είμαστ’ απλά κάτι γρατζουνιές,
που ‘ναι γεμάτες καταδίκες ανθιστές.
Λύτρωσέ μας, σ’ εκλιπαρούμε απ’ τις πληγές.
Όλοι μετανοούμε ειλικρινά, Κύριε∙ ακούς και μας
τους ανθρώπους της Ισπανικής Φωτιάς;

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Σταύρος Σταμπόγλης, «Ατελές κολλάζ», εκδ. Κουκκίδα, 2020 (μετάφραση στα γερμανικά: Κατερίνα Λιάτζουρα / Katharina Liatzoura)

ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΔΙΑΛΟΓΟΥ

Το γνωρίζω αγαπητέ φίλε πως μοιάζω με σπιτικό

κατάκλειστο κάτω απ’ τον ήλιο του μεσημεριού.

Φήμες τοξικών εκπαιδεύσεων μ’ έχουν αλώσει.

Υποψίες δολιοφθοράς σχίζουν τα πρόσωπα

της νύχτας μου.

Κάτω απ’ τα πόδια νοιώθω αστραπιαίο ένα έδαφος

κι εγώ συνθλίβομαι στην ακινησία. Αν τολμούσα

ν’ ακονίσω το κέρατο, την ουρά να εξοπλίσω,

αλλά κατασβήνομαι στην αναπόφευκτη

εξέλιξη.

Με συγκρατεί και η πρόσοδος των επιχώσεων.

Ναι αυτό το σημείο της προόδου επιβάλλεται

προσώρας, όπου των οριζόντων το ουσιώδες

ανάμεσα ασφυκτιά.

*

EIN VERSUCH ZUM DIALOG

Ich weiß mein Lieber Freund, ich gleiche dem Zuhause

verschlossen unter der Mittagssonne.

Den Gerüchten giftiger Ausbildungen bin ich unterworfen.

Sabotagen Verdachte zerreißen die Figuren

meiner Nacht.

Unter meinen Füssen spüre ich einen rasanten Boden

jedoch zerdrücke ich mich innerhalb der Unbeweglichkeit. Wenn ich doch wagen würde

das Horn zu schleifen, den Schwanz auszurüsten,

hingegen verlösche ich mich inmitten der unvermeidlichen

Entwicklung.

Der Ertrag der Ausschüttungen hält mich zurück.

Ja, dieser Punkt des Fortschrittes setzt sich durch

vorläufig, worin das Wesentliche der Horizonte

erstickt.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Horacio Quiroga (Uruguay, 1879-1937), «Το πρώτο μας τσιγάρο» (μετφρ- επίμετρο: Στέργιος Ντέρτσας)

Δεν υπήρχε εποχή μεγαλύτερης χαράς από κείνη που μας πρόσφερε, σε μένα και τη Μαρία, η θεία με τον θάνατο της.
Η Ινές επέστρεφε από το Μπουένος Άιρες, όπου είχε περάσει τρεις μήνες. Εκείνη τη νύχτα, όταν πλαγιάσαμε, ακούσαμε την Ινές να λέει στη μαμά:
_Τι περίεργο!.. Έχω τα φρύδια πρησμένα.
Η μαμά βεβαίως περιεργάστηκε τα φρύδια της θείας, καθώς λίγο μετά αποκρίθηκε:
_ Όντως…. Δεν νοιώθεις τίποτα;
_ Όχι… Νύστα….
Την επόμενη μέρα, κατά τις δύο το μεσημέρι, αντιληφθήκαμε ξάφνου μια μεγάλη αναταραχή εντός της οικίας, πόρτες που ανοίγανε και δεν κλείνανε, κοφτούς διάλογους επιφωνημάτων, και όψεις αλαφιασμένες. Η Ινές είχε ευλογιά, κάποιας αιμορραγικής μετάλλαξης που ενδημούσε στο Μπουένος Άιρες.
Φυσικά, στην αδερφή μου και μένα, το δράμα προξένησε ενθουσιασμό. Τα παιδιά διακατέχονται πάντα από τη δυσαρέσκεια πως στο σπίτι δεν συμβαίνουν σπουδαία πράγματα. Ετούτη τη φορά η θεία μας- όλως τυχαίως η θεία μας!- άρρωστη από ευλογιά! Εγώ, ως ευτυχές παιδάκι, είχα να διηγούμαι με περηφάνια τη φιλία μου μ’ έναν αστυνομικό, και τη συνάντηση μου μ’ έναν κλόουν που έχοντας δώσει έναν πήδο στις εξέδρες είχε πάρει θέση στο πλάι μου. Όμως τώρα το μέγα γεγονός συνέβαινε μέσα στο ίδιο μας το σπίτι και εξιστορώντας το στο πρώτο παιδί που κοντοστάθηκε στην πόρτα να κοιτάξει, υπήρχε στα μάτια μου η έπαρση με την οποία ένα πλάσμα σημαδεμένο από βαρύτατο πένθος, παρελαύνει για πρώτη φορά μπροστά από τα έκπληκτα και
ζηλόφθονα γειτονάκια του.
Το ίδιο απόγευμα βγήκαμε από το σπίτι, και βολευτήκαμε στο μοναδικό μέρος που θα μπορούσαμε να βρούμε με τόση σπουδή, μια παλιά αγροικία στα πέριξ του σπιτιού. Μια αδερφή της μαμάς που είχε περάσει ευλογιά όταν ήταν μικρή, έμεινε στο πλευρό της Ινές.
Πιθανότατα τις πρώτες μέρες η μαμά βίωσε βάναυσες αγωνίες για τα παιδιά της που είχαν φιλήσει την άρρωστη. Όμως, αντίθετα εμείς, έχοντας μετατραπεί σε οργισμένοι Ροβινσώνες, δεν είχαμε χρόνο για να αναλογιζόμαστε τη θεία μας. Είχε περάσει καιρός που η αγροικία κοιμόταν σε με μια ερεβώδη και υγρή νηνεμία. Ασπριδερές πορτοκαλιές από ίασπι ˙ ροδακινιές ξεφλουδισμένες στα σταυρώματα˙ κυδωνιές που είχαν όψη από λυγαριές ˙ συκιές που σερνόντουσαν χάμω εξαιτίας της εγκατάλειψης, πράγμα που έδινε , στο πυκνό τους φύλλωμα που απορροφούσε τα βήματα, μια έντονη αίσθηση παραδείσου.
Εμείς δεν ήμασταν ακριβώς ο Αδάμ και η Εύα αλλά, πράγματι, ηρωικοί Ροβινσώνες αφημένοι στην μοίρα μας εξαιτίας της μεγάλης οικογενειακής δυστυχίας: τον θάνατο της θείας μας, που υπέκυψε τέσσερεις μέρες μετά αφότου άρχισε η εξερεύνηση μας.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Alfred Lichtenstein (1889-1914), Ποιήματα (Μετάφραση-Επίμετρο: Κώστας Μαντζάκος)

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Πριν σκοτωθώ, το ποίημά μ’ εγώ σκαρώνω.
Σιγά, συντρόφοι, μη μ’ ενοχλείτε και τελειώνω.

Φεύγουμε για το μέτωπο. Στο θάνατο όλοι κολλημένοι.
Αχ, ας μην μου ‘κλαιγε τόσο η αγαπημένη.

Εγώ θέλω να πάω. Και τι με νοιάζει.
Η μάνα κλαίει. Να ‘σουνα από πέτρα, να μη σε πειράζει.

Ο ήλιος δύει σιγά στον ουρανό.
Σύντομα θα με ρίξουν σ’ ήσυχο τάφο, ομαδικό.

Η Δύση τον ορίζοντα φλόγα τον έχει κάνει.
Σε δεκατρείς μέρες, ίσως να ‘χω πεθάνει.

*

ΡΟΜΑΝΤΙΚΗ ΔΙΑΔΡΟΜΗ

Χίλια αναβοσβήνουνε αστέρια στον καθαρό ουρανό.
Λάμπει το τοπίο. Αργά από λιβάδι μακρινό
οι διμοιρίες πλησιάζουνε βουβά.
Στέκεται ξεχασμένος, μόνο μιά φορά
νέος υπολοχαγός, παιδί ερωτευμένο.
Σέρνονται ξοπίσω οι αποσκευές, τρένο φορτωμένο.
Τα κάνει όλα πιο παράξενα το φεγγάρι τότε
κι οι οδηγοί φωνάζουν πότε-πότε:
Αλτ!

Ψηλά στο πιο ταλαντευόμενο καρότσι με φυσίγγια καθισμένος
σαν ένας μικρός φρύνος, ψιλοσκαλισμένος
από μαύρο ξύλο, τα χέρια σφιγμένα απαλά,
πίσω του το τουφέκι καμπουριάζει ελαφρά,
στο στόμα το στραβό ένα πούρο που καπνίζει,
τεμπέλης σαν καλόγηρος, σαν σκύλος που γρυλίζει
-σταγόνες βαλεριάνας έχει πιέσει στην καρδιά-
κάτω απ’ το κίτρινο φεγγάρι, γελοία σοβαρός, κοιτάει τρελά:
Ο Κούνο*.

* Λογοτεχνικό alter ego του ποιητή ο καμπούρης, αρρωστιάρης και δειλός Kuno Kohn εμφανίζεται στον ομώνυμο κύκλο ποιημάτων και κυρίως στα πεζά του ποιητή, όπου σατιρίζεται ο ίδιος αλλά και οι σύγχρονοι του εξπρεσιονιστές.

Διαβάστε περισσότερα
Μεταφραστικό Εργαστήρι

Wilfred Owen, «Γλυκό και πρέπον είναι» (μετφρ.- επίμετρο: Πάρις Γεωργίου)

 

 

Στα δυο λυγισμένοι, σα γέροι  ζητιάνοι κάτω απ’ το βαρύ τους ασκό τριποδίζουμε βήχοντας σα παλιόγριές

και βλαστημώντας ανοίγουμε δρόμο μέσα στη λάσπη

 

Μέχρι που στα φώτα της μάχης  τα νώτα στρέφουμε

και προς το μακρινό μας κονάκι

σερνάμενοι  πάμε

οι άνδρες βαδίζουν νυσταγμένοι. πολλοί χάσανε το άρβυλο τους

και κουτσαμένοι, αιματωμένοι, αχρηστεμένοι, όλοι τυφλοί,

μεθυσμένοι από εξάντληση στις οβίδες που πίσω τους σκάνε αέριο γεμάτες

μένουν κουφοί

Διαβάστε περισσότερα