Στον Ιωάννη Τσίρκα

there is an inner
anterior image
of divinity
beckoning me out
to pilgrimage.

O future, unimaginable God.
Allen Ginsberg

Κάποιος που ξέρω (και ας μη συνάντησα ποτέ) λέει ότι ο ποιητής «γυμνάζει το λόγο σε απογύμνωση». Σάμπως το μαύρο, δηλαδή, να εξαντλείται στις υπώρειες του λευκού ή σάμπως η νύχτα να συστρέφεται αντανακλώντας ξεκομμένους θυσάνους στα ασημικά που χτύπαγαν σχεδόν από μόνα τους πλάι στο ποτάμι. Τότε. Και ίσως, λέω τώρα, εκεί να λανθάνει ό,τι κατήργησε το χρόνο, χάσματα ναρκοθετημένα στις αιθρίες της μνήμης, που τα αποσόβησε ο καιρός, που τα γεφύρωσαν τα φώτα, εκμηδενίζοντας της όραση σε έναν κόκκο χώμα. Αυτόν που σου προσφέρεται για να τον διαφυλάξεις.
Και όταν σκέφτομαι την αντίπερα όχθη, όχι προσιτή, όχι φανερωμένη, είναι ως να επιχειρώ να μεταποιήσω τις όποιες μετέπειτα προσλαμβάνουσες εικόνες σε σιωπή, εκεί που λέγανε από παλιά ενδέχεται να μπαίνει η τελεία. Πριν ή μετά το τέλος εξαρτάται από το μήκος της πρότασης, ή από το μήκος της ζωής, θα προσθέσει ο Ποιητής, που, πέρα απʼ τις γραμμές, γραπώνει το στίχο, τον φέρνει αντίκρυ θανάτου, τον αναβαπτίζει και κηλιδώνει με τη δυσώδη του ακατανοησία ό,τι λευκό (λευκό, ας πούμε λευκό) χρήζει συμπληρώματος. Απαρασάλευτο και αμείλικτο (όμως το χιόνι πάντα μένει, λέει ένας άλλος που μάλλον ήξερα επίσης), σχεδόν αιμομικτικό. Ναι, αιμομικτικό. Φέρει το αίμα των διαλαθόντων δευτερολέπτων.
Ό,τι υπολείπεται, ταγμένη βορά στο γυρολόγο καιρό που, τυλώδης, πνιγηρά υποτυπώδης, συνεχίζει να κατέρχεται, όπως εκείνη η μουσική των παιδικών χρόνων, τότε που το τοπίο κύκλωναν αποσαθρωμένα φύλλα σαν απογοητευμένος χαρταετός και οι κορμοί των παρακείμενων δέντρων, μία στάχτη να σπιλώνει το γέρμα, να καυτηριάζει τα μάτια, να αναδιπλώνει εκείνο το εξωραϊστικό πέρασμα του Οκτώβρη (έστω κάποιας εποχής ανυπολόγιστης) σάμπως να έγραφε κάποιος άλλος, εγώ ή άλλος, ο άλλος εγώ το μυθι-στόρημα που μας χρωστούσε —όχι ότι έπαψε ποτέ— ο αποχωρισμός. Και ξέρω ότι ήδη από τότε, ανήλιαγα εκκλησάκια στους αμμόλοφους μίας ηλικίας χορτασμένα ανεπαρκούς ή ασταθούς (ή, επειδή θαρρώ πρέπει πάντοτε να αποφεύγει κανείς τις αθεμελίωτες δομές της θλίψης —πού αλλού θα στηθεί το τέμπλο της οδύνης;— ας πω, τέλος πάντων διαλλακτικά, ναΐσκοι απόγνωσης σε ξύλινα πατώματα τριγμών αλλοτινών μακροθυμιών) στήνονταν για να στεγάσουν την άπορη ύπαρξη ενός ανθρώπου που άλλο δεν έχει, παρά δυο χέρια για να καλύπτει το πρόσωπο όταν ευκαιρεί, ή για να τα κρύβει στις τσέπες γυρεύοντας να σχηματίσει αυτό που μέσα του αθέατο διακλαδώνει τον αναστεναγμό και, άπιαστο εντούτοις, επιμένει. Και επίσης, προδίδοντας το μυστικό, το χέρι στο πρόσωπο, δεν επέτρεπε στα μάτια να δουν τι παρεμβάλλεται μεταξύ αυτών και του ξύλινου πατώματος. Κάποτε, το ίδιο είχε πάθει κι εκείνος ο ανάλγητα τρυφερός κι ονειροπόλος νέος πάνω στη βάρκα που παρασύρθηκε στις καλαμιές μαζί της κι εκείνη δεν τον έβλεπε, δεν έβλεπε, και έπρεπε με την παλάμη να κάνει αντηλιά προτού δοθεί σε ό,τι (ίσως και σε όποιον) στεκότανε μπροστά της, έτοιμο να το οικειοποιηθεί. Αλλά αυτά συνέβησαν παλιά.


Η παρηγορία των τοίχων, απέθαντα σώματα, ματωμένα. Κάποτε αγάπη η απαξίωση του τώρα, μα και οι εξόριστοι αγεληδόν λατρεύουνε τους δρόμους που οδηγούν στο νόστο. Σκόρπιες λέξεις, όχι για πολύ αυθαίρετες, όχι αντίδικες, μάλλον περιδινημένες στις άδηλες τροχιές μίας αφής απωθημένης. Κρύας αφής. Εδώ δεν ξέρω τίποτα. Με δυσκολία ξεχωρίζω: Γυναίκα ξαπλωμένη στη διαφάνεια του χώρου, τόσο κοντινού όσο και μακρινού. Τα δάχτυλα αγγίζουνε το φύλλο, φράζουνε τους πόρους, γλιστρούν σε ανείδωτες χαραμάδες (ευγνωμονώ τις ελλείψεις μου, λέει η Κατερίνα), γυρίζουν φύλλο, αλλάζουν ρυθμό, ψάχνουν αργά στη ρητά ατσαλάκωτη επιφάνεια, γιώτα αχρείαστο πριν απʼ το ωμέγα, γιώτα συγκε-ρασμένο στο ωμέγα, όμορφο στήθος, δαγκωμένο, γλυκό, κι εγώ ξεχωρίζω εκείνη τη διάρρηξη της μορφής, την πέρα από διδασκαλίες, όσο να στεγνώσει η βροχή των φρούδων συσχετισμών και να μείνει το κατάλοιπο μίας λαθραίας συνομιλίας στα χείλη κάθε ποιητή που τη διαιωνίζει.
Κι εδώ, νομίζω, επιβάλλεται μια παρένθεση: Η ζωή, υπηρετώντας αυτό που την κάνει να είναι ό,τι υπόσχεται να είναι, αντλώντας υλικό και επιστρέφο-ντάς το πίσω, την ποίηση, κινδυνεύει να ολισθήσει σε ρείθρα ανανταπόκριτης ικεσίας, όσο και αν κάποιες ατάκτως εριμμένες τελείες εδώ και εκεί μοχθούν να ανακόψουν την ορμή της. Πιστεύω, ανεπιτυχώς. Πιστεύω, έστω μερικώς. Και δεν γνωρίζω αν υπάρχει έστω κάποιο νόημα να συνεχίσω. Περιμένω τον ποταμό. Στέκομαι και περιμένω. Στο τέλος της ημέρας ο ποταμός˙ και η δικαίωση, μαζί με την άλλη μέρα, θα λάμψει για μία τελευταία φορά, όπως η Αφροδίτη λίγο πριν την παρασύρει το άρμα της Ηούς. Άρμα; Εδώ μιλάμε για μια πορεία με πέλματα γυμνά, πληγιασμένα απʼ τα χαλίκια που επισώρευσε στις ατραπούς ο πόνος. Και ο χρόνος. Πάντοτε ο χρόνος. Και η ποίηση, σαφώς. Όμως εγώ μιλώ για ένα άλλο πεπρωμένο. Αυτό που μέσω του ιριδίζοντος, ακτινοβόλου θανάτου (ναι, ναι, υπάρχει και αυτός), καθαγιάζει την αναμονή (εγώ στο βράχο, ο άλλος —ποιος άλλος— επιφορτισμένος να ανατινάξει το φράγμα του στερεμένου αλλά ποτέ συγκρατημένου ποταμού) και δίνει στην απαντοχή έναν ακόμη λόγο να ελπίζει. Και μέσω της ελπίδας της, να δικαιολογείται.
Προχωρώντας, είμαι η επιφάνειά μου, θα πει ρέπω στο χρόνο, τον αφήνω να γλείψει τα ακροδάχτυλα και επιδαψιλεύοντας την κορυφή του κύματος, ανασύρω μνήμες ως μαργαριτάρια ιδιόκτητων νόστων, μετα-γραμμένων σε παρόντα εκπατρισμένα πίσω από το άγρυπνο μάτι της κραυγής. Είμαι έτοιμος νʼ αρχίσω ξανά, θα πει ότι πίσω από αυτό το κύμα, δύναμαι να εκδιώξω τις ανάρμοστες παραποιήσεις, του τώρα τις ψευδαισθήσεις, και έρποντας προς το κενό, ηττώμαι έχοντας πρωτίστως αποσπάσει τη ρίζα του υψώ-ματος˙ μεταλαβιά στον καιρό της μανίας.
Της μανίας, διαφορετικά, της αλλοπρόσαλλης κατάταξης των όσων, στις πλημμυρίδες των αισθήσε-ων. Αφήστε με να πω μια ιστορία: Φανταζόμαστε σκοτάδι, θρόισμα υπόκωφο στις αλέες της Παρα-σκευής, ξέπνοες ανάσες πίσω από τους θάμνους, από μακριά εικόνες καλειδοσκοπίου, αόρατο χέρι να γυρίζει το γυαλί ως πάνω από τη θάλασσα του σώματος, η γιορτή να σκάει στους κόλπους της θεότητας. Ό,τι τελείται, εξαϋλώνεται στο σώμα. Αφήστε με να το πω. Καλειδοσκοπικές κινήσεις, φανταζόμαστε σκοτάδια καταμεσής ηδονούμενων σχημάτων, κοιτάζει, θεριεύει, κρύβεται, στήθη ρημαγμένα, τα κρύβουνε παλάμες ατροφικές, βεβηλωμένες ρωγμές ανάμεσα στα πόδια, ανάμεσα στα μάτια, μαλλιά θαμπά, από κάπου αχτίδα θνήσκουσα γραπώνεται απʼ τα μαλλιά, φωτοστέφανο στο κούφιο κεφάλι ετοιμοθάνατης πόρνης. Λοιπόν, η ιστορία κυλάει αντιστρόφως. Σκοτάδι αναπτύσσεται ξανά, μιλήσαμε προηγουμένως για ασπριδερές επιφά-νειες, μέρες ωραίες, τρίβεται το φως στις τρίχες του εφηβαίου, τραβάς την ομορφιά, απομυζείς τον ήλιο, σκοτάδι αναπτύσσεται ξανά, εικόνα καλειδοσκοπίου το ίδιο το καλειδοσκόπιο, ασθμαίνουσα ροή, είδατε χωρίς τελείες, στο τέλος δεν έχουμε τίποτα κοινό, ο ποιητής ανασκουμπώνεται, έχει ακριβώς αυτό που επιθυμούμε να πιστέψουμε.
Γκρίζοι δρόμοι κάτω από γκρίζους ουρανούς, γκρίζοι ουρανοί κάτω από γκρίζους δρόμους, χάσκο-ντες διάττοντες στα δίχτυα της αμφισημίας. Ποιος ξέρει τι κατοπτρίζει εντέλει η πραγματικότητα, σαν να λέμε ότι ο χρόνος φέρνει το θάνατο και ας διαφωνώ με τον ηλίθιο θάνατο που κάποτε τάχα τον καλούσαν εννέα βήματα στη σειρά, μορφής φασματικής, απο-κυήματος της εμμονής και πάνω – κάτω, πάνω – κάτω, σάμπως η ζωή να τραμπαλίζεται στις ταράτσες ετοιμόρροπων πολυκατοικιών, πάνω – κάτω, όπως τα χέρια μία στον ουρανό και έπειτʼ απαλά στο χώμα, πάνω – κάτω, ένα κλαδί που εξακολουθητικά χτυπά το τζάμι, πάνω – κάτω, όπως ένας ουρανός που επιμηκύνεται υπό το βήμα το δικό μου και όσων, διαβάζοντας αυτές τις γραμμές, ανοιγοκλείνουνε τα μάτια ενώπιον ξεθωριασμένων τοίχων.
Και αφήστε πια το θάνατο, μία άνευ όρων παράδοση στις αναπόδραστες συνέπειές του, όλα αρχίζουν κάπου, ζωή σκυλοτροφή για τα σαγόνια των θηρίων, σκέψης ροή στις λαγόνες της βροχής. Ανάβεις το τσιγάρο και ακούς από μακριά τη σιγαλόηχη βροχή να μισεύει. Δεν υπάρχει παραπέρα, μόνο το προαναφερθέν καλειδοσκόπιο. Κι αν δεν οίκτιρα τις όποιες συμπτώσεις, επινοημένες και μη, θα έλεγα πως μόνο το περίγραμμα του αποκαθηλωμένου εσταυρωμένου (της εσταυρωμένης αποκαθήλωσης την αίσθηση ζητώ) είνʼ αυτό που, υποκύπτοντας, επιτείνει τη δικαιολογία μίας επισφαλούς ανάμνησης, από το πρωί μέχρι το τέλος της ημέρας.
Αλλά, πέρα από αυτά, επιδιώκοντας το τέλος, ορεγόμενος το σπασμό όταν τα ανομήματα ξεπλένουνε την όψη, οφείλω να μιλήσω και επί προσωπικού: Ξέφωτο αναπαυμένο στα ασπαίροντα λόγια άσημου ποιητή και παραγνωρισμένου, ποιητικές συλλογές να ανεμίζουν, στα στόματα ανανταπόδοτα θνήσκοντα λόγια, προφανώς εκβιασμένα. Κατόπιν θυμάμαι χειραψίες δειλές, κάποιες κουβέντες σκόρπιες, λάμψεις στα μάτια ενδεχομένως υποβοηθούμενες απʼ τις αποδημίες ήλιων περαστικών, έπειτα ο αποχαιρετι-σμός, οι διστακτικές εξομολογήσεις, ο καιρός, η λήθη, ο ξέχωρος δρόμος, ο άγονος αγώνας και οι περιδιαβά-σεις στο ζωνάρι της γης. Έτσι δεν το έλεγε ο Μεγάλος Βάρδος; Και να ʼμαστε τώρα, λόγια πτερόεντα, σακατεμένα, επαναλαμβανόμενα επίμονα, τα επόμενα, συγκερασμένη και η ασφάλεια του αναπότρεπτου θανάτου. Χειραψίες πάντοτε αβέβαιες, δώρα αχρείαστα για να εξορκίζουμε τη μνήμη και πάντα η εγγύηση της επόμενης αντάμωσης, κάτω από τους ασπαλάθους. Οι άνθρωποι εκμηδενίζονται εντέλει για αυτό: Για να κλαίνε φεύγοντας, για να γελάνε υπομένοντας, για να πεθαίνουν όμορφα, νʼ αναγεννιούνται φίλοι πάντοτε ακριβοί, περίφημα εξισωμένοι, ο ψεύτης θεός να διαψευστεί και αυτοί να πάρουν να χορεύουνε τον ινδιάνικο χορό της ίδιας υλακής, της ίδιας επανάστασης, της ίδιας φυλακής, της θλίψης.
Άδειος από σκέψεις, εκεί που συνεχίζονται όλοι οι πόλεμοι μαζί κι ο ξεπεσμός αδιάφορων θεών προσφέ-ρεται ως θέαμα για τους απελπισμένους, αδιαμαρτύρητα ενέχεσαι στη συμφωνία της σιωπής που ξέκλεψε ο χρόνος. Καλειδοσκοπικές κινήσεις εν μέσω στίχων υπεξαιρεμένων, φθαρμένων, σαν ανθοδέσμες αίματος να δωροδοκηθούν οι ολιγόλογες μεταμοσχεύσεις φωνηέντων. Γνωρίζουμε κι εγώ κι εσύ που ζούμε τα χρόνια που εξʼ ανταλλαγής στερηθήκαμε, πως είναι πάντα ο στίχος που αφήνει το στίγμα στο χαρτί, ο στίχος ο αποκαθηλωμένος, ξεγυμνωμένα σκέλεθρα που περιδινούνται στην πιο τρελή τους στύση σαστισμένα, ξακρίζοντας αγκάθινα στεφάνια αποφοράς, για τον επιτάφιο των άδηλων συντελεσμένων. Σηκώνεις το στίχο, αναμασάς τη σημασία του, ξερνάς το κατακάθι στα κράσπεδα της ορρωδίας, και ό,τι κείτεται εκεί, γητεμένο, πολτοποιημένο, ένας ανεπούλωτος σωρός, σου αφήνεται ωσάν βαρυσήμαντο απόκτημα για να κατανοήσεις ό,τι χρειάζεται να κατανοηθεί, ίσαμε να τελειώσει και να γίνει η ζωή σου και ακολούθως να γίνεις εσύ η ζωή σου ξανά, και πάντα προσδοκώντας να σε προσπεράσει εκείνος ο ποταμός. Αναμένω δε θα πει γερνώ, γερνώ θα πει αναμένω, εκεί, πεινασμένος, και όχι, δε θα σε ταΐσει κανένας περιπλανώμενος λυγμός. Μία ανεπιφύλακτη παραχώρηση στο ζείδωρο μυστήριο της αυγής, που ναι, αυτή τη φορά θα λάμπει οπωσδήποτε αλλιώτικα. Και αν.
Τα μάτια βαραίνουνε, ο λαιμός στεγνώνει, ανάβω ένα τελευταίο τσιγάρο, το ρουφώ εξαντλημένος, κοιτάζω έξω και σκέφτομαι ότι πέρασε πια ο καιρός που οι τρελοί ανέβαιναν στα σιντριβάνια και μνημο-νεύανε ποιήματα για ημέρες που δεν καταγράφονται σε ημερολόγιο κανένα. Και όμως, από εκεί που δεν το περιμένεις, εξυψώνεσαι γευόμενος το θαύμα. Καθώς το τσιγάρο καίγεται και αυτή η πιθανότητα αποκεφαλίζε-ται βιαίως με το που σφαλίζω τα μάτια, ο άνεμος σαν μουσική ακούγεται να προσπερνάει ερείπια. Και αίφνης συνειδητοποιώ πως εξʼ αρχής το τίποτα αναστηλώνει το τίποτα κι οι στίχοι έχουνε χάσει το δικαίωμα να θεμελιώνουνε κορμιά που κάηκαν ανείδωτα μέσα στην άπειρη, εξιδανικευμένη έκστασή τους. Σηκώνω το κεφάλι μου με την ομορφιά της έσχατης γνώσης, που λέει κι ο Ποιητής, τα σύννεφα είναι γεγονός πως δε θα σταματήσουν, σβήνω το τσιγάρο μου, κλείνω το βιβλίο, αφήνω τους όποιους στίχους μου ημιτελείς (άραγε κι ημιθανείς;) και επιτέλους ετοιμάζομαι για να γυρίσω σπίτι, αυτή τη φορά, κελαρύζοντας στο δρόμο.

Δεκέμβριος 2011 – Ιανουάριος 2012

Το παρόν κείμενο γράφτηκε απʼ αφορ-μής της παρουσίασης της ποιητικής συλλογής του Ι. Τσίρκα «Σκυλοτροφή» (Γαβριηλίδης, 2011). Τυπώθηκε σε 50 α-ντίτυπα και διανεμήθηκε εκτός εμπορί-ου, το Φεβρουάριο του 2012.