Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Χρήστος Μαρτίνης, «Το ξένο φως», εκδ. Υποκείμενο, 2017 (γράφει ο Κώστας Τσιαχρής)

`

Ανάμεσα στις αρχετυπικές διαθέσεις όσον αφορά στη σύλληψη και έκφραση του ποιητικού βιώματος κατά τη μεταπολεμική περίοδο της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δεσπόζουσα θέση καταλαμβάνει εκείνη του πάσχοντος ποιητικού υποκειμένου. Αφετηρία και κατάληξη της συγγραφικής πράξης γίνεται συχνά ο μικρόκοσμος , το εσωτερικό μαρτύριο, η παραίτηση και η παράδοση στις ακυβέρνητες πολιτείες των ενστίκτων, η καύση βαθιά εγχαραγμένων εικόνων, για να παραχθεί ο αρμονικά ασύμμετρος και παρεκκλίνων λόγος. Αυτό σε κάποιες περιπτώσεις καταλήγει σε ένα είδος αυτοπαγίδευσης. Ο ποιητής κοιτάζοντας προς τα έσω χάνει τον προσανατολισμό του, μπλέκεται στα δίχτυα που ο ίδιος στρώνει, για να μπορέσει να θηρεύσει την εκλεκτή συγκίνηση , κι ενώ γυρεύει πέρδικες και φασιανούς, απομένει τελικά στο χέρι με τις σκιές από μερικά μόνο φτερά. Σαν αδέξιος κυνηγός. Σε άλλες περιπτώσεις καταφέρνει να μετριάσει την εγωκεντρική τοποθέτηση της γραφής του, καθώς αφήνει το περιθώριο στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι το βίωμα τον αφορά κι ότι απʼ τις λέξεις του ανασύρεται μια διάθεση με καθολικό χαρακτήρα. Κι εκεί ακριβώς σπάζει ο κύκλος της αδιέξοδης ερμητικότητας κι απελευθερώνεται ενέργεια προς όλα τα μήκη και τα πλάτη του ποιητικού σύμπαντος, πράγμα που ασφαλώς είναι και το ζητούμενο στη συγγραφική πράξη. Μόνο σε τέτοιες στιγμές εκρήξεων και ταλαντώσεων γεννιέται ανθεκτικός στη φθορά των αναγνώσεων λόγος.
Η εσωτερικότητα, η πάσχουσα συνείδηση που ανακουφίζεται μέσω της εξωτερίκευσης των παθών στο μελάνι, η εστίαση της ιδέας στην προσωπική οδύνη, η πρωτοπρόσωπη απόδοση της ευαισθησίας, ο βιωματικός χρωματισμός του λόγου, η συρραφή στιγμιοτύπων από το βαθύτερο «είναι» , η συνύπαρξη υπερβατικών και ρεαλιστικών στοιχείων είναι παρόντα και στο παρθενικό έργο του Χρήστου Μαρτίνη «Το ξένο φως».

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Κώστας Καρυωτάκης, “Ένας νέος που (δεν) αυτοκτόνησε” (γράφει ο Θ.Δ.Τυπάλδος)

Αν και το ημερολόγιο έδειχνε 20 Ιουλίου, (σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε η 21η Ιουλίου), εκείνη την νυχτιά, λες και τα στοιχεία της φύσης είχαν βαλθεί να τρελάνουν τον νου των ανθρώπων, ή λες κι είχαν συνειδητοποιήσει την προσπάθεια ενός νέου να βάλει τέλος στη ζωή του και τον ξεπροβόδιζαν απ’ τον κόσμο των ζωντανών, μανιασμένα και δυνατά, με αγέρες και ψιλή βροχή, χτυπούσαν τα δέντρα, τη θάλασσα. Η σελήνη, κρυμμένη στη σκοτεινή ποδιά των σύννεφων, αδυνατούσε να ρίξει τη λάμψη της πάνω στην επαρχιώτικη πόλη. Η φουρτούνα στον κόλπο, έβγαζε το θυμωμένο κύμα στην προβλήτα και στις αμμουδιές.
Κάπου έξω απ’ την πόλη, ένας βοσκός με τον αδερφό του, είχαν τελειώσει τις δουλειές της ημέρας, κι αφού είχαν από ώρα κλείσει στο μαντρί το κοπάδι με τα αμνοερίφια, είχαν στρώσει στ’ αχυρένια στρώματα που χρησιμοποιούσαν για κρεβάτια και χορτασμένοι απ’ το φτωχικό φαγί τους, είχαν κατάκοποι ετοιμαστεί για να ξαπλώσουν και να ταξιδέψουν, σʼ εκείνον τον κόσμο των ονείρων, εκεί που τα πάντα είναι δυνατά κι όπου η ξύλινη στάνη τους μετατρεπόταν σε παλάτι με μαρμάρινα μπάνια κι ατέλειωτους διαδρόμους γιομάτους από χρυσάφια και πολυέλαιους. Κάποιες ώρες μετά τη βύθισή τους στην αγκάλη του Μορφέα, απελπισμένες φωνές για βοήθεια τον ξύπνησαν. Για κάποια δευτερόλεπτα, έμεινε ξαπλωμένος στο στρώμα του. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν οι φωνές που τον καλούσαν, προερχόντουσαν απ’ τον ύπνο που μόλις είχε απότομα διακοπεί, ή αν προερχόντουσαν απ’ τον κόσμο της αφύπνισης. Άκουσε και πάλι (τώρα πιο έντονα), μια κραυγή απελπισμένη: “ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!” Ήταν ξύπνιος και η φωνή που άκουγε ερχόταν απ’ τη μεριά της θάλασσας που βρισκόταν λίγα μέτρα παρακάτω απ’ το σημείο που ήταν βιδωμένη στο χώμα η φτωχική του στάνη. Αφουγκράστηκε για λίγο τον χώρο: ο αδερφός του συνέχιζε να ροχαλίζει βαριά. Δίχως να σκεφτεί να τον ξυπνήσει, σηκώθηκε με βιάση. Μέσα στο σκοτάδι έπιασε το παλτό που είχε πάντα σιμά του, σηκώθηκε κι άρχισε να ψαχουλεύει το ξύλινο τραπέζι για να βρει το μικρό φανάρι πετρελαίου που πάντοτε του φώτιζε τον χώρο, ή όποτε ήταν αναγκαίο, κάποια νυχτερινή του εξόρμηση. Αφού το βρήκε, έπιασε μαζί το τσακμάκι που είχε παραδίπλα, άναψε το φανάρι και πετάχτηκε έξω. Οι φωνές, συνεχίζονταν, μόνο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει από πιο ακριβώς σημείο ερχόντουσαν. Ο αγέρας ήταν τόσο δυνατός και χτυπώντας πάνω στα κλαριά των δέντρων, άλλοτε κάλυπτε τις φωνές κι άλλοτε τους άλλαζε τη φορά. “Κάποιος είναι μες στη θάλασσα”, μονολόγησε. Άρχισε να φωνάζει προς τον άγνωστο αυτόν ναυαγό, ζητώντας του να μιλάει δυνατά κι επαναλαμβανόμενα, έτσι που να μπορέσει να προσδιορίσει το πού ακριβώς βρισκόταν. Ο άγνωστος, ακούγοντάς τον, έκανε αυτό ακριβώς που του είπε ο ανέλπιστος σωτήρας του. Όταν ο βοσκός κατάφερε να εντοπίσει το πού βρισκόταν, έτρεξε προς τη μεριά του κι άρχισε τώρα αυτός να φωνάζει μ’ όλη την δύναμη που είχε στα σωθικά του, έτσι που τώρα, ο “ναυαγισμένος”, να μπορέσει να εντοπίσει πού είν’ η ακτή.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Στέλλα Χαιρέτη, «Μια χούφτα χώμα», εκδ. Το ανώνυμο βιβλίο, 2017 (γράφει η Έλλη Μίσκινα)

`

Μια χούφτα χώμα: Μια σύντομη σπουδή στην ποίηση της Στέλλας Χαιρέτη

`

Εδώ, στον Άη Στράτη

Ανάμεσα στη σιωπή όλων μας των καταφάσεων
άκουσα εδώ, στον Άη Στράτη, τον αέρα να φυσάει
Νύχτα νομίζω ήταν, μα μπορεί και μέρα
ο θρήνος του τοπίου που σάπισε μετρά αλλιώς τον χρόνο
Μία γυναίκα με μάτια μαύρα προσπέρασε
Έδειξε κατά τον ήλιο

Σεβόμαστε τον θάνατο
μα σηκώνουμε ανάστημα στη ζωή
Το φως μάς περιβάλλει ακόμα
σηκώστε το χέρι σας προς τη μεριά του

Λύπη στο βλέμμα της κι απέχθεια

Γροθιά το χέρι

`
Το βλέμμα της Στέλλας Χαιρέτη δεν μοιάζει εκ πρώτης όψεως να ακτινοβολεί αισιοδοξία, όμως θα ήταν άστοχο να χαρακτηριστεί απαισιόδοξο ή καταθλιπτικό, καθώς αυτό που κατά βάση εισπράττουμε από την ποίηση της Στέλλας είναι η αγωνία της ολοκλήρωσης, της σύνθεσης των αντιθέτων, της ένωσης των θραυσμάτων μιας ζωής κατακερματισμένης («αποσχισμένο μέλος», «κάθε μέρα μια ακόμη εναγώνια αναζήτηση»). Μια συνεχής υπόμνηση αντιθετικών ζευγών διαπερνά όλα τα ποιήματα χωρίς ποτέ να εξαίρεται η συγκρουσιακή τους σχέση (αν και αυτό δεν σημαίνει πως τη στερούνται κιόλας). Άνδρας και γυναίκα, φως και σκοτάδι, σταύρωση και ανάσταση, ζωή και θάνατος, θνητό και άφθαρτο, οικείο και ξένο, συνυπάρχουν ως μέρη παραπληρωματικά ενός ευρύτερου όλου και ανάγονται το ένα σε προϋπόθεση του άλλου. Όλα αυτά τα στοιχεία, πέρα κι έξω από ιεραρχίες, ποιοτικές διαφοροποιήσεις, αξιολογικές εντάσεις ή οποιοδήποτε ανταγωνισμό μεταξύ τους, συνιστούν τα κομμάτια ενός παζλ που ψάχνουν διακαώς να βρουν τη θέση που τους αρμόζει για να πληρωθεί ο σκοπός της ύπαρξης, άγνωστο ακόμη αν υπάρχει.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Άγγελος Σ. Παρθένης, «Αποτυπώματα», Σειρά Ποιείν 17, εκδ. Μετρονόμος, 2018 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

`

Θα ξεκινήσω με τα λόγια μιας σύγχρονης ομότεχνης του Παρθένη, ένα απόσπασμα από το βιβλιο της Μάγιας Κολτσίδα, «επισκευές στην ουτοπία» , Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 2016 με τον τίτλο: «Γιατί ένας αρχιτέκτονας γράφει ποίηση»
`
Γιατί το άκτιστο περιμένει να κτιστεί
Γιατί το κτισμένο περιμένει να ανακαινιστεί.
Γιατί το ανακαινισμένο περιμένει να ανανεωθεί.
Γιατί το ανανεωμένο περιμένει να εκσυγχρονιστεί.
Γιατί το εκσυγχρονισμένο περιμένει να καταργηθεί
Γιατί το κατηργημένο περιμένει να κατεδαφιστεί.
Γιατί το κατεδαφισμένο είναι άκτιστο.

`

Η σχέση αρχιτεκτόνων με την ποίηση,  αλλά και πιο σφαιρικά η συνάφεια αρχιτεκτονικής και ποίηση, έχει αποτελέσει πολλές φορές αντικείμενο συζήτησης. Θυμίζω τον πρωτοπόρο μοντερνιστή αρχιτέκτονα Λε Κορμπυζιέ ο οποίος χαρακτηρίστηκε ως ποιητής στο σύνολο του έργου του, τον δικό μας σπουδαίο Δημήτρη Πικιώνη βαθύτατο μελετητή της αρχαιοελληνικής ποιητικής πραγματείας, τους συγχρόνους αρχιτέκτονες-πολιτικούς μηχανικούς-ποιητές, Πάνο Θεοδωρίδη, Αλέξανδρο Ίσαρη, τον αγαπημένο φίλο αποδημήσαντα πλέον Κώστα Ριτσώνη και άλλους. Τα σημειώνω αυτά για την αυτονόητη σύνδεσή τους με το επάγγελμα του Παρθένη, αρχιτέκτονας γαρ κυρίως όμως για τη διαλεκτική των τεχνών όπως εμφανίζεται στην ποίησή του. Για αυτό δηλαδή το χωροταξικό πνεύμα το οποίο διαπερνά τα ποιήματά του δίνοντάς τους την στέρεη γη για να οικοδομηθούν οι έννοιες. – «Καιρός του οικοδομήσαι και του καθελείν και πάλι» γράφει στο ξεκίνημα της συλλογής μιλώντας με αρχιτεκτονικούς θα λέγαμε όρους για τα οικοδομήματα της ανθρώπινης ψυχής. Σαν να ανοίγει τον αρχιτεκτονικό του φακό και να εξετάζει τα υλικά δημιουργήματα με μια μεταφυσική γνωμοδότηση, χωρίς όμως αυτή να ολισθαίνει σε φιλοσοφική ποιητική κακομεταχειρισμένη ως αμπελοφιλοσοφική στις μέρες μας. Μένει πάντα οργανικά δεμένη με την χειροτεχνική αφορμή της έμπνευσης.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Μάρη Θεοδοσοπούλου, «Σχόλια στον Καβάφη» (γράφει ο Χρ. Μαυρης)

Υπήρξε φανατικη οπαδος της λεπτομέρειας!

«Σχόλια στον Καβάφη» ονομάζεται το βιβλίο της Μάρης Θεοδοσοπούλου που εκδόθηκε μετα τον θάνατό-της

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου, στο σχετικα σύντομο αλλα αρκετα φωτεινο πέρασμά-της απο αυτο τον κόσμο, έχει δώσει πιστεύω σημαντικο έργο. Έργο πλούσιο και στέρεο, που θα εξακολουθήσει για πολλα χρόνια να προκαλει αίσθηση ανάμεσα στο φιλότεχνο κοινο, κυρίως τους συγγραφεις και μελετητες της ελληνικης λογοτεχνίας. Γιατι, η Μάρη, όπως είναι γνωστο, έχει γράψει αξιόλογα βιβλία, όπως φυσικα και εκατοντάδες άρθρα και μελέτες γύρω απο θέματα της ελληνικης λογοτεχνίας, μέσα απο τα οποία αναδεικνύεται η ευρυμάθεια και ο πλούτος των γνώσεών-της, ο διεισδυτικος και αναλυτικος τρόπος της σκέψης-της, η ικανότητά-της να κρίνει και να συγκρίνει λογοτεχνικα έργα καθως και η μεγάλη αγάπη που έτρεφε για το αντικείμενό-της, εννοω τη λογοτεχνία γενικα.

Οι μεγάλοι «λογοτεχνικοι έρωτές»-της όμως, υπήρξαν ο Κωνσταντίνος Καβάφης και ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, των οποίων το έργο γνώριζε αρκετα καλα! Παράλληλα όμως, ήταν σε θέση να γνωρίζει εξίσου καλα, στις λεπτομέρειές-του, και ό,τι έχει γραφτει και κωδικοποιηθει απο άλλους σε άρθρα, μελέτες ή βιβλία γιʼ αυτους τους μεγάλους λογοτέχνες.

Δυστυχως, ο θάνατος, κατα τον Άγγλο ποιητη John Ashbery, «ακυρώνει όλα τα ραντεβου» και καταργει, θα συμπλήρωνα εγω, όλες τις ανθρώπινες δραστηριότητες. Έτσι έγινε και με την Μάρη της οποίας «ο αδόκητος θάνατος το καλοκαίρι του 2016», όπως έγραψε ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος, «στέρησε τη σύγχρονη λογοτεχνικη κριτικογραφία-μας απο μία γνήσια φωνη» που με «εφόδιο την αγάπη-της για τη λογοτεχνία, με προσήλωση σχεδον ασκητικη στην παρακολούθηση της τρέχουσας βιβλιοπαραγωγης, ανέπτυξε έναν προσωπικο κριτικο λόγο που απέκλινε απο τα ανάλογα συνήθη κείμενα περιοδικων και εφημερίδων».

Διαβάστε περισσότερα