Αν και το ημερολόγιο έδειχνε 20 Ιουλίου, (σε λίγες ώρες θα ξημέρωνε η 21η Ιουλίου), εκείνη την νυχτιά, λες και τα στοιχεία της φύσης είχαν βαλθεί να τρελάνουν τον νου των ανθρώπων, ή λες κι είχαν συνειδητοποιήσει την προσπάθεια ενός νέου να βάλει τέλος στη ζωή του και τον ξεπροβόδιζαν απ’ τον κόσμο των ζωντανών, μανιασμένα και δυνατά, με αγέρες και ψιλή βροχή, χτυπούσαν τα δέντρα, τη θάλασσα. Η σελήνη, κρυμμένη στη σκοτεινή ποδιά των σύννεφων, αδυνατούσε να ρίξει τη λάμψη της πάνω στην επαρχιώτικη πόλη. Η φουρτούνα στον κόλπο, έβγαζε το θυμωμένο κύμα στην προβλήτα και στις αμμουδιές.
Κάπου έξω απ’ την πόλη, ένας βοσκός με τον αδερφό του, είχαν τελειώσει τις δουλειές της ημέρας, κι αφού είχαν από ώρα κλείσει στο μαντρί το κοπάδι με τα αμνοερίφια, είχαν στρώσει στ’ αχυρένια στρώματα που χρησιμοποιούσαν για κρεβάτια και χορτασμένοι απ’ το φτωχικό φαγί τους, είχαν κατάκοποι ετοιμαστεί για να ξαπλώσουν και να ταξιδέψουν, σʼ εκείνον τον κόσμο των ονείρων, εκεί που τα πάντα είναι δυνατά κι όπου η ξύλινη στάνη τους μετατρεπόταν σε παλάτι με μαρμάρινα μπάνια κι ατέλειωτους διαδρόμους γιομάτους από χρυσάφια και πολυέλαιους. Κάποιες ώρες μετά τη βύθισή τους στην αγκάλη του Μορφέα, απελπισμένες φωνές για βοήθεια τον ξύπνησαν. Για κάποια δευτερόλεπτα, έμεινε ξαπλωμένος στο στρώμα του. Προσπαθούσε να συνειδητοποιήσει αν οι φωνές που τον καλούσαν, προερχόντουσαν απ’ τον ύπνο που μόλις είχε απότομα διακοπεί, ή αν προερχόντουσαν απ’ τον κόσμο της αφύπνισης. Άκουσε και πάλι (τώρα πιο έντονα), μια κραυγή απελπισμένη: “ΒΟΗΘΕΙΑ! ΒΟΗΘΕΙΑ!” Ήταν ξύπνιος και η φωνή που άκουγε ερχόταν απ’ τη μεριά της θάλασσας που βρισκόταν λίγα μέτρα παρακάτω απ’ το σημείο που ήταν βιδωμένη στο χώμα η φτωχική του στάνη. Αφουγκράστηκε για λίγο τον χώρο: ο αδερφός του συνέχιζε να ροχαλίζει βαριά. Δίχως να σκεφτεί να τον ξυπνήσει, σηκώθηκε με βιάση. Μέσα στο σκοτάδι έπιασε το παλτό που είχε πάντα σιμά του, σηκώθηκε κι άρχισε να ψαχουλεύει το ξύλινο τραπέζι για να βρει το μικρό φανάρι πετρελαίου που πάντοτε του φώτιζε τον χώρο, ή όποτε ήταν αναγκαίο, κάποια νυχτερινή του εξόρμηση. Αφού το βρήκε, έπιασε μαζί το τσακμάκι που είχε παραδίπλα, άναψε το φανάρι και πετάχτηκε έξω. Οι φωνές, συνεχίζονταν, μόνο που δεν μπορούσε να προσδιορίσει από πιο ακριβώς σημείο ερχόντουσαν. Ο αγέρας ήταν τόσο δυνατός και χτυπώντας πάνω στα κλαριά των δέντρων, άλλοτε κάλυπτε τις φωνές κι άλλοτε τους άλλαζε τη φορά. “Κάποιος είναι μες στη θάλασσα”, μονολόγησε. Άρχισε να φωνάζει προς τον άγνωστο αυτόν ναυαγό, ζητώντας του να μιλάει δυνατά κι επαναλαμβανόμενα, έτσι που να μπορέσει να προσδιορίσει το πού ακριβώς βρισκόταν. Ο άγνωστος, ακούγοντάς τον, έκανε αυτό ακριβώς που του είπε ο ανέλπιστος σωτήρας του. Όταν ο βοσκός κατάφερε να εντοπίσει το πού βρισκόταν, έτρεξε προς τη μεριά του κι άρχισε τώρα αυτός να φωνάζει μ’ όλη την δύναμη που είχε στα σωθικά του, έτσι που τώρα, ο “ναυαγισμένος”, να μπορέσει να εντοπίσει πού είν’ η ακτή.
Λίγες στιγμές που έμοιαζαν με αιώνες πέρασαν και ο “ναυαγισμένος”, με τη βοήθεια του βοσκού, βγήκε στη στεριά. Ο βοσκός, έστρεψε πάνω στο πρόσωπο του σωσμένου το φανάρι του. Ήταν ένας νέος ωχρός, μετρίου αναστήματος. Το πρόσωπό του το κοσμούσε μια κακοφτιαγμένη μύτη, τα μάτια του μελαγχολικά με έντονες σακούλες από κάτω τους να προδίδουν ξενύχτια και ξεσπάσματα δακρύων. Φορούσε μόνο τη σκελέα του και όπως είχε γίνει μούσκεμα και με συνδυασμό του δυνατού αέρα και της βροχής, έτρεμε σαν το ψάρι που σπαρταρά στα δίχτυα του ψαρά. Άρχισε να του κάνει ερωτήσεις για το πώς βρέθηκε τόσο προχωρημένη ώρα μες στη θάλασσα. Ο νέος τού είπε πως θέλησε να κάνει ένα βραδινό μπάνιο σε πείσμα του κακού καιρού και αδιαφορώντας για τους κινδύνους που αυτό εγκυμονούσε. Ήταν άνθρωπος των παράτολμων ενεργειών, του αποκρίθηκε, μα το πλήρωσε αυτή τη φορά, μιας και τα ρεύματα τον παρέσυραν. Πού είναι τα ρούχα του, τον ρώτησε, πού τα είχε βγάλει. Είναι αρκετά μακριά από ‘δω, απάντησε εκείνος, κι έτσι, του ζήτησε αν ήταν μπορετό να τον ακολουθήσει ως το σημείο που βρισκόταν με το φανάρι του. Έτσι έγινε. Κίνησαν κατά μήκος της παραλίας, μέχρι που βρήκαν τα ρούχα. Σε όλη τη διαδρομή, δεν αντάλλαξαν άλλη κουβέντα. Ο παραλίγο πνιγμένος, έσερνε το βήμα μου, μη έχοντας την δύναμη για περπάτημα, έτσι, δυο – τρεις φορές, παραπάτησε κι ίσα που προλάβαινε να τον κρατάει από τον ώμο του ο βοσκός με το αριστερό του χέρι, μιας και με το δεξί κρατούσε το φανάρι. Κάποια στιγμή, αρκετά μακριά από το σημείο της σωτηρίας, βρήκαν τα ρούχα του. Ήταν ρούχα ευρωπαϊκά, καλοσχεδιασμένα και από ένα απ’ τα καλύτερα υφάσματα. Είχε κι ένα άσπρο καπέλο με μια μαύρη κορδέλα πάνω του. Ντύθηκε ο νέος. Ο βοσκός τον ρώτησε αν είχε τις δυνάμεις να πάει στην πόλη με τα πόδια μόνος του ή να τον ακολουθούσε μέχρι εκεί. Ο νέος απάντησε πως έκανε ήδη πάρα πολλά για ‘κείνον και πως ήδη ένιωθε να έχει ανακτήσει αρκετές από τις δυνάμεις του. Θα έφτανε είτε έτσι είτε αλλιώς σπίτι του. Τον ευχαρίστησε και αποχαιρετίστηκαν. Ο βοσκός έμεινε για λίγο να τον κοιτά που ξεμάκραινε. Μια σκέψη του ήρθε όταν στράφηκε να φύγει κι αυτός: δεν τον ρώτησε πώς τον λένε.
Ο νέος έφτασε σπίτι του σχεδόν χαράματα, (η 21η Ιουλίου, ήταν πια γεγονός). Στη διαδρομή, ο αέρας και η βροχή κόπασαν και λίγα μέτρα μακριά από το σπίτι όπου είχε νοικιασμένο ένα δωμάτιο, έπαψαν σαν να μην είχαν ποτές ξεκινήσει. Φτάνει έξω από το σπίτι. Δεν είχε ακόμη έρθει για τα καλά το φως της ημέρας. Ανοίγει όσο μπορούσε πιο αθόρυβα την καγκελόπορτα και πηδάει μες στη μικρή αυλή. Ανεβαίνει αθόρυβα, με πατήματα γατίσια τη μισοξύλινη – μισοπέτρινη σκάλα που βγάζει στο χαγιάτι κι εν συνεχεία, στην πόρτα του δωματίου του. Ήσυχα ανοίγει την ξύλινη πόρτα του δωματίου. Μπαίνει μέσα. Το δωμάτιο είναι ακόμη σκοτεινό. Έξω, η γαλήνη έχει πια έρθει για τα καλά. Με κινήσεις μηχανικές, βαδίζει στο σκοτάδι. Πλησιάζει στο σημείο όπου είναι ακουμπισμένη η λάμπα και τα σπίρτα. Τα βρίσκει – ανάβει την λάμπα, και το φως απλώνεται στη μικρή, θλιβερή του κάμαρα. Παίρνει την πετσέτα που είναι κρεμασμένη στον τοίχο για να σκουπίσει τα απομεινάρια που του άφησαν τα κύματα. Αλλάζει τα βρεγμένα ρούχα με βιάση, κι έπειτα ορμάει στην καρέκλα που υπάρχει στο τραπέζι, που χρησιμοποιεί ως γραφείο, και βουλιάζει μέσα της. Αδειάζει από την κούραση – όχι όμως απ’ την απόγνωση. Κοιτάζει πάνω στο τραπέζι. Σκόρπια χειρόγραφα με τις σκέψεις που εδώ και δύο μήνες, έχουν πλημμυρίσει το μυαλό του. Οι δύο μήνες μιας άδικης εξορίας, μιας εξορίας αφόρητα ατελείωτης. Χάνεται για λίγο στις θολωμένες του σκέψεις. Ακουμπά με τους αγκώνες του στην επιφάνεια του τραπεζιού και στηρίζει στις παλάμες του το βαρύ του κεφάλι. Κάτω από το βλέμμα του, το χειρόγραφο από το τελευταίο κείμενο που είχε γράψει μόλις πριν δύο μέρες. Το παίρνει στα χέρια του και το επανεξετάζει. Κάτι δεν του αρέσει κι αρχίζει να κάνει κάποιες μικροδιορθώσεις. Όταν τελειώνει, το διαβάζει με περίσσια προσοχή:
“Βέβαια. Έπρεπε να σκύψω μπροστά στον ένα και, χαϊδεύοντας ηδονικά το μαύρο σεβιότ – παφ, παφ, παφ, παφ –, ‘έχετε λίγη σκόνη’ να ειπώ ‘κύριε Άλφα’……………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..
Έπρεπε να σκύψω, να σκύψω, να σκύψω. Τόσο που η μύτη μου να ενωθεί με τη φτέρνα μου. Έτσι βολικά κουλουριασμένος, να κυλώ και να φθάσω.
Κανάγιες.
Το ψωμί της εξορίας με τρέφει. Κουρούνες χτυπούν τα τζάμια της κάμαράς μου. Και σε βασανισμένα στήθη χωρικών βλέπω να δυναμώνει η πνοή που θα σας σαρώσει………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….”
Το μεσημέρι, κατά τη μία, βγήκε από την κάμαρα, το ίδιο αθόρυβα όπως είχε μπει τα χαράματα. Ευτυχώς, η σπιτονοικοκυρά του είχε τελειώσει με τις δουλειές στην αυλή και βρισκόταν μέσα στο σπίτι, ετοιμάζοντας ή έχοντας αρχίσει το μεσημεριανό. Δεν είχε καμία απολύτως διάθεση για χαιρετούρες και τυπικότητες. Αποφασισμένος, κίνησε προς την αγορά. Έφθασε μπροστά στο οπλοπωλείο. Κοντοστάθηκε για λίγο στην πόρτα, μα τελικά, την άνοιξε. Πλησίασε στον γκισέ τον οπλοπώλη. Ζήτησε να δει τα περίστροφα που διέθετε. Εκείνος, άπλωσε μπροστά του όσα περίστροφα είχε κι άρχισε να εκθειάζει το καθένα, λέγοντάς του πως ούτε στην πρωτεύουσα θα μπορούσε να βρει τέτοια κομψοτεχνήματα. Ο νέος διάλεξε ένα μικρό περίστροφο και δίχως διάθεση για παζάρια, πλήρωσε το αντίτιμο που του είπε ο οπλοπώλης, το έβαλε στη μέσα τσέπη του σακακιού του κι έφυγε. Περίπου δύο ώρες μετά, επέστρεψε στο οπλοπωλείο γεμάτος θυμό. Είπε με φωνή μανιασμένη στον οπλοπώλη, ότι του είχε πουλήσει ελαττωματικό όπλο. Ο οπλοπώλης αντέκρουσε τα λόγια του νέου και πήρε στα χέρια του το περίστροφο. Διαπίστωσε πως ο αγοραστής του δεν είχε απλώς απασφαλίσει και του έδειξε το πώς να το κάνει. Ηρεμώντας τώρα ο νέος, πήρε και πάλι το περίστροφο και χάθηκε στους στενούς δρόμους της επαρχιώτικης πόλης.
Σχεδόν σαν να μην όριζε πλέον τα βήματά του, μα αντίθετα, σαν τα βήματά του να τον όριζαν, βγήκε από την πόλη κι έφτασε σ’ έναν μικρό καφενέ που βρισκόταν πάνω στην παραλία. Ήταν ένα εξοχικό καφενεδάκι, όπου ακριβώς λόγω του ότι βρισκόταν πάνω σχεδόν στο κύμα, είχε πελατεία περισσότερο τα βράδια. Μπήκε μέσα. Εντελώς άδειο. Καλύτερα για ‘κείνον. Είχε ανάγκη την απόλυτη μοναξιά αυτή την ώρα. Στον καφενέ, εκείνο το μεσημέρι ήταν ο μικρός αδερφός του ιδιοκτήτη, μιας κι εφόσον δεν υπήρχε πολλή πελατεία, θα μπορούσε να τα φέρει ο πιτσιρικάς βόλτα. Ο νέος έκατσε σ’ ένα μικρό τραπέζι που ήταν κολλημένο στον τοίχο. Έκανε νεύμα στον πιτσιρικά να έρθει να του δώσει την παραγγελία του. Ζήτησε μια βυσσινάδα, τσιγάρα, κόλλες αναφοράς κι έναν κονδυλοφόρο, αν υπήρχαν. Ο πιτσιρικάς, του έφερε τη βυσσινάδα, μια κούτα με δέκα τσιγάρα, τον κονδυλοφόρο, αλλά κόλλες αναφοράς δεν είχε, παρά μόνο φύλλα τετραδίου. Δεν υπήρχε πρόβλημα, έκαναν και τα φύλλα με τις οριζόντιες γραμμές. Τούτη τη φορά, δεν είχε να γράψει κάποιο ποίημα για να τον απασχολεί το πού θα γράψει το “τελευταίο σημείωμα”. Άναψε ένα τσιγάρο, ρούφηξε τον καπνό και τον άφησε να βγει από τα σωθικά του με μια ανακούφιση, σαν να ‘ταν ο καπνός η τελευταία ανάσα ενός βαριά άρρωστου, που ο θάνατος ερχόταν σαν λυτρωτής από τον πόνο και την οδύνη. Τράβηξε άλλη μια ρουφηξιά από το τσιγάρο και για λίγα δευτερόλεπτα, έμεινε σκεπτικός. Όταν στο νου του μπήκε μια σειρά για το πώς θα εκμυστηρευτεί στον κόσμο όλα όσα τον τελευταίο καιρό τού είχαν βαρύνει την ύπαρξη, πήρε στο χέρι τον κονδυλοφόρο και ξεκίνησε να σκιαγραφεί στο χαρτί όλα τα συναισθήματα και τις σκέψεις του. Πολλάκις το χαρτί ήταν στη ζωή του ένας προσωπικός εξομολογητής. Τώρα, ο εξομολογητής του, γινόταν και ο προσωπικός του συμβολαιογράφος για τη διαθήκη που θα άφηνε πίσω του, τη διαθήκη με άγνωστο τον παραλήπτη. Έγραψε:
“Είναι καιρός να φανερώσω την τραγωδία μου. Το μεγαλύτερο μου ελάττωμα στάθηκε η αχαλίνωτη περιέργειά μου, η νοσηρή φαντασία και η προσπάθεια μου να πληροφορηθώ για όλες τις συγκινήσεις, χωρίς τις περσότερες, να μπορώ να τις αισθανθώ…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………
Είχα τον ίλιγγο του κινδύνου. Και τον κίνδυνο που ήρθε τον δέχομαι με πρόθυμη καρδιά. Πληρώνω για όσους καθώς εγώ, δεν έβλεπαν κανένα ιδανικό στη ζωή τους, έμειναν έρμαια των δισταγμών τους, ή εθεώρησαν την ύπαρξή τους παιχνίδι χωρίς ουσία. Τους βλέπω να έρχονται ολοένα περισσότεροι μαζί με τους αιώνες. Σ’ αυτούς απευθύνομαι…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………….
[Υ.Γ.] Και για ν’ αλλάξουμε τόνο. Συμβουλεύω όσους ξέρουν κολύμπι να μην επιχειρήσουνε ποτέ να αυτοκτονήσουν δια θαλάσσης. Όλη νύχτα απόψε επί δέκα ώρες εδερνόμουν με τα κύματα…………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………..”
Αφού τελείωσε το σημείωμα, του ‘ριξε μια ματιά ακόμη, το δίπλωσε και το έβαλε στην δεξιά τσέπη του σακακιού του. Σηκώθηκε, έδωσε στον πιτσιρικά ένα χαρτονόμισμα των 75 δραχμών. Εκείνος του είπε πως δεν έχει τόσα πολλά ρέστα που θα ‘πρεπε να του δώσει. Ο νέος τον κοίταξε στα μάτια κι ένα ίχνος θλιβερού χαμόγελου ζωγραφίστηκε στα χείλη του, έπειτα έστρεψε το βλέμμα προς την πόρτα κι αμίλητος, βγήκε έξω απ’ τον καφενέ. Ο πιτσιρικάς, έμεινε να κοιτάζει αμήχανα μια το χαρτονόμισμα μια τον παράξενο αυτόν πελάτη που πλέον έπαιρνε το διάβα που έβγαζε στην αλέα με τους ευκαλύπτους.
Αρκετά μέτρα μακριά απ’ τον καφενέ, ο νέος βρήκε έναν μεγάλο ευκάλυπτο και αποκαμωμένος, σωριάστηκε στη ρίζα του σε θέση οκλαδόν. Έβγαλε το καπέλο του και το ακούμπησε σιμά του. Κάρφωσε τα χέρια του στο χώμα και βούτηξε τ’ ακροδάχτυλά του μέσα του. Έπαιξε για λίγο με τις σβουρνιές που δημιουργούσε. Κοίταξε με απέραντη θλίψη ολόγυρά του: κανείς! Μονάχα τα πουλιά στα κλαδιά έδιναν στίγματα ζωής στ’ αυτιά και την καρδιά του, που τώρα χτυπούσε ολοένα και πιο γρήγορα, με δύναμη που νόμιζε πως θα έσπαζε τα κόκαλα, θα έσχιζε το δέρμα του και θα ξεπεταγόταν από μέσα του – θα έπεφτε κι εκείνη πάνω στο έδαφος που εκείνος είχε διαλέξει να γίνει το τελευταίο του στρώμα πριν να τον δεχτεί μέσα του. Η ώρα σίμωνε την 5η απογευματινή. Ιδρώτας έσταξε στο μέτωπό του – ιδρώτας καυτός, που όμως δεν προερχόταν από την ζέστη που, εν αντιθέσει με το χτεσινό βράδυ, ήταν τώρα εντονότατη, καταδεικνύοντας πως όντως, ήταν τέλος Ιουλίου. Η ανάσα του, βαριά, δίχως τον καπνό του τσιγάρου να την συνοδεύει τώρα. Έβαλε την δεξιά του απαλάμη στο μέρος της καρδιάς του – την αφουγκράστηκε. Ξανακοίταξε ολόγυρα με την απόγνωση ακόμη πιο μεγάλη. Έβαλε το χέρι στη μέσα τσέπη του σακακιού και απότομα, έβγαλε από ‘κει το περίστροφο που λίγες ώρες πριν είχε αγοράσει. Το έπαιξε για λίγο με τα δυο του χέρια, έπειτα, το έστρεψε στην καρδιά του, έκλεισε τα μάτια και…
Τα πουλιά, τρομαγμένα, σταμάτησαν απότομα το τραγούδι τους και πέταξαν κι αυτά. Μέσα στα σμήνη που πέταξαν στον ουρανό, μία κάργια έντρομη πέταξε κι αυτή. Το τραγούδι σταμάτησε απότομα, μαζί με το τραγούδι που έλεγε ένας ποιητής…
Κάποια χρόνια μετά, ένα αυτοκίνητο έφτασε στην επαρχιώτικη, την ίδια αυτή πόλη. Στάθμευσε λίγο μετά την είσοδο της πόλης. Ένας άλλος νέος βγήκε από μέσα κι άρχισε να κάνει τα ίδια βήματα, (ήταν λες κι έβλεπε πάνω στο οδόστρωμα τα χνάρια που ο χρόνος είχε για τα καλά σβήσει, εκείνου του άλλου νέου), που χρόνια πριν, έκανε εκείνος ο εξόριστος νέος. Περπάτησε στα ίδια στενά, μικρά σοκάκια. Αντίκρισε τα ίδια -σχεδόν- μαγαζιά, τα ίδια σπίτια, τους ίδιους ανθρώπους, μαζί με κάποιους που ο άλλος νέος, δεν αντίκρισε ποτέ. Έφτασε μπροστά στην ίδια καγκελόπορτα που σαν την άνοιγες, έβγαζε στην ίδια σκάλα, στο ίδιο χαγιάτι, το ίδιο δωμάτιο. Εκεί, στάθηκε για κάμποση ώρα, αμίλητος κι ασάλευτος να θωρεί το σπίτι που στέγασε τον εξόριστο νέο τους δυο τελευταίους μήνες της ζωής του. Ένα δάκρυ έτρεξε πάνω στο μάγουλό του, μα το σφούγγισε γρήγορα. Αφού χόρτασε για τα καλά τον εξωτερικό χώρο του σπιτιού, συνέχισε να παίρνει τον ίδιο δρόμο που είχε πάρει κι εκείνος την τελευταία μέρα της ζωής του. Οδηγούμενος από το ένστικτό του -κι όχι μόνο-, έφτασε στη αλέα με τους ευκαλύπτους. Έμοιαζε εκεί σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα, ούτε ώρα από τις πέντε το απόγευμα εκείνης της αποφράδας ημέρας. Προχώρησε για καλά μέσα στην αλέα. Τα πουλιά στα κλαδιά είχαν ξαναπιάσει το τραγούδι τους γεμάτα χαρά, υμνώντας τη ζωή και το θαύμα που αυτή σηματοδοτεί. Όταν έφτασε στη ρίζα του γνωστού ευκαλύπτου, άπλωσε το χέρι στον κορμό του. Ένιωσε την αύρα του, αισθάνθηκε τη δύναμή του. Τότε ήταν που άφησε μια δυνατή, ολοκάθαρη φωνή να σχίσει τον αιθέρα, κάνοντας τα πουλιά στα κλαδιά, να σταματήσουν το τραγούδι και τρομαγμένα, να πετάξουν μακριά, (μέσα σ’ αυτά τα πουλιά, και μία κάργια). Μια φωνή που σηματοδοτούσε τα πάντα και το τίποτα μαζί, το τραγικό και την κωμωδία, το χτες και το σήμερα που μαζί γεννούν το αύριο:
“Ήτο μεγάλος ποιητής ο νέος αυτός και ευγενής. Το λέγω και θα το ξαναπώ πολλάκις – είναι μεγάλος ποιητής ο
Κώστας Καρυωτάκης!”
ΕΠΙΜΥΘΙΟ: 90 χρόνια μετά: Το παρόν κείμενο, δεν επιθυμεί επ’ ουδενί να λογιστεί ως κάποιου είδους μνημόσυνο, εξαιτίας της επετείου των 90 χρόνων από την ημέρα της αυτοκτονίας του Κώστα Καρυωτάκη. Είμαι φύσιν αντίθετος στις επετείους και τα μνημόσυνα. Η μνήμη είναι μια διεργασία καθημερινή και επώδυνη πολλές φορές. Πρέπει να είσαι διατεθειμένος να τοποθετήσεις το εσώτερο κόσμο σου στην επισφαλή θέση του δέκτη πολλών θλιβερών καταστάσεων, ή και καταστάσεων που τη στιγμή που έλαβαν χώρα, δεν φορούσαν το προσωπείο της θλίψης, μα που όμως, η απώλειά τους εν τέλει, τις μετέτρεψαν με μια πικρόγλυκη γεύση σε απομεινάρια θλιβερά. Και πάλι όμως, ακόμη και με αυτή τη μορφή, υπάρχει πάντα ο άξιος λόγος τού να τα θυμάται κανείς.
Το παρόν κείμενο δεν είναι τίποτα λιγότερο και τίποτα περισσότερο από μια προσπάθειά μου νοερή, να βρεθώ στη μέση των γεγονότων, των τελευταίων ωρών του αγαπημένου μου ποιητή, δίχως να έχω τη δύναμη της παρέμβασης που άλλωστε, ακόμη κι αν την διέθετα, δεν θα υπήρχε από μεριάς μου καμία απολύτως διάθεση χρησιμοποίησής της. Θέλησα να βρεθώ ενώπιον αυτών των ωρών, έχοντας τα δεδομένα, μα φιλτράροντας τα μέσα από τη μόνη δύναμη που έχει ο άνθρωπος να σπάει το συνεχές χωροχρονικό και να μετατοπίζεται από το ένα μέρος στο άλλο, από τη μια εποχή στην άλλη, σε δευτερόλεπτα, δίχως την παρεμβολή του οποιουδήποτε, ή του οτιδήποτε: τη δύναμη της φαντασίας. Και είναι αυτή ακριβώς η δύναμη της οποίας αναγνώρισε τη μεγάλη της αξία και ο Κώστας Καρυωτάκης και την χρησιμοποίησε στον παμμέγιστο βαθμό και στο έργο μα και στη ζωή του. Ακόμη και το αποχαιρετιστήριο σημείωμά του προς τους ανθρώπους, φέρει έντονα το στίγμα του φαντασιακού, (ίσως κάποτε γράψω τις εμπειρίες ενός πνιγμένου).
Μακριά από επετείους και μνημόσυνα, παρότι γράφτηκε αυτό το κείμενο πάνω στη συμπλήρωση των 90 αυτών χρόνων, επικαλέστηκα αυτή την πνοή ελευθερίας που πετάει πάνω από τον Κόσμο, που ενώνει τον θόλο του ουρανού με το έδαφος κι ακόμη και το υπέδαφος, τις θάλασσες, τους ανθρώπους αναμεταξύ τους. Μακριά από επετείους και μνημόσυνα, καλώ όλους όσους ενστερνίζονται τη δύναμη του λόγου και το ταλέντο του ποιητή Καρυωτάκη, να μην δεχτούν να καταπνιγούν στη σκόνη της λήθης, αυτές οι συγκινησιακές δομές που αποτελούν το έργο μα και την αξία του ανθρώπου Καρυωτάκη, κάτι που φυσικά, το πέρασμα των χρόνων, δεν το κατάφερε, σε πείσμα των ουκ ολίγων πολεμίων του, σύγχρονων και μεταγενέστερών του και θα πρέπει να συνεχιστεί να βρίσκεται στην επιφάνεια, δίχως μιμητισμούς ή λογοκλοπές, απλά με την βαθιά μελέτη του έργου αλλά και της ίδιας του της ζωής, που δυστυχώς, έχει διαστρεβλωθεί με αβάσιμες προφάσεις του τύπου, “άτομο δίχως κοινοσυνειδησιακό πρόσιμο”, ή, “παραιτούμενος απ’ τη ζωή”. Δεν είδαν αυτοί που του καταλογίζουν αυτές τις κατηγορίες, πουθενά γραμμένα ποίηματα σαν το “Στο Άγαλμα της Ελευθερίας που Φωτίζει τον Κόσμο”, δεν έμαθαν ποτέ αυτοί οι κύριοι την συνδικαλιστική δράση και τις ανησυχίες που επέδειξε με τόση σφοδρότητα είτε για τους συναδέλφους του δημόσιους υπαλλήλους, είτε για τους πρόσφυγες μικρασιάτες. Εύκολα μπορεί ο καθένας να κρίνει το απονενοημένο διάβημα κάποιου που ούτε καν μπορεί να φανταστεί τη ζωή και τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει εκείνος, κι ακόμη ευκολότερα, κρίνει με γνώμονα τη δική του ιδιοσυγκρασία, τις αντοχές και το σθένος του άλλου. Μα όλα αυτά, είναι ψιλά γράμματα γι’ αυτούς. Εκείνο που μένει όμως, είναι το έργο του ποιητή κι αυτό το έργο, οφείλουμε να διαφυλάξουμε μακριά από τα αδηφάγα μάτια όλων όσων δεν το κατανοούν, ή απλά, δεν έχουν τη βούληση να το κατανοήσουν. Εκεί που ο άνθρωπος βάζει τέλος, η μνήμη σημαίνει την αφετηρία.











Εάν υπάρχει κάτι , που μου προκαλεί δέος για τον
Καρυωτάκη , και τον κάθε αυτόχειρα , είναι μόνο το
Θάρρος να σβήσουν την έννοια που οι κατσαρίδες
αποκαλούν ʽʼ απονενοημένο ʽʼ !!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!
Άργησα ένα χρόνο κοντά να απαντήσω γιατί δεν είχα πιάσει ομολογώ το πνεύμα σας: Αν η λέξη “κατσαρίδα” απευθύνεται σε μένα, έχω να πω πως καλύτερα να είμαι κατσαρίδα παρά σκουλήκι… Κατανοητό νομίζω.
5Καρυώτης
21 / 7 / 18
Ειμί , ʼλίγον τι , Καρυώτης
θιασώτης Αλεξανδρινός !
Μεγαλείου ηλιθιότις !
Μια λυχνία δίχως φως !!
Μόνιμο το πρόβλημα μου
υπομένω και πονώ !
Οι φελλοί να επιπλέουν
κʼ οι αξίες , στο βυθό !!
Πιο πολλές οι κατσαρίδες
κʼ οι ανθρώποι λιγοστοί !
Μπέρδεψαν οι Ευμενίδες
την ανάγκη , με πουγκί !!
Μόνο κέντρο το ʽʼ εγώ ʽʼ μου
τους ανθρώπους ίσως μισώ !
Δόξης πάσης , ο εαυτός μου !
Πεποιθώς αδυνατώ !!
Γύμνια μου ο ερωτισμός μου
ο ανύπαρκτος σαφώς !
Έλλειμμα ο ανδρισμός μου
στου αυτόχειρα το ʽʼ πως ʽʼ !!
Κι αν αράδες πέντε γράφω
και ψευδώς φιλολογώ (λογοτεχνώ)
γράψτε στο δικό μου τάφο
πως τον θάνατο , αγαπώ !!
Παναγής Αντωνόπουλος
“Δεν είδαν αυτοί που του καταλογίζουν αυτές τις κατηγορίες, […] Εκεί που ο άνθρωπος βάζει τέλος, η μνήμη σημαίνει την αφετηρία.”
Ακριβώς!
Θα προσθέσω, επίσης, πως εύκολα τον κατηγορούν κάποιοι
για δειλία( Αυτόν που μέσα στον καύσονα του Ιουλίου είχε την τόλμη ν’ ακουμπήσει το μέταλλο στην καρδιά και με σταθερότατο χέρι να πατήσει τη σκανδάλη), ενώ οι ίδιοι μπορεί να φτάσουν στα ενενήντα και κατάκοιτοι (βάρος στον εαυτό τους και τους άλλους) να ικετεύουν (σε ό,τι πιστεύουν) για μιαν ακόμη ώρα άθλιας ζήσης…
Κυρία, (δεσποινίς, δεν ξέρω), Αθανασίου, με συμπληρώσατε..Οφείλω να αναφέρω την άποψη (άστοχη) του Νικόλαου Κάλάς (του οποίον, παρότι λατρεύω το έργο του, εν προκειμένω, διαφωνώ ριζικά μαζί του), που αποκάλεσε τον Καρυωτάκη “παραιτηθής απ’ τη ζωή”. Δεν βλέπουν ή δεν θέλουν να δουν το πόσο διεισδυτικός υπήρξε στο μεδούλι της πραγματικότητας και πόσο αγάπησε στ’ αλήθεια τις λιγοστές χαρές που προσφέρει η ζωή – σκλάβος όμως δεν υπήρξε ποτέ και για κανέναν. Όσον αφορά την “απαισιοδοξία”, ο Καρυωτάκης ήταν το έμβιο παράδειγμα αυτού που ο Σοπενάουερ ονόμασε “φιλοσοφημένη αισιοδοξία”.
Όντως, δεν δέχτηκε να σκλαβωθεί _ στρατευθεί στην υπηρεσία καμιάς παράταξης.
(Γι’ αυτό και γνώρισε αντιπάθειες, επαγγελματική στασιμότητα, πρόστιμα… τις γνωστές διώξεις.)
Απόλυτα πολιτικός ποιητής (όσο κανένας άλλος), αλλά όχι κομματικός δεν αγαπήθηκε από καμιά παράταξη• ακόμη και σήμερα, όλα τα “χρώματα” τον απεχθάνονται.
Κι αυτό είναι, ξεκάθαρα, προς τιμή του!
Θα συμφωνήσω με τον όρο του Σοπενχάουερ• ο Καρυωτάκης αγωνίστηκε συνδικαλιστικά για έναν καλύτερο κόσμο• αυτό αποδεικνύει περίτρανα πως πίστευε πως μπορεί, πρέπει, και θα υπάρξει (κάποια στιγμή) αυτός ο κόσμος• πως είν’ επιτακτική αναγκαιότητα _ κι όχι ουτοπία, ή ιδιότροπη απαίτηση των ανίσχυρων.
(Προτιμώ, όσοι δεν έχουν να πουν κάτι εχθρικό εναντίον μου) να με αποκαλούν Αλεξία.)
Ελάχιστοι γνωρίζουν ότι ο Καρυωτάκης αγωνίστηκε με πείσμα για τα δικαιώματα του κλάδου του (ήταν δημόσιος υπάλληλος) και μάλιστα σε μια εποχή που η έλλειψη συμμόρφωσης σηματοδοτούσε αναφορές, δυσμενείς μεταθέσεις, ακόμα και απόλυση, (τη χρονιά του θανάτου του ψηφίστηκε και το Ιδιώνυμο, ενδεικτικό του κλίματος). Ο ποιητής είναι αναγνωρισμένος συνδικαλιστής και εκλέγεται γραμματέας της Ενώσεως Δημοσίων Υπαλλήλων Αθηνών. Εξαιτίας της δραστηριότητάς του, είχε τεθεί στο στόχαστρο από κύκλους του υπουργείου του. Η δημοσίευση, όμως, στην εφημερίδα «Καθημερινή» αποκαλύψεων σε βάρος του υπουργού Πρόνοιας Μιχάλη Κύρκου (πατέρα του Λεωνίδα) σχετικά με τη σκανδαλώδη διαχείριση των οικονομικών που συνδέονται με την αποκατάσταση των προσφύγων (βρισκόμαστε στην εποχή μετά την Μικρασιατική Καταστροφή) ωθεί το περιβάλλον του υπουργού στο να καταδείξει (λανθασμένα) ως υπεύθυνο των διαρροών τον Καρυωτάκη. Ο ίδιος, λόγω της θέσης που κατείχε, γνώριζε λεπτομερώς τις παρασπονδίες των ανωτέρων του κι είχε ενοχλήσει την ιεραρχία με αναφορές διαμαρτυρίας. Άρα, –συνταιριάζοντας κανείς και τη συνδικαλιστική του δράση- μοιραία βρέθηκε στο στόχαστρο. Ο ίδιος, βέβαια, μάταια κραύγαζε για την αθωότητα του, ακόμα και στην τελευταία του επιστολή («Η χυδαία πράξη που μου αποδίδεται τη μισώ»).\
[….]
Βλ. σχόλιο 2
http://www.poiein.gr/archives/22586
Η χυδαία πράξη ήταν μια ψευδής κατηγορία περί μαστροπείας.
Οπωσδήποτε εξαιρετικό το κείμενο σας,ποιος μπορεί άραγε να πει κάτι για την ποιότητα του λόγου, (ποίησης) του Καριωτάκη.Εκείνο που δεν λέγεται, αφήνεται όμως από τον ίδιο, στο τελευταίο του γράμμα ως αιτία της πράξης του, άλλωστε ένας τόσο νέος άνδρας,αν δεν υπήρχε αυτός ο λόγος όσο και πεσιμιστής να ήταν, δεν θα ‘φτανε ποτέ στο σημείο που έφτασε.Δεδομένου όλου του νοσηρού κλίματος της εποχής του.Δυστυχώς εκείνη την εποχή δεν υπήρχαν οι σύγχρονες θεραπείες και ο κόσμος εύκολα στιγμάτιζε τον καθένα αδιακρίτως.Πολύ δε περισσότερο αυτόν, γιατί προκαλούσε τον φθόνο πολλών.
Αμετανόητε οραματιστή! Είσαι από τους ελάχιστους, που σήκωσαν ψηλά, το κεφάλι μιάς πόρνης αδήλωτης, που λέγεται Ποίηση.
Μ’ ολόγιομα μάτια, αδελφέ Καρυωτάκη, υποκλίνομαι στο αίμα σου, με το οποίο, άδραξες την συνέπεια, της εσώτερης-πνευματικής παλιγγενεσίας.
Στους απύθμενους πυθμένες μιά νυχτιά θα κατεβώ.
Μ’ οξυμένες τις αντένες ύδωρ πύρινο θα πιώ.
Μέσα στων βυθών τα βύθη, σε κλαυσόγελα γοερά,
πίνω απ’ των χρησμών τα στήθη ποιητών τα ιερά.
Κώστα Καρυωτάκη! Γίνε στην αγέλη μας ταγός.
Σχίζεις τις χρυσές κορδέλλες δεν σου πρέπει αρχηγός.
Σ’ αφερέγγυους αγώνες το κοντάρι παρατάς,
πάντα ρίψασπις, δραπέτης, τους θεσμούς πετροβολάς.
Της χίμαιρας τη θύελλα μονάχος σου διαβαίνεις,
από τους τόπους τους κοινούς όλο και ξεμακραίνεις,
της στόχασης αντάρτης, της στατικής, άβιας ζωής ο νεκροθάφτης.
———————————————–
Το όμορφο ταξίδι στην Ιθάκη,
δοκή του σοφιστή.
Οι κρόταφοί του έσταζαν στην Πρέβεζα ρυάκι,
του αισθητή η οργή.