Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Η Κρίση της Ποίησης

Γιώργος Βέλτσος, «Ροή αέρα: Τετράδια χειρωνακτικής γραφής», εκδ. Πατάκη, 2024 (γράφει ο Μιχάλης Κατσιγιάννης)

Γράφω για τον Γιώργο Βέλτσο. Ευτυχία και αγωνία μαζί. Γιατί τι να γράψει κανείς για ένα τέρας του λόγου; Αναγκαστικά θα εγκλωβιστεί, θα χαθεί και θα πλήξει. Όμως, το μεγαλύτερο πρόβλημα αυτής της κατάστασης δεν βρίσκεται στη σφαίρα του προσωπικού, του ιδιωτικού, αλλά στο γεγονός ότι θα προκληθούν όλα αυτά, στο κείμενο, στο γράμμα, στη λέξη.

Ωστόσο, τώρα ξεφεύγω – αλλά για λίγο (όμως, πάλι ψευδαίσθηση) – απ’ αυτόν τον κίνδυνο διότι έχω να σκεφτώ και να μιλήσω επί ενός συγκεκριμένου θέματος, για την ποιητική συλλογή ‘Ροή αέρα: Τετράδια χειρωνακτικής γραφής’ (2024, εκδ. Πατάκη).

Στη συλλογή, διαβάζω τη συλλογή, δηλαδή το κείμενο (το κείμενο ως επιτελεστική πρακτική), τις επιστροφές του, τις διαρρήξεις και τις τομές του, τις αρνήσεις του, τις αποδοχές και τις συγκαταθέσεις του και προφανώς τους τρόπους ύπαρξης και δράσης που επιτελεί εντός των ποιητικών ρωγμών – και όχι των ρωγμών του ποιητικού κειμένου – ο ποιητής. Αυτό σημαίνει ότι παρατηρώ ένα είδος, όχι συνύπαρξης, αλλά συμβίωσης μεταξύ του ποιητικού υποκειμένου και του ποιητικού κειμένου.

Το πρώτο δεν είναι απλώς ο δημιουργός του δεύτερου (αν υποτεθεί ότι όντως ισχύει τελικά αυτή η μονοκατευθυντική – και παράλογη – σχέση), αλλά υφίσταται μια σχεσιακή διαλεκτική σε όλο της το βάθος: ποιητής και ποίημα, ποίημα και ποιητής, αλληλοκατασκευάζονται και αλληλοδιαρρηγνύονται, αλληλοσπαράσσονται και αλληλογκρεμίζονται, μπλέκονται δηλαδή σ’ ένα ατέρμονο υφαντό που δεν καταλήγει πουθενά, μόνο δημιουργεί α-παράλληλες σχέσεις.

Αυτή η σχεσιακότητα παραπέμπει στη συνολική εικόνα, στο κεντρικό πλάνο: ο ποιητής ζει από το ποίημα, από τη γραφή. Δεν πρόκειται δηλαδή για κάτι εξωτερικό απ’ αυτόν, για ένα μέσο εκπλήρωσης – έστω και ζωτικών σκοπών – αλλά για μία υβριδική ύπαρξη, απρόσωπη, μη διακριτή. Παραθέτω ενδεικτικά ένα ποίημα:

 

Meaning – Moaning (σελ. 69)

 

Όταν στο νόημα ακούγεται ο θρήνος

Μην πάει ο νους σου

Στα θανατερά

Γίνου ο ποιητής στα φανερά

Την επόμενη

Κι ο θόρυβος – ο ιεροεξεταστής που απομένει.

 

Δεν περιμένει το πουλί

Χτυπάει του ήχου την παγίδα

Στη λεωφόρο

Και το δρεπανηφόρο καταφθάνει

Αίματα ύστερα, γυαλιά, λέξεις συνάψανε το πουθενά.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Θωμαΐς Βλάχου, «Δύο Κενών Σιωπή», εκδ. Σμίλη, Αθήνα 2025 (γράφει ο Παναγιώτης Ηλιόπουλος)

Ένας από τους επιστήθιους, νεκρούς, ποιητικούς μου φίλους, ο Τ. S. Eliot υποστηρίζει σε ένα από τα δοκίμιά του πως «η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση· δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα». Έχω τη γνώμη πως τούτη είναι μια επαρκής εισαγωγική περιγραφή για να κατανοήσει κανείς με τη χρειώδη διορατικότητα τη λογοτεχνική διαδρομή της Θωμαΐδος Βλάχου.

Η ποιήτρια αποδρά από το ίδιον, από το ασφυκτικά εγωικό της παρούσης συγγραφικής γενιάς, δεν δραπετεύει από τα συγκινησιακά μέσα που επιδαψιλεύει η τέχνη η ποιητική. Στο ποιητικό της κείμενο, τη δεύτερη τούτη συλλογή, δεν σπαταλά τη συγκίνηση όπως κάνουν άλλοι ομότεχνοι της αλλά τη μεταμφιέζει κι ενίοτε τη χειρίζεται, ως από ένα εκμαγείο μορφής που παρατηρεί ενδελεχώς κι ύστερα αποδεσμεύει ώστε να μεταλλεύσει το δικό της στοχαστικό κι αισθητικό, πρωτογενές υλικό.

Η κ. Βλάχου στην πρώτη σελίδα του ποιητικού της πονήματος χρησιμοποιεί μια φράση του Tolkien, ιδιαίτερα σημασιοδοτική των δικών της προθέσεων: «Όποιος δεν μπορεί να καταλάβει τη σιωπή σου, δεν μπορεί να καταλάβει ούτε τα λόγια σου». Μα χτίζεται ένα ποιητικό κείμενο από σιωπές; Αν ναι, ας παρατηρήσουμε πώς το επιχειρεί η ποιήτρια Βλάχου. Ήδη στο πρώτο ποίημα, στο ποίημα Ψάχνοντας, η ποιήτρια εξιστορεί ένα σακούλι με αγάπες στα χρόνια της αθωότητας, όπου ψάχνοντας εντοπίζει ένα παραμύθι. Μας αναφέρει τα αντικείμενα που βρίσκει στο παραμύθι, έναν δράκο, έναν φόβο, έναν κόμπο, μια πληγή κι έναν λεκέ. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό πως όλες αυτές οι λέξεις είναι αρνητικές, μολονότι υλοποιούνται στα χρόνια της αθωότητας. Η αθωότητα του ανθρώπου δεν είναι απαλλακτική της μοιραίας συνεύρεσής του με το κακό. Παραλείπεται δια της σιωπής ο ρόλος του παρελθόντος στα ευρήματα αυτά του παραμυθιού. Στη συνέχεια η ποιήτρια, στο ίδιο ποίημα, αναφέρει πως αναζητούσε θετικά πράγματα, εκφρασμένα με θετικές λέξεις αυτή τη φορά: αγάπη μαγική, χαρά της ζωής, σταθερότητα μέσα στον χρόνο, κι ομολογεί πως δεν τα βρήκε. Και στις δυο στροφές, η ποιήτρια επιμένει ότι τούτα δεν προέκυψαν μόνα τους. Επιδίωξε να τα βρει. Αποσιωπώντας όμως τις προθέσεις της όπως και τα ισχυρά ενδεχομένως γεγονότα που τα απέκρυψαν από εκείνη.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Eλένη Αλεξίου, «Επτά ανάσες πριν» εκδ. Σαιξπηρικόν, 2022 (γράφει ο Σωτήρης Παστάκας)

Η ποιητική συλλογή «Επτά ανάσες πριν» της Ελένης Αλεξίου είναι μια βαθιά συναισθηματική και πολυεπίπεδη δημιουργία, που εξερευνά τον χρόνο, τη μνήμη, την προσφυγιά, τον θάνατο και την αγάπη που συνδυάζει τον ρεαλισμό με τη μαγεία της ποίησης μέσα από μια έντονα λυρική και συμβολική γλώσσα. Η συλλογή χωρίζεται σε ενότητες, καθεμία από τις οποίες αναπτύσσει διαφορετικές πτυχές της ανθρώπινης εμπειρίας – από τη μοναξιά και την απώλεια μέχρι τον πόνο της αποξένωσης και της συγκίνησης. Για να δούμε λοιπόν, αυτές τις επτά ενότητες-ανάσες:

  1. Βηματισμοί σε ένα ξερό ρυάκι – Περιγράφει τη δίψα της ύπαρξης, τις αναμνήσεις και τη νοσταλγία, με τη φύση να λειτουργεί ως καθρέφτης της ανθρώπινης εμπειρίας. Ξερό ρυάκι/κλωστούλα στη γλώσσα/ρουφήχτρα σιωπή/Διψώ!
  2. Γραμματική του καλοκαιριού – Αγγίζει την παιδικότητα, τις αναμνήσεις, τον χρόνο και την ελευθερία. Λέξη λέξη/ράβω/της σκέψης το πανί/γράμμα/ράμμα
  3. Δήλωσις πίστεως – Μια ποιητική εξομολόγηση για την πίστη στον άνθρωπο, την αγάπη και τις μικρές στιγμές που συνθέτουν το θαύμα της ζωής. Πιστεύω στο πετραδάκι που μου πλήγωσε το δάχτυλο/(το κουβαλούμε μέσα μας το χώμα)
  4. Ακίνητη νύχτα – Εξετάζει την αίσθηση της μοναξιάς, του ανεκπλήρωτου και της νύχτας ως μεταφοράς της σιωπής και της αναμονής. Νύχτα λίμνη/γκιων-γκιων/ρίχνει τα βοτσαλάκια του ο Γκιώνης
  5. Προσφυγικός καταυλισμός – Αφηγείται την εμπειρία της προσφυγιάς, της απώλειας και του αγώνα για επιβίωση, με ρεαλισμό και συγκίνηση. Άδεια η κοιλιά μου /ασήκωτη/-σα να βαστώ πολλά κιλά ψωμί/ή πέτρες
  6. Θέμα ανατομίας– Επικεντρώνεται στη βιαιότητα του πολέμου και τη ματαιότητα της ανθρώπινης σύγκρουσης. Τι κι αν χάσαν/τα μωρά τους/-το γάλα ζωντανό/ακόμη τρέχει
  7. Επτά ανάσες πριν – Τοποθετεί τον αναγνώστη στην καρδιά της πανδημίας, των αποχωρισμών και του θανάτου, με έντονη συγκινησιακή φόρτιση. Θέλει βάθος η ρίζα/να γίνει κυπαρίσσι/Λιγνό μου στάχυ,/φέτος ο Χάρος/θερίζει απ’ τον χειμώνα
Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Γιώργος Σαράτσης, «Τέναγος», εκδ. Τηλέγραφος, 2024 (γράφει ο Λάμπρος Αναγνωστόπουλος)

Η συλλογή «Τέναγος» του Γιώργου Σαράτση αποτελεί ένα ποιητικό ταξίδι μέσα στη φύση, στο σώμα και στην ανθρώπινη ύπαρξη. Είναι χωρισμένη σε πέντε ενότητες, επί της ουσίας όμως μοιάζει να είναι μία. Οι εικόνες του προέρχονται από τα βουνά, τα δάση, τα ρέματα αλλά λειτουργούν συχνά ως καθρέφτες εσωτερικών καταστάσεων. Στον πυρήνα της συλλογής βρίσκεται και η σχέση του με τον τόπο και το τοπίο. Όχι απλώς μία γεωγραφία της Μακεδονίας, της Πίνδου, του Ολύμπου, της Ελασσόνας βεβαίως –τόπου καταγωγής του– αλλά συνολικά της ελληνικής υπαίθρου. Ένας τόπος που είναι η μήτρα, αλλά γίνεται τραύμα και καταφύγιο μαζί. Η φύση πότε χειμερινή, πότε άγονη, αλλά και καλοκαιρινή και πυκνόφυτη, μετουσιώνεται συχνά σε ψυχικό τοπίο.

Ο Σαράτσης ακούει τον κόσμο με έναν διαφορετικό τρόπο: «Δεν ακούω, βλέπω», λέει, δηλώνοντας ότι η εμπειρία ζωής γίνεται αυτόματα οπτική και βαθιά εσωτερική. Γράφει: «Η ύπαιθρος / ανθισμένο κενοτάφιο». Το φυσικό περιβάλλον γίνεται έτσι ένας τόπος όπου συναντιέται το παλιό με το σημερινό, το παρελθόν με το παρόν. Οι εικόνες βουνών, ρεμάτων, λίθων και εγκαταλελειμμένων οικισμών, φορτίζονται από μια πνευματικότητα σαν να πρόκειται για φορείς μνήμης, τεκμήρια ενός κόσμου που υπερβαίνει η ίδια του η σιωπή. Σημαντική είναι και η σχέση του με το σώμα: Ένα σώμα συχνά ευάλωτο, εξουθενωμένο, που όπως γράφει: δε γεμίζει, παρά μόνο αδειάζει. Πάνω σ’ αυτό το σώμα καταγράφονται φόβοι, απώλειες, οι μικρές καθημερινές ήττες του ανθρώπου, αλλά και η αντίσταση σ’ αυτές τις ήττες: «Η αγάπη έχει πάντα / τη θερμοκρασία του σώματος», γράφει.

Ένα άλλο ιδιαίτερο κομμάτι του βιβλίου αποτελούν ο χρόνος και η μνήμη. Ο Σαράτσης τα αντιμετωπίζει με σκληρότητα. «Ο χρόνος χάνεται / όπως σβήνει ένα χάδι», ενώ η ενηλικίωση βιώνεται ως κάτι ιδιαίτερο: «Ντρέπομαι που ενώ συνέβησαν όλα / παρέμενα ενήλικας / κι όχι παιδί». Ο χρόνος, λοιπόν, παρουσιάζεται από τη μια ως φθορά και από την άλλη ως πεδίο, όπου ο άνθρωπος μαθαίνει να συμφιλιώνεται με αυτό, αλλά και με την απουσία, το ανεπίστρεπτο. Στο «Τέναγος» το παρελθόν έχει ρίζα: «Είμαστε ό,τι πέρασε / αναπνέω και το τοπίο διαστέλλεται». Το ποίημα συχνά λειτουργεί σαν μία σκηνή, όπου το ελάχιστο γίνεται μεγάλο και το καθημερινό μεταμορφώνεται σε σύμβολο. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι το «Τέναγος» λειτουργεί ως μία ποιητική γεωγραφία της ανθρώπινης αδυναμίας. Μιλά για τον άνθρωπο που μικραίνει, για τον τόπο που δεν τον αφήνει ποτέ πραγματικά και για το βλέμμα που παλεύει να διατηρηθεί και δεν ανήκει σε κανέναν πια. «Να μείνει βλέμμα χωρίς άνθρωπο». Η ποίηση έτσι παίρνει τον ρόλο μιας άσκησης απλότητας, μιας ηθικής στάσης απέναντι στη σύγχρονη πραγματικότητα.

Διαβάστε περισσότερα
Η Κρίση της Ποίησης

Θόδωρος Πετρόπουλος, «Άδυτο Αγίων», εκδ. Μανδραγόρας, 2024 (Γράφει η Χριστίνα Ι. Μιχαηλίδου)

Ο τίτλος της πρώτης ποιητικής συλλογής του Θόδωρου Πετρόπουλου,  μας εισαγάγει σε μία μυσταγωγική ατμόσφαιρα με βαθύ συμβολισμό και πνευματικό φορτίο. Πυρήνας της θεματικής του βιβλίου είναι ο άνθρωπος ως αξία αναλλοίωτη και άφθαρτη.

Παρατακτική σύνδεση:/ ο άνθρωπος δίπλα στον άλλο άνθρωπο.//Αγάπη λέγεται και σεβασμός./ Αν το θέλουμε…//Αν δεν το θέλουμε/ας γίνουμε ασύνδετο σχήμα.//Έγκαιρα//Πριν μπλέξουμε το κουβάρι/της διαδοχικής υπόταξης//Μέσα μας. («Περί συνδέσεων» σελ. 12).

Οι παραπάνω στίχοι συμπυκνώνουν την αλήθεια της ανθρώπινης υπόστασης σε δύο μόνο λέξεις: αγάπη και σεβασμός. Απαραίτητη προϋπόθεση για να συνυπάρξουν είναι η θέληση να παραμείνουμε άνθρωποι, με πίστη σε ιδανικά και αξίες. Οι στίχοι του ποιητή θυμίζουν τα λόγια του αντιστασιακού συγγραφέα Χρόνη Μίσιου «Αγωνίζομαι να μείνω άνθρωπος και αυτή είναι η κορυφαία πολιτική μάχη. Να μπορείς να αποφύγεις τη βαρβαρότητα αυτής της εποχής. Να μπορείς να παραμείνεις άνθρωπος με τρυφερότητα».

Η συλλογή ξεδιπλώνεται ως ένα εσωτερικό ταξίδι που διατρέχει τη μνήμη, την ιστορία και τον μύθο με προεκτάσεις στη σύγχρονη πραγματικότητα. Ο ποιητής ανακαλεί μυθικές μορφές όπως την Ινώ για να φωτίσει προαιώνιους δρόμους επιμονής και αντοχής του ανθρώπινου γένους:

…//Ισιώνει την ψυχή μας/που έχει μείνει κλαδάκι έρημο/και πάει να σπάσει/Δεν είναι το γραφτό μας να χαθούμε, λέει/ και μας δείχνει τον δρόμο για τους Φαίακες./ Μας δίνει άφθαρτο να τυλιχθούμε μαγνάδι./ Χάνεται όπως ήρθε// Συνεχίζουμε στη θύελλα βέβαιοι πως θα σωθούμε. («Ινώ» σελ.9).

Συνομιλεί με την Αντιγόνη την τραγική ηρωίδα, που παρά τα δεινά της παραμένει πιστή στα πανανθρώπινα ιδεώδη, φωτίζοντας τον δρόμο των ποιητών… Ούτοι συνέχθειν, αλλά συμφιλείν έφυν ακούγεται ως ψίθυρος η φωνή της («Συμφιλείν έφυν», σελ. 37).

Διαβάστε περισσότερα