Ένας από τους επιστήθιους, νεκρούς, ποιητικούς μου φίλους, ο Τ. S. Eliot υποστηρίζει σε ένα από τα δοκίμιά του πως «η ποίηση δεν είναι ένα ελευθέρωμα της συγκίνησης, αλλά απόδραση από τη συγκίνηση· δεν είναι έκφραση της προσωπικότητας, αλλά απόδραση από την προσωπικότητα». Έχω τη γνώμη πως τούτη είναι μια επαρκής εισαγωγική περιγραφή για να κατανοήσει κανείς με τη χρειώδη διορατικότητα τη λογοτεχνική διαδρομή της Θωμαΐδος Βλάχου.
Η ποιήτρια αποδρά από το ίδιον, από το ασφυκτικά εγωικό της παρούσης συγγραφικής γενιάς, δεν δραπετεύει από τα συγκινησιακά μέσα που επιδαψιλεύει η τέχνη η ποιητική. Στο ποιητικό της κείμενο, τη δεύτερη τούτη συλλογή, δεν σπαταλά τη συγκίνηση όπως κάνουν άλλοι ομότεχνοι της αλλά τη μεταμφιέζει κι ενίοτε τη χειρίζεται, ως από ένα εκμαγείο μορφής που παρατηρεί ενδελεχώς κι ύστερα αποδεσμεύει ώστε να μεταλλεύσει το δικό της στοχαστικό κι αισθητικό, πρωτογενές υλικό.
Η κ. Βλάχου στην πρώτη σελίδα του ποιητικού της πονήματος χρησιμοποιεί μια φράση του Tolkien, ιδιαίτερα σημασιοδοτική των δικών της προθέσεων: «Όποιος δεν μπορεί να καταλάβει τη σιωπή σου, δεν μπορεί να καταλάβει ούτε τα λόγια σου». Μα χτίζεται ένα ποιητικό κείμενο από σιωπές; Αν ναι, ας παρατηρήσουμε πώς το επιχειρεί η ποιήτρια Βλάχου. Ήδη στο πρώτο ποίημα, στο ποίημα Ψάχνοντας, η ποιήτρια εξιστορεί ένα σακούλι με αγάπες στα χρόνια της αθωότητας, όπου ψάχνοντας εντοπίζει ένα παραμύθι. Μας αναφέρει τα αντικείμενα που βρίσκει στο παραμύθι, έναν δράκο, έναν φόβο, έναν κόμπο, μια πληγή κι έναν λεκέ. Είναι ιδιαίτερα σημαντικό πως όλες αυτές οι λέξεις είναι αρνητικές, μολονότι υλοποιούνται στα χρόνια της αθωότητας. Η αθωότητα του ανθρώπου δεν είναι απαλλακτική της μοιραίας συνεύρεσής του με το κακό. Παραλείπεται δια της σιωπής ο ρόλος του παρελθόντος στα ευρήματα αυτά του παραμυθιού. Στη συνέχεια η ποιήτρια, στο ίδιο ποίημα, αναφέρει πως αναζητούσε θετικά πράγματα, εκφρασμένα με θετικές λέξεις αυτή τη φορά: αγάπη μαγική, χαρά της ζωής, σταθερότητα μέσα στον χρόνο, κι ομολογεί πως δεν τα βρήκε. Και στις δυο στροφές, η ποιήτρια επιμένει ότι τούτα δεν προέκυψαν μόνα τους. Επιδίωξε να τα βρει. Αποσιωπώντας όμως τις προθέσεις της όπως και τα ισχυρά ενδεχομένως γεγονότα που τα απέκρυψαν από εκείνη.
Στο ποίημα Δρόμος χωρίς γυρισμό η ποιήτρια ακόμη περισσότερο μετέρχεται εκείνα τα μέσα τα οποία δημιουργούν ένα μυστήριο σιωπηλό, έναν γρίφο υπαρξιακό και ζωτικό σχετικά με το ερώμενο πρόσωπο. Στο συγκεκριμένο ποίημα η ποιήτρια αναφέρεται στο δεύτερο πρόσωπο στις τέσσερις πρώτες στροφές για να μεταβεί στο πρώτο πρόσωπο στην πέμπτη στροφή και να καταστήσει το ποίημα ιδιοκεντρικό. Στην κατάληξη του εν λόγω ποιήματος αποκαλύπτει ότι προσεύχεται και παρακαλά να ακούσει κάποιος συγκεκριμένος, τον οποίον δεν κατονομάζει, τη φωνή της που τον καλεί να αναπνεύσει. Ωστόσο δεν φανερώνει ποιος είναι αυτός, γιατί είναι σημαντικός και ποιος είναι ο μεταξύ τους δεσμός. Ξανά η σιωπή, που είναι το τρίτο ανάμεσα στα δυο κενά, το κενό από εκείνο το σημείο όπου προέρχεται ο ανθρώπινος πόνος και το κενό στο οποίο καταλήγει ακόμα και όταν κραυγάζει. Η Θωμαΐς Βλάχου γνωρίζει καλά πως δίχως τον ανθρώπινο πόνο κάθε λογοτεχνική προσπάθεια να αποτυπωθεί η κατάσταση η ιδιωτική του καθενός από εμάς είναι ένας πίνακας χωρίς το βασικότερο χρώμα, το λευκό, εκείνο της απουσίας. Η θάλασσα για την ποιήτρια αποτελεί μια θεμελιώδη εικαστική αποτύπωση αυτού του κενού, του διαστήματος δίχως πέρας, όπου ο άνθρωπος χάνεται, όπως λέει στο ποίημα Πολλά μου, «στις σκέψεις του, στα σχέδιά του, στα πράγματά του». Με αυτό το χωρίς ουσιώδες περιεχόμενο φορτίο, το κενό δεν υπηρετείται και η ποιήτρια το αντιλαμβάνεται όταν επικαλείται στον Γυάλινο κόσμο, ένα άλλο από τα μικρά έξοχα έργα αυτής της συλλογής, πως η σιωπή δεν πρέπει να σπάει γιατί δεν είναι άλλο στο κάτω κάτω από έναν γυάλινο κόσμο, έναν κόσμο τον οποίο τον παρατηρεί μέσα στην ικανότητά του για κενότητα.
Εντυπωσιακή μέσα στα ποιήματά της είναι η επίμονη επανάληψη των λέξεων «αλήθεια», «αληθινό», όπως και συναφών όρων. Η συνεισφορά της κυρίας Βλάχου δεν είναι πως η ίδια αναζητά την αλήθεια. Τούτη την αποστολή την διεκπεραιώνουν και άλλοι ποιητές και στοχαστές. Η πρωτότυπη συνεισφορά της συνάπτεται με το ερώτημα αν η αλήθεια είναι τελικά ένα ζήτημα κενότητας ή κατανόησης του κενού ή αν φανερώνεται ίσως μέσα στη σιωπή που καθηλώνεται ακλόνητη ανάμεσα στα δυο βαραθρώδη χάσματα της ζωής του ανθρώπου, εκείνο το πρότερο της γέννησης και εκείνο που ακολουθεί, τον θάνατο. Η Θωμαΐς Βλάχου εκτείνεται η ίδια, όπως αυτοδιαγράφεται μέσα στα ποιήματά της, ως μια τυπική, αυτής της μορφής, ανθρώπινη αναπαράσταση. Απλώνει τα χέρια, πάντοτε προσπαθώντας να γεφυρώσει τον κενό χώρο ανάμεσα σε εκείνη και τους άλλους. Κάθε φορά επιστρέφει πληγωμένη, όπως στο ποίημα Το εκείνο. Διαβάζω: «σαν σκηνικό χωρίς ζωή η συνάντηση αυτή. Παίζουν πολλά κομμάτια πάνω στα χνάρια τα παλιά, μισό λησμονημένα, μισοτελειωμένα, μισής ζωής κομμάτια. Το παζλ για να κλείσει θέλει το ένα και μοναδικό κομμάτι, το εκείνο, οτιδήποτε άλλο αφήνει τη γεύση του λειψού, του μισού, του ημιτελούς και εν τέλει του ανικανοποίητου». Σε αυτό το υπέροχο σημειολογικά απόσπασμα η ποιήτρια εγκλωβίζει με μια λέξη σιβυλλική και τελετουργική, σαν μια αρχαία ιέρεια, τον άφατο τρόπο, την απερίγραπτη κίνηση, την ενστικτώδη αλλά αθέατη ύπαρξη του τέλειου, του ολόκληρου, του απόλυτου. Η κυρία Βλάχου είναι μια ένθερμη ζηλώτρια της αρρήτου μεταφυσικής υπόσχεσης του σύμπαντος αλλά με διονυσιακή αφοσίωση, απότοκη της τεράστιας εμπειρίας της γύρω από την ύπαρξη του ανθρώπου, τις ηδονές, τα πάθη και τους πόνους του. Εκείνο που ονομάζει εκείνο είναι το σημείο καμπής, η συνάντηση όπου το σκηνικό θα είχε ζωή, ώσπου η ζωή δεν θα ήταν μισή, μόνο κομμάτια. Η ποιήτρια είναι τολμηρή τόσο όσο χρειάζεται για να παραδεχτεί ότι ολόκληρο το παζλ δεν φτάνει, δεν περατώνεται, δεν ικανοποιεί τη διάθεση του ανθρώπου για αρμονία και τελειότητα. Κάθε λιγότερο από το ολόκληρο είναι τραγικό, μια κουκκίδα όχι μια εικόνα, ένας δαίμονας όχι ένας θεός. Αν κάποιος μαθαίνει να σωπαίνει ωστόσο μπροστά σε αυτή τη συρρίκνωση, τούτο δεν γίνεται κατά παραβίαση της φύσης του, όπως μας περιγράφει με αυτή την ιμπρεσιονιστική μέθοδο διασάλευσης των περιγραμμάτων των πραγμάτων η ποιήτρια.
Η φύση εκείνου που ωριμάζει μέσα στο ερώτημα, η φύση εκείνου που θεάται το ανολοκλήρωτο, «βουβά πονά», όπως γράφει στο ποίημα Ο αθόρυβος η Θωμαΐς Βλάχου. Στο ίδιο ποίημα η ποιήτρια ολισθαίνει μέσα στη δική της αγωνία, παραδέχεται πώς πρέπει να τον προσέξει αυτόν που χάνεται, αν όχι τίποτα άλλο, αλλά όπως λέει «μήπως αθόρυβα χαθεί, μήπως γλιστρήσει ξαφνικά μέσα απ’ τα χέρια μου, μπροστά στα μάτια μου». Σε τι μας διαφωτίζει αυτό το ποίημα; Σε τι είναι τόσο εύγλωττο εδώ το σφυροκόπημα των όρων και των εικονισμών που εμπλέκει περίτεχνα η ποιήτρια; Είναι το σημείο εκείνο όπου και η μισή συνάντηση, η ανολοκλήρωτη, είναι αντάμωμα ανάμεσα σε δυο ίδια πλάσματα, που βιώνουν τις ίδιες υπαρξιακές αγωνίες, που εναλλάσσονται στο ρόλο του θύτη και του θύματος, γιατί η κακία, το μίσος, η εγκατάλειψη, είναι το άλλο μισό του παζλ. Δεν είναι μια σκοτεινή γωνιά όπου ο άνθρωπος χάνεται, αλλά είναι ένα φως, μαυρισμένο μέσα στα σπλάχνα του, με σκοτεινή την καρδιά του, τόσο που κι όταν ακόμη φωτίζει τον άνθρωπο δεν παύει να τον κάμπτει, να τον λυγίζει, να τον αποπέμπει, να τον οδηγεί στο θλιβερό κενό που κρύβει η απουσία και ο θάνατος.
Η ποιήτρια δεν αποκόπτει τον αναγνώστη της από την κοινωνικά οικειωμένη σύνδεσή του με την αισιοδοξία. Οφείλει κανείς να διαβάσει πολύ προσεκτικά το ποιητικό κείμενό της για να διαπιστώσει τελικά ότι τούτο δεν το πράττει μέσα στο πλαίσιο μιας παιδαγωγικής προς τον αναγνώστη συγκατάνευσης αλλά εννοεί πραγματικά ότι το να αναζητάς την αλήθεια σημαίνει το να την ζεις ακόμα και όταν δεν μπορείς πλήρως να την κατανοήσεις. Σε αυτή την κατεύθυνση διαβάζω το ποίημα της με τίτλο Να ζεις: «πιάσε το νήμα, νιώσε τον παλμό, κράτα τον βηματισμό, ακόλουθα, μην εναντιώνεσαι, ταλαντώσου, κράτα τον ρυθμό, χόρεψε στον σκοπό, κρατήσου, μην ξεκόβεις, μην κουραστείς να ζεις». Η αλλεπάλληλη χρήση ρημάτων στην προστακτική έγκλιση είναι ενδεικτική των προθέσεων της ποιήτριας. Η ίδια ερμηνεύει τη ζωή του ανθρώπου ως μια αλληλουχία εκτέλεσης βιοτικών εντολών, οι οποίες όμως δεν υποδηλώνουν αναγκαία την ανελευθερία του ατόμου μέσα στο υπαρξιακό του περίγραμμα. Εκείνο που αξιώνουν είναι η ελεύθερη ταλάντωσή του, η απόλαυση της ελευθερίας του ως κοσμικού χορού, η ακολουθία του ρυθμού, η σύνδεση και η συνοχή που υπαγορεύει στη μεταφυσική κατανόησή μας το σύμπαν. Ομοίως ενδεικτικά είναι και τα ρήματα «κράτα», «κρατήσου», δυο ρήματα που εντός τους εμφωλεύει η δυνατότητα του κρατείν, δηλαδή της επικράτησης έναντι των συνθηκών. Το να ακολουθήσει κανείς τη ζωή δεν είναι μια υποχώρηση ή ένας υποβιβασμός της κατάστασής του. Δεν είναι μια περιφρόνηση του αυτεξουσίου. Είναι μια ανταλλαγή. Είμαι προκειμένου να είσαι. Είμαι με όρους διαλεκτικής, με όρους μιας περιεχόμενης στο αεί ον αμοιβαίας συνείδησης, μιας συνεργίας με την άβυσσο. Η κυρία Βλάχου πέρα από όλα δεν καταφάσκει μόνο αλλά κι αρνείται, δίνοντας ύπαρξη σε φιγούρες οι οποίες αντί για ανθρώπινες μετεξελίσσονται σε σκιάχτρα, ομοιώματα που δεν φοβίζουν αλλά που η ασχήμια τους απωθεί και από τα οποία πρέπει κανείς να απομακρύνεται γιατί τα σκιάχτρα προδίδουν με την πλαστότητά τους τον αληθινό άνθρωπο, ξεχνούν την επιβολή και τη μοιραία υπεροχή που έχει η σάρκα του.
Στο ποίημα Εξέλιξη η ποιήτρια δεν διστάζει να επιτρέπει στον εαυτό της να πληγώνεται, θεωρώντας το μια απαραίτητη θυσία, όσο ο επίμονος χτύπος της, ο χτύπος της καρδιάς της θα έλεγα, δεν αρκεί για να ανοίξει η πόρτα που οδηγεί στην αινιγματική και υπαινικτική επαγγελία των αληθινών πραγμάτων. Γράφει η ποιήτρια: «υποσχέσεις ξεχασμένες, πριν δοθούν προδομένες, εσένα στιγματίζουν». Το κενό, η σιωπή, ο άδειος χώρος της μοναξιάς και του τραύματος δεν σημαίνουν πώς απέρχεται κανείς από τον χώρο της ηθικής του ευθύνης. Στο ποίημα Δωμάτιο πανικού η Θωμαΐς Βλάχου αναφέρεται σε «ερινύες με βαρείς μανδύες», σε «σταθερές δυνάμεις που δρουν στα όρια του χρόνου». Μια από τις αλήθειες αυτού του κενού που είναι ο κόσμος είναι πως τα περιγράμματα είναι εφικτά, ακόμη και στην ακραία αλλά κεφαλαιώδη επίγνωση μιας «θολής προοπτικής» όπως αναφέρει στο ποίημα Η δύναμη του νου. Και ο νους; «Ώρα να λύσει τα σχοινιά, τους κάβους να αφήσει πια, να μετρήσει τ άπειρο με το μηδέν». Τι όμορφη τούτη η ποιητική μεταφορά. Φαντάζομαι εδώ ένα κουβαδάκι. Άδειο, μικρό. Όπως το προβλέπει η δολοπλόκος ύπαρξη. Η ποιήτρια έχει πολλές φορές ορίσει μέσα σε τούτη την ποιητική συλλογή ότι το μικρό δεν φτάνει, είναι το ίδιο σαν να είναι το μηδέν. Μα αναγνωρίζει τη δυνατότητα του να λογαριάζει το άπειρο. Αλλά πώς το μετρά; Ξανά με βουλητική ελευθερία μέσα στην υπαρξιακή αλλοίωση κι αποτυχία, «σαν φυσαλίδες ανεβαίνουν στο ποτήρι να τις πιω [οι ήττες]», γράφει στο ποίημά της με τίτλο Φυσαλίδες.
Και πώς σώζεται ο άνθρωπος; Λέγει στο ποίημα Πάλι η ποιήτρια: «και τότε η μορφή σου χαραγμένη μέσα μου… μα δεν ξεπλένεται, δεν ξεθωριάζει, δεν φεύγει το ανεξίτηλο σημάδι απ’ το αίμα μιας πληγής». Το ερωτικό κενό είναι το χειρότερο. Γιατί το εγώ μόνο ως εσύ σώζεται. Δεν είναι η ερωτική έλξη της σάρκας μόνο αλλά είναι πρωτίστως και καθολικά της ψυχής, και απ’ όλα της ψυχής είναι της αγωνίας της για σωτηρία, «με τους ανέμους κόντρα, μια σπιθαμή γαλάζιο κρατάω στο τόσο γκρίζο μη φοβηθώ», γράφει στο ποίημά της Μια σπιθαμή γαλάζιο.
Η κυρία Βλάχου αντιμάχεται στη γραφή της τον χρόνο. Ο χρόνος, ωστόσο, δεν είναι ένας ειλικρινής αντίπαλος. Είναι ο υπαίτιος εκείνου του ανολοκλήρωτου παζλ, είναι ο κλέφτης του τελευταίου κομματιού, ο μπαγαπόντης που δεν αφήνει το παιχνίδι να κλείσει. Στην τραγικότητα αυτής της ερημιάς που πεθυμά το απόλυτο, γράφει η ίδια: «ο βοριάς μέσα στο βουητό, το παραμιλητό του, τα σπρώχνει πέρα, μακριά, στα μανιασμένα κύματα του Αιγαίου, τα σκορπά. Δεν θα βρουν προορισμό [τα λόγια] ούτε τον αποδέκτη». Τα λόγια όμως έχουμε για να παλέψουμε. Τα λόγια βρίσκει η ποιήτρια μες στην καρδιά να αντανακλούν την πιο έντονη προαίρεση, εκείνη που έχει ο άνθρωπος από γεννησιμιού, όχι μόνο να αψηφά κάποτε τον θάνατο αλλά να αψηφά και τη ζωή, να αψηφά τον έρωτα, να αψηφά όλα εκείνα για τα οποία ο καθημερινός, ο φαύλος εαυτός του καταδύεται οργισμένος από τη σιωπή του σύμπαντος μέσα στο βούρκο που αναδεύουν. Αν θαυμάζω τούτη την ποιήτρια είναι πως έχει μια ολοκληρωμένη αντίληψη του βάθους. Πως δεν διστάζει να αποσύρεται στο κενό του. Στο Αγκάθινο στεφάνι αγγέλλει εκκωφαντικά: «και η αλήθεια πριν το τέλος σιωπηλή, να μοιάζει με αγάπη μακρινή». Θα μπορούσα αντί για τα ποιήματα να αναφερθώ στην ανθρώπινη αγάπη που αποπνέει σε ολόκληρο το βιβλίο η ποιητική πρόθεσή της, όχι μόνο στους περίκομψους στίχους και τα ανεξάντλητα εκφραστικά της χαρίσματα. Διαβλέποντας τον διαρκή συναισθηματικό πειρασμό για το αληθές μέσα στα τεχνήματα της συλλογής, το προσήκον επιλεγόμενο είναι ένα ποιητικό απόφθεγμα που επανατοποθετεί κανονιστικά τις αισθήσεις, όπως το συνέταξε η ίδια στο Δυο Κενών Σιωπή: «Βλέπω με τα μάτια σου και ακούς με τη φωνή μου».









