Δημήτρης Μητσοτάκης- Αλέξανδρος Σικιαρίδης, «Υπόγειος», εκδ. Τόπος 2013 [Αποκλειστική Προδημοσίευση]
4Νοε
`
`Κυκλοφορεί στις 5 Νοεμβρίου
`
****
Στη μνημονιακή Αθήνα οι άνθρωποι πεινούν για ζωή. Για τη ζωή που θεωρούν ότι θα τους άξιζε, για τη ζωή που δεν μπορούν πια να ζήσουν. Η μωρόπιστη Ντίνα και ο μεγαλομανής Πάνος, ο συνταξιούχος Μενέλαος και η κόρη του Όλγα, η Αλίκη (ή Βίλμα ή Ελευθερία ή…), ο Γιάννης ο Τσακ Μπαμ και ο φίλος του Μάκης συγκρούονται με σκιές και φαντάσματα, αγαπούν και υποφέρουν μέσα από το Facebook, το Erodate και το Skype, κυνηγώντας ένα κομμάτι ευτυχίας. Κάτω από τον μανδύα του καθωσπρεπισμού και του «φυσιολογικού» ανθρώπου, οι ήρωες του Υπόγειου καταγράφονται με αδιακρισία και ρεαλισμό από μια υποδόρια κάμερα που κινηματογραφεί κάθε λεπτομέρεια από τις παράλληλες ζωές τους, αποκαλύπτοντας τη διαστροφή και την παθογένεια της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας που αναζητεί τη χαμένη της αξιοπρέπεια.
*****
`
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ από το Κεφ. 6 του Β΄ Μέρους
`
Αυτό που σε τσάκιζε ήταν ο φόβος. Και ο φόβος ήταν παντού. Όχι μόνο μέσα σου, όχι μόνο στον διπλανό σου, παντού. Σαν το άζωτο. Το άζωτο δεν το καταλαβαίνεις, δεν το μυρίζεις, δεν το βλέπεις, δεν το αισθάνεσαι, κι όμως είναι παντού. Είναι πολύ και παντού, παρʼ όλα αυτά πιστεύεις ότι δεν υπάρχει, νομίζεις ότι αυτό που αναπνέεις είναι οξυγόνο. Το άζωτο είναι ύπουλο αν αντικατασταθεί από κάτι άλλο άχρωμο και άοσμο, όπως ο φόβος λόγου χάρη, γιατί δεν θα το πάρεις ποτέ χαμπάρι. Το να αλλάξει κανείς το άζωτο με τον φόβο είναι μια πολύ παλιά και δοκιμασμένη συνταγή που εξελίσσεται μέσα από τους αιώνες και όμως παραμένει τόσο απλή στα συστατικά της, τόσο ίδια και αποτελεσματική που κανείς μάγειρας δεν τόλμησε ποτέ να της αλλάξει δομή. Ο φόβος εκτοπίζει σιγά σιγά το άζωτο, γίνεται φυσιολογικός παράγοντας, απαραίτητο στοιχείο, αυτονόητος. Ο φόβος σε ελέγχει πολύ καλύτερα από το άζωτο.
Μα ο φόβος έχει χρώμα, έχει οσμή, θα μου πεις· το χρώμα της ώχρας, και του ιδρώτα την οσμή. Τον μυρίζεις στον αέρα. Στις τυχαίες κουβέντες που ακούς στον δρόμο. Στο γάλα της νέας μάνας. Στη ραχοκοκαλιά του απολυμένου. Στις άδειες βιτρίνες της Πατησίων και της Σταδίου, της Εγνατίας και της Τσιμισκή, της Πάτρας, του Ηρακλείου, της Λάρισας, της Αλεξανδρούπολης και του Βόλου και των Ιωαννίνων. Από παντού έρχεται η μυρωδιά του φόβου. Ταξιδεύει χιλιόμετρα κι μπαίνει στη μύτη σου. Κι αν κλείσεις τη μύτη, μπαίνει από τʼ αυτιά. Μέσα απʼ τα ραδιόφωνα, απʼ τις τηλεοράσεις, από τα κορναρίσματα των οδηγών, από τις ικεσίες του άστεγου. Κι αν κλείσεις τα αυτιά, μπαίνει από τα μάτια, μέσα απʼ τις εφημερίδες, απʼ τις ρημαγμένες συνοικίες, απʼ τους ανθρώπους που ψάχνουν φαγητό στους κάδους των σκουπιδιών, απʼ τους αυτόχειρες. Τον βλέπεις στα μάτια των περαστικών. Στα μάτια του περιπτερά, του ταξιτζή, στα μάτια της κοπέλας που κάθεται στο ταμείο του σουπερμάρκετ, στα μάτια της νεαρής πωλήτριας στο πολυεθνικό κατάστημα ρούχων. Στα μάτια του μετανάστη κάθε φορά που ακούει περιπολικό ή βλέπει ξυρισμένο κεφάλι, στα μάτια της ηλικιωμένης κυρίας όταν βλέπει μετανάστη. Στα μάτια του μικρού μπάτσου όταν βλέπει πορεία, στα μάτια του διαδηλωτή όταν βλέπει μπάτσο.














