`
Μοναχοπαίδια ήταν
Τόσα πρωινά
μαχαιρωμένα βρέφη
στη Βηθλεέμ σου
κι εγώ να γεννώ
κάθε που δύει ο ήλιος
μʼ έξαλλο πείσμα
πως κάποιο πρωί
το ένα απʼ τα δίδυμα
θα σε προλάβει.
Περνούν τα χρόνια,
κι εσένα ο φόνος
κι εμένα η γέννα
τάφρους ανοίξαν
στα μέτωπά μας –
φονιά λυπάμαι,
μοναχοπαίδια ήταν
όλες οι γέννες.
`
*
Ana Grise
Μεταφράζουμε τα νοσοκομεία
τις πύλες τους
τα σκονισμένα δέντρα στους χώρους στάθμευσης
τις φαρδιές μαρμάρινες σκάλες στις εισόδους
όπου οι γύφτισσες σέρνουν τις μακριές τους φούστες
κι οι αργοπορημένοι χτυπούν τα πέλματά τους
βιαστικά, όπως όταν ελπίζεις να φτάσεις στο λιμάνι
όσο ακόμα θα μπορεί να σε διακρίνει
απʼ το κατάστρωμα αυτός που φεύγει.
Μεταφράζουμε τις αμφίσημες
ανοιχτές πόρτες των δωματίων,
«είμαι πάντα εδώ» ή «έχω πια φύγει»,
σήμερα ήταν «είμαι πάντα εδώ»,
αύριο ίσως να μην αλλάξουν
δέρμα τα νοήματα.
Μεταφράζουμε την ανάταση του χεριού,
τις γωνίες του βραχίονα προς τον ώμο,
οξεία γωνία καθισμένη δίπλα σου
σου κράτησα το χέρι όταν τα μάτια σου κέρδισαν,
ορθή γωνία όρθια δίπλα σου
σου έδειξα απʼ το παράθυρο την Αθήνα
όταν κέρδισαν οι παλιές μας μέρες,
αμβλεία γωνία έχασα, έχασα,
τα δάχτυλα απελπισμένα μπλέκονται στα μαλλιά
καθώς σου γυρνώ την πλάτη για να μη βλέπεις.
Μεταφράζουμε την ταχύτητα των διαλόγων
όταν κάτι μου λες, κι αμέσως λέω, και λες
– σε κάτι πιστεύουμε κι οι δυο μας –
μετά δεν απαντώ, σιωπή,
η φωνή σου ακούστηκε σαν σιωπή
που εκπνέει.
Στο τέλος κατεβαίνουμε τις ίδιες σκάλες
συρρικνωμένοι κάτω απʼ τον ουρανό,
συρρικνωμένοι σʼ όλην αυτή την έκταση
που ξέρει μόνο να περιέχει,
συρρικνωμένοι μέσα στις κόρες των ματιών
όταν επίμονα, το βράδυ,
μας επιστρέφουν πιο λειψό τον εαυτό μας.
`
*
Το πιο παλιό ταξίδι
Γαλήνια θάλασσα, φως μεσημεριού,
νέα γυναίκα δέρμα ξανθής άμμου
στα βάθη οι γλάροι σώπασαν,
λικνίζουνε στο κύμα λευκή αναμονή
κι όλα τα φύκια ψήλωσαν,
νʼ αγγίξουνε το ίχνος της που θά ʼρθει.
Γαλήνια απόφαση, φως μεσημβρινό,
έσκυψε πήρε απαλά βότσαλο στα χείλη
κι ανάσκελα αφέθηκε στο πιο παλιό ταξίδι.
`
*
Κρυμμένο στον ίσκιο
Κρυμμένο στον ίσκιο
κάτω απʼ τη συκιά
το φιδόχορτο.
Κι όλοι λένε
πότε θα ʼρθει ο Ιούλης
πότε ο Αύγουστος,
τα χέρια να κολλήσουν
από δέντρο και γάλα.
Την πόρτα του σπιτιού μας
την άφησες για μια στιγμή
ορθάνοιχτη –
κι ήταν το κατώφλι μας
τόσο κοντά στη γη.
Τις νύχτες ρωτιέμαι
πώς ανασαίνει το χώμα.
Τις μέρες ξεχνιέμαι
κι ονειρεύομαι κόκκινο μέλι.
Χτες βράδυ είδα τη συκιά
στʼ όνειρό μου.
Μʼ άρπαξε απʼ τους ώμους
και με βύθισε ίσια
στις ρίζες.
Σπαρταρούσα γιʼ αέρα,
κι ενώ
μες στους σπασμούς μου
ανάβλεψα,
φευγαλέα μου γέλασε
μια μικρή σχισμή ουρανός
μέσα απʼ τον κορμό
του φιδόχορτου.
`
*
Τοκετός
Σήμερα οι πεφωτισμένοι
βρεθήκαμε στα σκοτεινά
να ψηλαφούμε δειλά ένα σώμα,
ολοένα αναβάλλοντας
την αναπόδραστη αποκάλυψη
μιας αδηφάγου φρίκης,
που εμείς οι ίδιοι εγκυμονούσαμε
δύο αιώνες τώρα.
`
*
Όλοι επιστρέφαν
Και στα τραπέζια ακόμα πάνω
των νεκροτόμων,
είναι σώματα που δε λένε
τα μυστικά τους –
κι ας δείχνουν∙ κι ας δείχνουν∙
δε φανερώνουν.
Κι ένας μικρός θεός με κοντά παντελόνια
ανακατεμένα μαλλιά κι ένα ίχνος
γύρω στα χείλη απʼ το γάλα του πρωινού,
καταμεσήμερο γυρίζει στους δρόμους
χτυπώντας τις μάντρες των σπιτιών
μʼ ένα ξύλο, καλώντας τους φίλους του
να βγουν, να ξεχυθούνε στους δρόμους να παίξουν,
να παίξουν όπως παλιά,
που απʼ τις κρυψώνες όλοι
τελικά επιστρέφαν.
`
*
Γιώργος Σ. και Ιωάννα (1)
Τώρα ηρέμησες πια.
Με κοιτάς με το μικρό σου
χαμόγελο, που είχες παιδί.
Πώς πεθαίνει, Θεέ μου, ένας άντρας;
Πού πηγαίνει ο άπειρός του καημός;
Στη γνώριμη γειτονική εκκλησιά
λιβάνι, ημίφως, χαμηλωμένες φωνές.
Είμαι κι εγώ λιγάκι πεθαμένη,
είσαι κι εσύ λιγάκι ζωντανός.
Σʼ ακολουθώ υπνωτισμένη,
μου δείχνεις το δρόμο προσεκτικά.
Όμορφος που ʼναι αυτός ο ήλιος του Σεπτέμβρη…
Κι ο θάνατος κουρνιάζει μέσα μου
τόσο μα τόσο απλά.
`
(1): Καμιά φορά βρίσκουμε κρυμμένη την ποίηση σε «τόπους» που δεν είχαν σκοπό να είναι ποιητικοί. Οι στίχοι αυτοί, όχι με τη μορφή στίχων, βέβαια, βρίσκονταν κρυμμένοι στα λόγια που απευθύνει η Ιωάννα Τσάτσου προς τον νεκρό της αδερφό Γιώργο Σεφέρη, στο βιβλίο της Ο αδερφός μου Γιώργος Σεφέρης, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, 1974 (2000). Το μόνο που έμενε μετά τον εντοπισμό τους στις σελίδες 230-231, ήταν να μπούνε «στη θέση τους», με κάποιες μικρές αλλαγές και προσθήκες εδώ κι εκεί.











Με συγκίνησες άτιμη 🙂