Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Μαρίζα Καζακλάρη, «Κυανό», εκδ. Mystory, σειρά Πασιφάη, 2022

ΑΝΟΙΞΗ

 

Αλαφροΐσκιωτες  αχτίδες

χαϊδεύουν τις πνοές σου.

Υπόσχεση εαρινής  νηνεμίας

το φως,

όπως θωπεύει τα ξέστρωτα σεντόνια.

Μηρυκάζοντας  τις κραυγές

του χειμώνα

νανουρίζεις τις βροντές

και καλωσορίζεις την άνοιξη.

Καρφώνεις πρόκες

στο μπαούλο με τις αστραπές

και στέλνεις φιλί

στις γλυκόπιοτες  αχτίδες.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Παντελής Ροδοστόγλου, «Και Τα Σκυλιά Κοιτούσαν Δακρυσμένα», εκδ. Κυψέλη, 2020

Το Φάντασμα Του Αγοριού Στο Κελάρι

Είμαι το φάντασμα του αγοριού στο κελάρι, κάποιος με σκότωσε πριν καιρό
έπαιζα ανέμελα στο υγρό χορτάρι, δεν πρόλαβα τίποτα να δω
δεν έχω κάποιον να προσμένω, δεν έχω κάποιον να αγαπώ
ζω χρόνια τώρα εδώ κλεισμένο, σαν στοιχειωμένο μυστικό

Θυμάμαι μόνο τ’όνομα μου και ένα κορίτσι στα λευκά
που σκούπιζε τα δάκρυα μου και μου κρατούσε συντροφιά
χτυπούσε ξέφρενα η καμπάνα και τρέχαμε στις κατακόμβες
απ’τον ουρανό αντί για μάννα, αχ θεέ μου πέφταν βόμβες

Φυσούν θλιμμένα οι μουσώνες τρυπάει το σώμα η παγωνιά
γνωρίζω τ ‘όνομα του φονιά, είναι το ίδιο εδώ και αιώνες

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Ocean Vuong, «Νυχτερινός Ουρανός με Τραύματα Εξόδου» (Μετάφραση: Δημήτρης Μαύρος), εκδ. Gutenber, 2021

AΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΗΝ ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

O ΟΣΙΑΝ ΒΟΥΟΝΓΚ (Ocean Vuong) χρονολογεῖ τὴν ἔναρξη τῆς ἱστορίας του δύο γενιὲς πρὶν τὴ δική του, ὅταν ἡ Βιετναμέζα γιαγιά του συνάντησε ἕναν ᾽Αμερικανὸ στρατιώτη στὴ διάρκεια τοῦ πολέμου τοῦ Βιετνάμ. Στὰ «Σπαράγματα σημειωματαρίου» γράϕει:

῞Ενας ᾽Αμερικανὸς στρατιώτης γάμησε μιὰ Βιετναμέζα ἀγρότισ-
σα. ῎Ετσι ὑπάρχει ἡ μάνα μου. ῎Ετσι ὄχι βόμβες = ὄχι οἰκο-
γένεια = ὄχι ἐγώ.
Οὔϕ. (σ. 153)

Εἶναι παράξενο νὰ αἰσθάνεσαι ὅτι ὀϕείλεις τὴ ζωή σου σ ᾽ αὐτὸν τὸν πόλεμο, σὲ ὅποιον πόλεμο. ῾Ο Βουὸνγκ γεννήθηκε στὸ Βιετνάμ, σ ᾽ ἕναν ὀρυζώνα λίγο ἔξω ἀπὸ τὴ Σαϊγκὸν τὸ 1988, δεκατρία χρόνια μετὰ τὴν πτώση τῆς πόλης καὶ τὴν ἀπόσυρση τῶν ᾽Αμερικανῶν. Στὰ δύο του χρόνια, ἡ οἰκογένειά του ἀναγκάστηκε νὰ ἐγκαταλείψει τὸ Βιετνὰμ καὶ νὰ μείνει γιὰ ὀκτὼ μῆνες σὲ ἕναν καταυλισμὸ προσϕύγων στὶς Φιλιππίνες. Μετὰ διέσχισαν τὸν Εἰρηνικό (ἐξοῦ καὶ τὸ σημερινό του ὄνομα Ocean = ᾽Ωκεανός, ποὺ τοῦ ἔδωσε ἡ μητέρα του) καὶ κατέληξαν στὸ Κονέκτικατ τῶν ῾Ηνωμένων Πολιτειῶν, σὲ μιὰν ἐργατικὴ συνοικία τοῦ Χάρτϕορντ. Λίγο μετὰ τὴν ἐγκατάστασή τους, ὁ πατέρας του τοὺς ἐγκατέλειψε καὶ ὁ Βουὸνγκ περιγράϕει τὸ πῶς μεγάλωσε σὲ ἕνα σπίτι γεμάτο γυναῖκες – μητέρα, γιαγιά, θεία. Τὴ μορϕὴ τοῦ πατέρα τὴ σχημάτισε βασισμένος στὴν ὑποκειμενικότητα τῶν ἀϕηγήσεων-μαρτυριῶν τῶν γυναικῶν τῆς οἰκογένειας. ῾Ο πατέρας ποὺ συναντοῦμε μέσα σὲ αὐτὸ τὸ βιβλίο εἶναι μία ἑρμηνεία τῆς ἑρμηνείας καὶ τὴν ἴδια στιγμὴ κατέχει κυρίαρχη θέση στὰ ποιήματα· ὁ Βουόνγκ ἀναϕέρεται σὲ αὐτὸν εἴκοσι ὀκτὼ ϕορὲς σὲ τριάντα πέντε ποιήματα).

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Στη χώρα της κιμωλίας», εκδ. Σαιξπηρικόν. 2021

Μασκαράτα

β΄

 

Μια νύχτα ξύπνησα, δεν πάει καιρός

φυσούσε Ιούλης τη μουριά

τι όμορφα χορεύαν τ΄ αστέρια!

χειροκροτούσε η μουριά: encore encore.

 

Ξημέρωνε, τα ζώα γελούσαν

κι ακόμη δεν έγραψα ούτε ‘να στίχο

γιατί ‘μαι αιχμάλωτος ξένων φωνών

μισώ τα κουνούπια, τα ψέματα

τα πρωτόκολλα συμπεριφοράς.

Μ’ αρέσει να μαζεύω πεταλίδες

να νοσταλγώ ταξίδια και λόγια φευγάτα

μακριά από πρόσωπα άδεια

κοντά σ’ αυτό που ορίζει τα ύστερα νιάτα

μια νιφάδα γέλιου κατακαλόκαιρο.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις, Μεταφραστικό Εργαστήρι

Charles Baudelaire, «25 ποιήματα / Τα Άνθη του Κακού» (απόδοση: Κυριακή Αν. Λυμπέρη), εκδ. Κοράλλι, 2021

SPLEEN (ΜΕΛΑΓΧΟΛΙΑ)

Όταν συνθλίβει ο ουρανός βαρύς στα χαμηλά
Το πνεύμα που στενάχωρο ρίχνεται μες στην πίκρα,
Κι από περίσφιγκτου ορίζοντα κύκλο κυλά
Φως μέρας μαύρο, θλιβερό πιότερο κι από νύχτα,

Όταν η γη σαν μια ειρκτή γίνεται νοτερή,
Όπου η Ελπίδα νυχτερίδα ολόγυρα πετάει
Με τα δειλά φτεράκια της τους τοίχους απωθεί
Και το κεφάλι σ’ οροφές σαθρές καταχτυπάει,

Σαν η βροχή σ’ ατέλειωτες απλώνεται σειρές
Και που κανείς σαν φυλακής κιγκλίδωμα τις νοιώθει
Και πλήθος από βρώμικες αράχνες και βουβές
Τα πλέγματά του έρχεται μες στο μυαλό και κλώθει,

Καμπάνες τότε με μανία ξαφνικά ηχούν
Και πέμπουν στα ουράνια το φρικτό ολολυγμό τους,
Όπως χωρίς πατρίδα, ξένες, οι ψυχές γυρνούν
Και πιάνουν με περίσσιο πείσμα το παράπονό τους.

Μακριά σειρά από φέρετρα και δίχως μουσική
Κάνουν αργή παρέλαση μες στην ψυχή∙ βουρκώνει
Χαμέν’ η Ελπίδα κι η Αγωνία, σκληρή, κυριαρχική,
Φλάμπουρο μαύρο στο σκυφτό κρανίο μου καρφώνει.

Διαβάστε περισσότερα