Natalie Goldberg, «Το μονοπάτι της γραφής», (Μετάφραση: Λένα Καλλέργη), εκδ. Οκτώ, 2023
28Ιου
Πρόλογος στην τριακοστή, επετειακή έκδοση
Η καλύτερη δουλειά που είχα ποτέ ήταν όταν προσλήφθηκα για δύο χρόνια ως φιλοξενούμενη ποιήτρια [poet-in-residence] σ’ ένα μεγάλο δημοτικό σχολείο στο κέντρο της Μινεάπολης, στη Μινεσότα. Εκεί μελετήσαμε τους σπουδαιότερους ποιητές των ιαπωνικών χαϊκού, ποιήματα του Ντ. Χ. Λώρενς, του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, του Φρανκ Ο’Χάρα, ακόμα και μερικά αποσπάσματα της Γερτρούδης Στάιν. Στο τέλος του πρώτου χρόνου μου εκεί, ο σεβασμός μου για τους μαθητές ήταν απέραντος. Καμία προκατάληψη λόγω ηλικίας, καμία συγκαταβατική ανωτερότητα. Μέχρι που τους διάβαζα και ποιήματα που είχα μόλις γράψει –περίπλοκα, πυκνά ποιήματα– κι εμπιστευόμουν τις αντιδράσεις τους. Ανακάλυψα ότι οι πιο ανοιχτοί μαθητές ήταν της τρίτης δημοτικού, γιατί ήταν ειλικρινείς και συγχρόνως ανεπηρέαστοι, έχοντας επίσης την ικανότητα να διαβάζουν και να γράφουν – τέλειος συνδυασμός. Εκπλήσσομαι που το σκέφτομαι τώρα, αλλά τον Μάιο, όταν τα άνθη των νάρκισσων επιτέλους σκίζουν την επιφάνεια της γης στα βόρεια κλίματα, διάβασα στην τάξη έναν μακροσκελή θρήνο που είχα γράψει για όλους τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει, αγαπήσει και είχα χάσει.
Όταν τελείωσα την ανάγνωση, κούνησα το κεφάλι: «Δεν μπορώ να σκεφτώ τίτλο. Έχετε καμιά ιδέα;». Από μια γωνία, ένας αδύνατος εννιάχρονος, ψηλός και ξερακιανός, με λευκό μπλουζάκι και μπεζ παντελόνι, έγειρε στο πλάι το κεφάλι του και σήκωσε το χέρι. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ το όνομά του και του έχω δώσει ένα που φαντάζομαι ότι μάλλον είναι το σωστό: Ραφαέλ Λαμάρ Τζέιμς. Μίλησε με καθαρή και σταθερή φωνή – έξω από το παράθυρο οι φτελιές μόλις που πρασίνιζαν. «Δεσποινίς Γκόλντμπεργκ, τι λέτε για το “Ο κόσμος επιστρέφει σ’ εμένα”;» «Πού το βρήκες αυτό;» Λίγο έλειψε να πέσω κάτω. Σήκωσε τις ανοιχτές του παλάμες και κούνησε το κεφάλι του: «Απλώς σκέφτηκα ότι μπορεί να ταίριαζε». «Ραφαέλ Λαμάρ, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ», δήλωσα, καθώς το κουδούνι του σχολείου υπογράμμιζε την τελευταία μου λέξη, που ήταν μισό ψέμα. Η αλήθεια είναι ότι τον θυμάμαι πολύ καθαρά. Μόνο το όνομα μου διαφεύγει, αν και εκείνο το κουδούνι συνεχίζει να χτυπάει μέσα στο κεφάλι μου όλα αυτά τα χρόνια. Μου λέει ξανά και ξανά: αυτό το τριτάκι το βρήκε. Στο τέλος, αποδεχόμαστε τον κόσμο, σταματάμε να τρέχουμε γύρω γύρω και, όπως λέμε στο Ζεν, «στερεώνουμε τον εαυτό πάνω στον εαυτό». Πάνω από τριάντα χρόνια πριν, όταν διάνυα τη δεκαετία των τριάντα μου χρόνων κι έγραφα αυτά που θα γίνονταν το Μονοπάτι της γραφής, τρόμαζα να διασχίσω την απόσταση που με χώριζε από τον εαυτό μου, να στερεώσω, επιτέλους, τον εαυτό πάνω στον εαυτό. Ήμουν σίγουρη ότι θα με κορόιδευαν, θα με επέκριναν, όπως στο σχολείο και στο σπίτι. Ήμουν όμως αποφασισμένη να με συναντήσω, να γράψω αυτά που ειλικρινά έβλεπα και ένιωθα, ν’ αφήσω το μυαλό μου ελεύθερο, χωρίς να το ψαλιδίζω ή να το λογοκρίνω.
Διαβάστε περισσότερα








