Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αφίξεις

Αφίξεις

Αφίξεις

Natalie Goldberg, «Το μονοπάτι της γραφής», (Μετάφραση: Λένα Καλλέργη), εκδ. Οκτώ, 2023

Πρόλογος στην τριακοστή, επετειακή έκδοση

 

Η καλύτερη δουλειά που είχα ποτέ ήταν όταν προσλήφθηκα για δύο χρόνια ως φιλοξενούμενη ποιήτρια [poet-in-residence] σ’ ένα μεγάλο δημοτικό σχολείο στο κέντρο της Μινεάπολης, στη Μινεσότα. Εκεί μελετήσαμε τους σπουδαιότερους ποιητές των ιαπωνικών χαϊκού, ποιήματα του Ντ. Χ. Λώρενς, του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, του Φρανκ Ο’Χάρα, ακόμα και μερικά αποσπάσματα της Γερτρούδης Στάιν. Στο τέλος του πρώτου χρόνου μου εκεί, ο σεβασμός μου για τους μαθητές ήταν απέραντος. Καμία προκατάληψη λόγω ηλικίας, καμία συγκαταβατική ανωτερότητα. Μέχρι που τους διάβαζα και ποιήματα που είχα μόλις γράψει –περίπλοκα, πυκνά ποιήματα– κι εμπιστευόμουν τις αντιδράσεις τους. Ανακάλυψα ότι οι πιο ανοιχτοί μαθητές ήταν της τρίτης δημοτικού, γιατί ήταν ειλικρινείς και συγχρόνως ανεπηρέαστοι, έχοντας επίσης την ικανότητα να διαβάζουν και να γράφουν – τέλειος συνδυασμός. Εκπλήσσομαι που το σκέφτομαι τώρα, αλλά τον Μάιο, όταν τα άνθη των νάρκισσων επιτέλους σκίζουν την επιφάνεια της γης στα βόρεια κλίματα, διάβασα στην τάξη έναν μακροσκελή θρήνο που είχα γράψει για όλους τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει, αγαπήσει και είχα χάσει.

Όταν τελείωσα την ανάγνωση, κούνησα το κεφάλι: «Δεν μπορώ να σκεφτώ τίτλο. Έχετε καμιά ιδέα;». Από μια γωνία, ένας αδύνατος εννιάχρονος, ψηλός και ξερακιανός, με λευκό μπλουζάκι και μπεζ παντελόνι, έγειρε στο πλάι το κεφάλι του και σήκωσε το χέρι. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ το όνομά του και του έχω δώσει ένα που φαντάζομαι ότι μάλλον είναι το σωστό: Ραφαέλ Λαμάρ Τζέιμς. Μίλησε με καθαρή και σταθερή φωνή – έξω από το παράθυρο οι φτελιές μόλις που πρασίνιζαν. «Δεσποινίς Γκόλντμπεργκ, τι λέτε για το “Ο κόσμος επιστρέφει σ’ εμένα”;» «Πού το βρήκες αυτό;» Λίγο έλειψε να πέσω κάτω. Σήκωσε τις ανοιχτές του παλάμες και κούνησε το κεφάλι του: «Απλώς σκέφτηκα ότι μπορεί να ταίριαζε». «Ραφαέλ Λαμάρ, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ», δήλωσα, καθώς το κουδούνι του σχολείου υπογράμμιζε την τελευταία μου λέξη, που ήταν μισό ψέμα. Η αλήθεια είναι ότι τον θυμάμαι πολύ καθαρά. Μόνο το όνομα μου διαφεύγει, αν και εκείνο το κουδούνι συνεχίζει να χτυπάει μέσα στο κεφάλι μου όλα αυτά τα χρόνια. Μου λέει ξανά και ξανά: αυτό το τριτάκι το βρήκε. Στο τέλος, αποδεχόμαστε τον κόσμο, σταματάμε να τρέχουμε γύρω γύρω και, όπως λέμε στο Ζεν, «στερεώνουμε τον εαυτό πάνω στον εαυτό». Πάνω από τριάντα χρόνια πριν, όταν διάνυα τη δεκαετία των τριάντα μου χρόνων κι έγραφα αυτά που θα γίνονταν το Μονοπάτι της γραφής, τρόμαζα να διασχίσω την απόσταση που με χώριζε από τον εαυτό μου, να στερεώσω, επιτέλους, τον εαυτό πάνω στον εαυτό. Ήμουν σίγουρη ότι θα με κορόιδευαν, θα με επέκριναν, όπως στο σχολείο και στο σπίτι. Ήμουν όμως αποφασισμένη να με συναντήσω, να γράψω αυτά που ειλικρινά έβλεπα και ένιωθα, ν’ αφήσω το μυαλό μου ελεύθερο, χωρίς να το ψαλιδίζω ή να το λογοκρίνω.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

M. Kαραγάτσης, «” Ο αγαπών σε, Μίτιας” Γράμματα και ημερολόγια: 1928-1933» (φιλολογική επιμέλεια- επίμετρο: Χριστίνα Ντουνιά), εκδ. Εστία, 2023

Ἡ ἀνέκδοτη ἀλληλογραφία τοῦ Μ. Καραγάτση μὲ τοὺς συμφοιτητές του Γιῶργο Ρωμανὸ καὶ Νικόλαο Κάλας μᾶς ἀποκαλύπτει ἄγνωστες πτυχὲς τῆς προσωπικῆς ἱστορίας του, ποὺ ἀφοροῦν –μεταξὺ ἄλλων– καὶ στὴ συγγραφὴ τοῦ Συνταγματάρχη Λιάπκιν (1933): «Τὸ ἔργο μου μᾶλλον θὰ ἐκδοθεῖ. Εἶναι καθαρὰ κομμουνιστικό. Μοῦ φαίνεται ὅτι σοῦ ἀνάγγειλα τὴν προσχώρησή μου στὶς ἰδέες τῆς Γʹ Διεθνοῦς», γράφει στὸν Ρωμανό, ἐνῶ παράλληλα πληροφορεῖ τὸν Κάλας γιὰ τὴν ἀναστάτωση ποὺ ἐπικρατεῖ στὸ θεσσαλικὸ κάμπο, προσδοκώντας τὴν «ἐπανάσταση». Ὁ Καραγάτσης γοητεύεται ἀπὸ τὶς ἰδέες τῆς κομμουνιστικῆς Ἀριστερᾶς σπρωγμένος ἀπὸ τὴ νεανικὴ ροπή του πρὸς τὴν ἀμφισβήτηση τῶν κοινωνικῶν στερεοτύπων, ἀλλὰ καὶ ἐπειδὴ θεωρεῖ τὸν ρεαλισμὸ ὡς τὴν ἐνδεδειγμένη μέθοδο γιὰ τὴν καλλιέργεια τοῦ νεοελληνικοῦ μυθιστορήματος. Οἱ ἐπιστολὲς ἀλλὰ καὶ οἱ ἡμερολογιακὲς σημειώσεις τοῦ 1931, ὅπως καταδεικνύει καὶ στὸ Ἐπίμετρό της ἡ Χριστίνα Ντουνιᾶ, δὲν μᾶς προσφέρουν μόνο ἐνδιαφέρουσες πληροφορίες γιὰ τὴ βιογραφία τοῦ Καραγάτση, ἀλλὰ ἐμπλουτίζουν τὶς γνώσεις μας σχετικὰ μὲ τὴ διαμόρφωση τοῦ λογοτεχνικοῦ πεδίου, στὶς ἀρχὲς μιᾶς κρίσιμης δεκαετίας καὶ συνεισφέρουν στὴν καλύτερη κατανόηση τοῦ ἔργου του.

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΑ

[Προς Γιώργο Ρωμανό, 24/4/1931]

[…]

Είναι μια δύναμη να μπορεί να ζει κανείς μοναχός του. Ισως είναι η μεγαλύτερη δύναμη, όπως είπε ο Ibsen. Μα αυτό, δεν εφαρμόζεται στη δική σου περίφτωση. Δεν είσαι μόνος όταν έχεις μια αγαπητή οικογένεια, και τέσσερες καλούς φίλους σ’ αυτόν τον Κόσμο. Η μοναξιά είναι πιο πλατιά. Είναι εσωτερικό φαινόμενο που γίνεται αιστητό όταν δεν υπάρχουν οι εξωτερικές δικαιολογίες του. Αυτό είναι το περίεργο! Νιώθεις τον εαυτό σου ολομόναχο μέσα στην πιο μεγάλη πόλη, μέσα στην πιο αλέγρα οικογένεια, μέσα στην πιο ζωντανή παρέα, δίπλα στον πιο αγαπητό φίλο, πλάι στην πιο ερωτεμένη μαζί σου γυναίκα. Αυτό το αίστημα της εσωτερικής μοναξιάς δεν το ‘χεις δοκιμάσει, ούτε θα το γνωρίσεις ποτέ σου. Είσαι γεννημένος κοινωνικός. Μα νομίζω πως θα ‘πρεπε να μπορείς να ζεις εξωτερικά τουλάχιστον μόνος σου. Υστερα, συ, ο εκλεχτικός, πώς μπορείς να βρεις ηδονές στη συναναστροφή των αμούστακων ρωμιών φοιτητάκηδων του Μονάχου, του τύπου χάνων κοκωβιών και Σία; Συμμάζεψε λίγο τον εσωτερικό κόσμο σου, και θα δεις την παρεπόμενη σημασία του εξωτερικού. Αγάπησε την κάμαρά σου, τα βιβλία σου, τα χαρτιά σου. Αγάπησε την πόλη που ζεις σαν πόλη, και όχι σαν άθροισμα ατόμων. Βρες τις κρυμμένες καλλονές της -νεκρές και ζωντανές- και απόλαψέ τες μόνος σου. Δεν έχεις ανάγκη από δυο ή τρεις ανθρώπους για να ζεις μέσα στους Ανθρώπους. Καθώς σκέφτεσαι, ορίζεις τη φιλία σαν κάτι απαραίτητο σε κάθε τόπο και στιγμή, σαν ένα αγαθό που υπάρχει μόνο όσο υπάρχει η νομή. Δεν μπορεί να δημιουργεί κανείς διαρκώς και παντού φίλους. Η φιλία είναι δημιούργημα της Τύχης κι όχι της θέλησής μας. Αν η Τύχη σου ‘δωσε φίλους στο Χονολουλού, μπορείς να ζήσεις, και χωρίς να δημιουργήσεις φίλους στο Μόναχο π.χ. Μην εξευτελίζεις τη φιλία, συ ο Απόστολός της, κλαιγόμενος γιατί δεν μπορείς να βρεις φίλους στην Αλλαμανία!

Θα ιδείς ότι η κατά μόνας ζωή δεν είναι τόσο τραγική. Την έζησα προτού σας γνωρίσω. Την ξαναζώ τώρα που σας χάνω. Καθώς ξέρω καλά, η απόχτηση και χρήση μοτοσυκλέτας στη Γερμανία δεν απαιτεί καμιά διατύπωση, ούτε καν δίπλωμα. Λεφτά έχεις. Πάρε μια μηχανή, έστω και μικρή, έστω και σαραβαλιασμένη από τον καιρό, και πάρε τα βουνά. Κάνε λίγο σπορ να ξεμουδιάσουν τα κόκαλά σου. Δεν είναι ο ήλιος μας αυτού. Η υγρασία θα σε μουχλιάσει. Οι Βαβαρικές Αλπεις είναι πολύ όμορφες. Τριγύρνα τες. Αν μπορέσεις να κολλήσεις σε κάνα καραβάνι, πάει καλά. Ειδάλλως τράβα μόνος σου. Είναι όμορφο να πιεις ένα τόνο μπίρα με εύτυμη παρέα ύστερ’ από μια κοπιαστική εκδρομή. Μα και ένα ποτήρι, στη μοναξιά δεν είναι άσκημο. Εχει κι αυτό τις ηδονές του.

Χρειάζεται λίγος ηρωισμός στη Ζωή. Και στο Θάνατο.

[…]

Ο αγαπών σε

Μίτιας

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Παναγιώτα Λάσκαρη, «Επτά μικρά άλγη για μια νοσταλγία», εκδ. Κουκίδα, 2023

ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΛΕΥΣΗΣ

ἢ

Η ΠΛΕΥΣΗ ΜΑΣΤΟΡΕΥΕΙ ΣΚΑΡΙ ΚΑΙ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ ΜΕ ΟΡΓΑΝΑ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑΣ

ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΜΗΛΟ, ΚΙΤΡΟ

ΚΑΙ ΠΙΠΕΡΟΡΙΖΑ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑ ΛΕΒΑΝΤΗ ΗΔΥΟΣΜΟΥ

 

Εἶπα νὰ πάψω νὰ ναυαγῶ τὴν Ἄνεση.

Νὰ τῆς ἀλλάξω πλεύση

μπὰς καὶ τὴν καταλάβω ὅπως τηνε φαντάζομαι, σαρανταεννιάμερη

πασχαλινὴ Ἀρετούσα καὶ ἐπιτέλους εὔδρομη.

Νὰ μὴ σαστίζει

τὸ κυανὸ ἀπ’ τὰ κάλλη της καὶ τὸ περιττό της νὰ πιάνει Λιτόχωρο.

Καταμεσῆς πελάγους νὰ παίρνει τὶς ἀνάσες της καὶ οὐρανόδρομη

νὰ καλπάζει θάλασσα.

Τόσο λίγη νὰ τηνε μεγαλώσω ποὺ νά ’ναι πάμπλουτη κι ἀθάνατη

γυμνὴ ὀμορφιὰ μὲ σελήνη Αὐγούστου κολυμπητὴ στὴ θάλασσα

σὰν κόβει ὁ οὐρανὸς ἀστέρια ἅμα σοῦ θέλει νὰ κρυφτεῖ.

Γιατὶ ὁ Ἔρωτας ἔχει τὰ μυστικά του καὶ ἡ ἀμεριμνησία

τὴ στέρησή της, φτάνει ἀμέριμνο νὰ τὸν διαβάσεις

γιὰ νὰ πολιτογραφήσεις τὰ ἑλληνικά σου
ἐκεῖ ποὺ τοὺς πρέπει.

 

Ἐκεῖ ποὺ φεύγουν οἱ αἰῶνες ἀντιστέκεται ἡ θάλασσα
Μὲ ἑλληνικὰ τὰ καθαρόαιμα καὶ διαυγῆ

Ὕπτια στὸν ἀφρὸ ἀλεξικέραυνα

Δῶρα ἀπ’ τὰ μέλλοντα ποὺ καμιὰ προφητεία

Δὲν τὰ μαστόρεψε στὰ μέτρα της πάρεξ ἡ Ἀλήθεια
Ὅταν καὶ τὶς προφητεῖες ὑφαρπάζει

Σὰν θὰ τὶς ταξιδέψει σὲ γλώσσα στρογγυλὴ
Γιὰ κεῖνο τὸ Ἀλλοῦ, ὅπου

Πράγματα, νοήματα καὶ λέξεις σμίγουν
ἀνεπανόρθωτα

Σὲ σῶμα ἀναστημένο.

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Έφη Κατσουρού, «δύο σύν τέσσερα», εκδ. Μετρονόμος, 2022

τὶς ἀσέληνες νύχτες:

 

[κορμὶ σὲ κίνηση αἰλουροειδοῦς κατόπιν χορογραφίας]

 

ξέχνα μισάνοιχτη τὴν μπαλκονόπορτα, νὰ τυλιχτῶ αὐτάρεσκα ὣς τὸ ξημέρωμα στὰ πόδια σου, παράγοντας ἤχους οἰκείους στὰ κεραμίδια καὶ τοὺς ὀντάδες. Τὰ ζαφείρια ποὺ ἀκούμπησα στὰ μάτια σου, προϊὸν γενεαλογίας. Σ’ τὰ παρέδωσα ἄνευ ὅρων κι ἴσως αὐτὸ προδίδει διάφορη κυτταρικὴ δομή. Ὅταν μετρᾶς τὰ δάχτυλά μου μὲ τὰ χείλη σου, κερδίζω χαμένα ἐδάφη. Μεθοδικὰ στὰ νύχια ἔδωσα σχῆμα, νὰ προμηνύουν ἐκδορές. Ντύνομαι μιὰ παλιὰ ρεμπέτικη μελωδία μπροστά σου καὶ φεύγω ἀδιάφορα. Μὲ σκισμένες τὶς συγχορδίες – μετέωρες τὶς ἀπολήξεις τῶν λέξεων, ἀλλὰ ἐσύ, δὲν πρέπει νὰ διακρίνεις παρὰ τὸ λευκὸ τῆς ὑπόβασης καὶ μία νότα νὰ σὲ προκαλεῖ. Κατηφορίζω τὸ πεντάγραμμο μέχρι νὰ χαθεῖ ἡ σκιά μου. Ὅπως ἐκεῖνες. Σχεδὸν ἡδονοβλεπτικὰ τὶς παρατηρῶ χρόνια τώρα νὰ χάνονται στὰ Ἀναφιώτικα διαγράφοντας μὲ τὴν ἄκρη τῆς οὐρᾶς τους ἀνεξάρτητα κύματα. Μὲ τὸ φεγγάρι σὲ τροχιὰ τώρα καθόδου, λίγο πιὸ ἀόρατη, ἐπιστρέφω στὸ σπίτι κι ἀφήνω τὴν κουβέρτα νὰ διακρίνει τὴν ψυχὴ τοῦ σκύλου μου. Τὴν ψυχή της. Ἔφυγε καὶ τώρα, ἔχω δυὸ ψυχὲς νὰ ὑπακούω καὶ νὰ καλύπτω τὶς νύχτες.

Περιμένω πιστὰ πίσω ἀπ’ τὴν πόρτα νὰ ἔρθεις

κι ὅταν ἀργεῖς μαθητεύω στὰ βιβλία σου τοὺς χειρισμοὺς τῆς ἀγριόγατας.

 

 

*********

καὶ νὰ θυμᾶσαι:

 

Εἶναι μιὰ ἐπανάσταση τόσο λευκὸς νὰ στέκεσαι δίπλα στὸ κόκκινο τοῦ κόσμου.

 

Γιατὶ τὸ λευκὸ δὲν ἔχει ἀποχρώσεις.

Ἢ λὲς ἄγγελος ἢ λὲς ἀσβέστης.

Καὶ καθρεφτίζεις τὴ σκιά σου

ἄσβεστη σ’ ὅ,τι ὁρίζει

νὰ δώσει χρῶμα ἡ ἀντανάκλαση.

 

Διαβάστε περισσότερα
Αφίξεις

Σταύρος Καμπάδαης, «Κρεμάλα, η λέξη είναι ποιητής», εκδ. ενύπνιο, 2023

Με ό,τι μέχρι τώρα

επέλεξες

είχες

αίματα

γδαρσίματα

ανίατες

-Θα γύρναγες

πίσω να τα ξεκίναγες

αλλιώς;

-Δε γίνεται

Αδύνατο

Πώς να πετάξω

ό,τι είναι δικό μου

Διαβάστε περισσότερα