ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΠΛΕΥΣΗΣ

ἢ

Η ΠΛΕΥΣΗ ΜΑΣΤΟΡΕΥΕΙ ΣΚΑΡΙ ΚΑΙ ΚΑΠΕΤΑΝΙΟ ΜΕ ΟΡΓΑΝΑ ΝΑΥΣΙΠΛΟΪΑΣ

ΦΕΓΓΑΡΙ ΚΥΠΑΡΙΣΣΟΜΗΛΟ, ΚΙΤΡΟ

ΚΑΙ ΠΙΠΕΡΟΡΙΖΑ ΘΑΛΑΣΣΗΣ ΚΑΙ ΦΙΛΙΑ ΛΕΒΑΝΤΗ ΗΔΥΟΣΜΟΥ

 

Εἶπα νὰ πάψω νὰ ναυαγῶ τὴν Ἄνεση.

Νὰ τῆς ἀλλάξω πλεύση

μπὰς καὶ τὴν καταλάβω ὅπως τηνε φαντάζομαι, σαρανταεννιάμερη

πασχαλινὴ Ἀρετούσα καὶ ἐπιτέλους εὔδρομη.

Νὰ μὴ σαστίζει

τὸ κυανὸ ἀπ’ τὰ κάλλη της καὶ τὸ περιττό της νὰ πιάνει Λιτόχωρο.

Καταμεσῆς πελάγους νὰ παίρνει τὶς ἀνάσες της καὶ οὐρανόδρομη

νὰ καλπάζει θάλασσα.

Τόσο λίγη νὰ τηνε μεγαλώσω ποὺ νά ’ναι πάμπλουτη κι ἀθάνατη

γυμνὴ ὀμορφιὰ μὲ σελήνη Αὐγούστου κολυμπητὴ στὴ θάλασσα

σὰν κόβει ὁ οὐρανὸς ἀστέρια ἅμα σοῦ θέλει νὰ κρυφτεῖ.

Γιατὶ ὁ Ἔρωτας ἔχει τὰ μυστικά του καὶ ἡ ἀμεριμνησία

τὴ στέρησή της, φτάνει ἀμέριμνο νὰ τὸν διαβάσεις

γιὰ νὰ πολιτογραφήσεις τὰ ἑλληνικά σου
ἐκεῖ ποὺ τοὺς πρέπει.

 

Ἐκεῖ ποὺ φεύγουν οἱ αἰῶνες ἀντιστέκεται ἡ θάλασσα
Μὲ ἑλληνικὰ τὰ καθαρόαιμα καὶ διαυγῆ

Ὕπτια στὸν ἀφρὸ ἀλεξικέραυνα

Δῶρα ἀπ’ τὰ μέλλοντα ποὺ καμιὰ προφητεία

Δὲν τὰ μαστόρεψε στὰ μέτρα της πάρεξ ἡ Ἀλήθεια
Ὅταν καὶ τὶς προφητεῖες ὑφαρπάζει

Σὰν θὰ τὶς ταξιδέψει σὲ γλώσσα στρογγυλὴ
Γιὰ κεῖνο τὸ Ἀλλοῦ, ὅπου

Πράγματα, νοήματα καὶ λέξεις σμίγουν
ἀνεπανόρθωτα

Σὲ σῶμα ἀναστημένο.

 

***

ΠΩΣ ΝΑ ΣΙΩΠΗΣΕΙ    Ἢ ΝΑ ΠΕΙ…

 

Σὰν ἡ πικρὴ ἡ πεθυμιὰ ποὺ τὸ φαρμάκι λιώνει
γιγάντεψε στὸν κόρφο της γλυκὸ ζωῆς ἀέρα
μὲ τῶν ζεφύρων τὶς πνοὲς σ’ ἀνήλιαγο κατώγι
καὶ τὰ γαλάζια ἐνδύματα χυμένα σὲ φορμόλη,
γυναίκα ἐνθυμήθηκε πὼς εἶναι Ζακυνθία

κι ἀντάριεψε σὰν ποὺ ἀπορεῖ μπροστὰ νὰ πάγει
ἢ πίσω

στοὺς ἀχαλίνωτους γκρεμνοὺς μιᾶς ἄπειρης
πατρίδας

ἢ στὰ κλουβιὰ μνημόσυνα ἐλπίδας γελασμένης.
Πῶς νὰ σιωπήσει ἢ να πεῖ τοῦτες τὶς δυστυχίες
πού, ἀλίμονο, φορτώσανε σ’ ἀνηφοριὰ τὶς λέξεις;

 

********

ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ

 

Μὲ τῆς αὐγῆς τὸ πρῶτο θρόισμα κίνησε προσευχὴ
μιὰ πράσινη ἀπρονοησία νὰ κεντάει μὲ λόγια
μουσκεμένα σὲ κρόκο Πανσέληνου καὶ μπόλικο
φῶς ἀπ’ τὸ κουτὶ τοῦ Matisse.

 

Τὸν τόπο ἀνασαίνοντας γέμισε ἡ καρδιά της
γιασεμιὰ κι ἀνθισμένη σὰν πουλὶ ἀπὸ τὸν ὕπνο
ψέλισσε: «Σὰν πῶς νὰ ἰδῶ τὸν Θεό;» ‒ «Μὲ θαβωρία
ἀφαίρεση» φωσάκι πετάρισε μιὰ φωνή

«ποὺ θὰ πεῖ: τὰ ὑλικὰ ἐντελῶς ὑλικὰ μεῖον
τὴν κουρασμένη μέρα τους».

 

Πῆρε, λοιπόν, νὰ φυτεύει τὸν ἵμερο σὲ λέξεις
ἀγγεῖα μικρὲς γιὰ ν’ ἀνθίζει μὲ σχῆμα καὶ μὲ φῶς
πράσινα βγαλμένα ἀπ’ τὶς ξερολιθιὲς ἄλογα γιὰ

τὸ μάκρος μέρας ἀκούραστης τετραπέρατα
τὴν προσευχὴ νὰ κεντάει.

 

Ὁπόταν τὸ λιβάδι λιβάδι νὰ μένει μετὰ

τὴν πυρὰ κι ἀστείρευτη ἡ φοντάνα νὰ ξεδιψᾶ
τὰ πλεούμενα στὸν κάβο τοῦ Ἔρωτα.

 

Γερτὸ τὸ ἀληθινὸ σὰν πλεούμενο κι ὁ Ἔρως
ἐμὸς
ἐσταύρωται μὲ σκάλα ἀποκαθηλωτικὴ
Πανσελήνου καὶ δάκρυα Μαρίας ἡδύοσμα
τὰ ἀναρριχώμενα.

 

*******

ΠΟΛΗ ΜΑΡΙΑΜ

Und wir, die an steigentes Glück Denken, empfänden die Rührung, Die uns beinah bestürzt,

wenn ein Glückliches fällt.

M. Rilke

 

 

Ἀπ’ τὴν ἀρχὴ τὸ τέλος. Μὲ μύθου μύηση, ἀλήθεια
δηλαδὴ ἀπὸ χρυσὸ λιοντάρι μὲ τὴ μεγαλοπρέπεια
τῆς ἄγνοιας κι ἀπὸ προβιὲς ψηγμάτων

ποὺ φέραν στὸν Ἰάσονα ἀτυχία.

 

Ὡστόσο ἐκεῖ, ἔξω ἀπ’ τὶς κοῖτες τοῦ χρυσοῦ, γιομίσαν
τὰ πηγάδια ἑλληνικά, ἐκεῖ καὶ παραπέρα, στὶς πύλες
τοῦ Ἅδη μὲ τὸ ὄργωμα τῆς γῆς ἀπὸ γιγάντιο κάπρο
καὶ ἱέρεια τῆς θυςίας τὴν κόρη ποὺ τῆς ξέφυγε.
Ἔτσι, ξανὰ γεννῆσαν οἱ ἐλπίδες σὰν ἀποδημητικὰ
πτηνὰ ποὺ ξέραν ἀπὸ σύμπνοια.

 

Γιατὶ αἰῶνες θέλουν ἀπὸ πόλεις γιὰ νὰ γραφτοῦν
οἱ ἐλεγεῖες μακρόσυρτες ἀναπνοὲς ἰάσμων ποὺ

δὲν ἔφτασαν τὴν ὄσφρηση σὰν φτερουγίσματα ἐλέους
νὰ τὴ γιάνουν ἀπὸ τὴ σκόνη τοῦ καιροῦ.

 

Κι οἱ πόλεις γράφονται, μαζὶ κι οἱ θρῆνοι
στὸ τέλος γιὰ νὰ φανεῖ ἐκείνη σὲ εἰκόνισμα
μετέωρο σὰν ἄνοιξη στὸ Μεσολόγγι

 

Παρθένου ποὺ πῆρε στὴ θυσία μέτρα

γιὰ νὰ τὴ ράψει ἀχώρητη, γυμνὴ Ὀμορφιὰ
κολυμπητὴ στὴ θάλασσα.

 

Ἀποκαμμένος ὁ Ἰγνάτιος μὰ πάντα νέος
γλυκὰ τὴ νανουρίζει πάλι στὴν ἀρχή της,
στὸν ἄλλο τόπο ποὺ τὴν πάει παιδὶ λουλούδι
τοῦ Παραδείσου τιμαλφὲς καὶ τοῦ Θανάτου

πρόθυμο.

 

Πολύπαθη, πολυταξιδεμένη, Πόλη τοῦ νόστου
Μαριάμ…

 

 

*********************************************************************************************

 

Σημείωμα τῆς ποιήτριας

Πρόκειται γιὰ ἕνα «συμφωνικό» ποιητικὸ ἔργο, σὲ ἑπτὰ μέρη, μὲ ὀργανικὴ ἑνότητα, αὐστηρὴ δομή καὶ ἐσωτερικὲς ἀνταποκρίσεις τῶν μερῶν. Τὰ μέρη-ἑνότητες ἀριθμοῦνται μὲ λατινικοὺς χαρακτῆρες καὶ ἀποτελοῦνται ἀπὸ τέσσερα ποιητικὰ στελέχη ἕκαστον ( τὸ πρῶτο, πεζόμορφο μὲ ἱστορικὴ ἀναφορά, τὸ δεύτερο, σὲ ἰαμβικὸ δεκαπεντασύλλαβο, τὸ τρίτο ( Νοσταλγία ), μοντέρνα ἀφηγηματικὴ γραφὴ μὲ λυρικὰ στοιχεῖα καὶ μετρικὲς παραδοσιακὲς ἀπηχήσεις , καὶ τὸ τέταρτο, ἕνα ἀνεξάρτητο ποίημα μοντέρνας λυρικῆς γραφῆς). Κάθε ποιητικὴ ἑνότητα καὶ κάθε ποιητικὸ στέλεχος λειτουργεῖ  καὶ ἀνεξάρτητα καὶ σὲ οὐσιαστικὴ ἐπικοινωνία μὲ τὰ ὑπόλοιπα τοῦ ἴδιου μέρους καὶ τῶν ἄλλων μερῶν. Ἡ Νοσταλγία κάθε ἑνότητας εἶναι μιὰ αὐτόνομη τριτοπρόσωπη ποιητικὴ ἀφήγηση, διενεργούμενη ἀπὸ τὸ ποιητικὸ ὑποκείμενο , ἀλλὰ καὶ ὀργανικὸ μέρος τῆς σύνολης ΝΟΣΤΑΛΓΙΑΣ, ποὺ ὁλοκληρώνεται στὴν 7η ἑνότητα καὶ ἐκτυλίσσει τὴν ποιητικὴ ἱστορία πρὸς μία  νοηματικὴ ἀπόληξη. Προοίμιο τοῦ ἔργου ἀποτελεῖ τὸ ποίημα Σπίτι σὲ νόστο ποὺ συνέχει τὴ ΝΟΣΤΑΛΓΙΑ ὡς τὸ ἀδιαφιλονίκητο ὑπαρξιακὸ στοίχημά της.

Ὁ ἄξονας γύρω ἀπὸ τὸν ὁποῖο περιστρέφεται τὸ ἔργο εἶναι ἡ ἑλληνικὴ γλώσσα, καὶ δὴ ἡ ποιητική της λειτουργία, ποὺ συνενώνει  μὲ ὀργανικὸ τρόπο παρελθόντα, παρόντα καὶ μέλλοντα, ἐνῶ πρόθεση τῆς δημιουργοῦ εἶναι τὸ σημαῖνον «Νοσταλγία», καὶ  δι΄αὐτοῦ τὸ σημαῖνον «Πατρίδα», νὰ λειτουργήσει ἐντὸς τοῦ ποιητικοῦ σώματος ὡς πολυεπίπεδο σημαινόμενο, μὲ τὰ ἐπίπεδα ( παράδοση-μοντερνισμός, ἀτομικό-συλλογικό, ἐθνικό-οἰκουμενικό, ἐνδοκοσμικό–ὑπερβατικό, φυσικό-μεταφυσικό, ὑλικό-πνευματικό,  συνειδητό-ἀσυνείδητο, κτλ) νὰ βρίσκονται σὲ διαλογικὴ συνάφεια, καὶ μὲ βαθύτερη ἐπιθυμία, μέσα ἀπὸ τὴν μικρο-ιστορική συν-ομιλία μὲ τὰ συμβάντα τοῦ Καιροῦ, νὰ ἀναδυθεῖ μία ποιητικὴ πρόταση ἀτομικῆς καὶ συλλογικῆς  ἀναφορικῆς ὑπαρξιακῆς πληρότητας, μία πρόταση ἐσχατολογικῆς προοπτικῆς ποὺ στέκει εὐργετικὰ προκλητικὴ ἀπέναντι στὰ σύγχρονα  ἀδιέξοδα.

Πρόκειται γιὰ ἔνα  ἔργο μὲ ἐμφανὴ  καὶ ἀφανὴ διακειμενικότητα καὶ διακαλλιτεχνικὲς συνδέσεις. Ὡστόσο, ὁ κύριος στόχος εἶναι νὰ συναντηθοῦν στὸ ποιητικὸ σῶμα λόγος, μουσικὴ καὶ εἰκαστικὲς τέχνες, ὄχι τόσο ὡς διακειμενικές-καλλιτεχνικὲς ἀναφορὲς ὅσο ὡς ὀντολογικὲς συνδέσεις, ὥστε νὰ ἐπιτευχθεῖ μία ὀντολογικὴ- μουσικὴ καὶ ζωγραφικὴ- ἐξεικόνιση τοῦ νοήματος : μία ποίηση ποὺ νὰ ἀκούγεται καὶ ὡς μουσικὴ καὶ νὰ «βλέπεται» καὶ ὡς ζωγραφική (μὲ εἰκόνες ἄλλοτε καθαρὰ ζωγραφικές καὶ ἄλλοτε γνήσια λυρικές, ποὺ ἡ παρουσία τους δὲν εἶναι ἐφικτὸ νὰ συλληφθεῖ παρὰ μονάχα ἀπὸ τὴν ποιητική νοημοσύνη πομποῦ καὶ δέκτη).