Πρόλογος στην τριακοστή, επετειακή έκδοση

 

Η καλύτερη δουλειά που είχα ποτέ ήταν όταν προσλήφθηκα για δύο χρόνια ως φιλοξενούμενη ποιήτρια [poet-in-residence] σ’ ένα μεγάλο δημοτικό σχολείο στο κέντρο της Μινεάπολης, στη Μινεσότα. Εκεί μελετήσαμε τους σπουδαιότερους ποιητές των ιαπωνικών χαϊκού, ποιήματα του Ντ. Χ. Λώρενς, του Γουίλιαμ Κάρλος Γουίλιαμς, του Φρανκ Ο’Χάρα, ακόμα και μερικά αποσπάσματα της Γερτρούδης Στάιν. Στο τέλος του πρώτου χρόνου μου εκεί, ο σεβασμός μου για τους μαθητές ήταν απέραντος. Καμία προκατάληψη λόγω ηλικίας, καμία συγκαταβατική ανωτερότητα. Μέχρι που τους διάβαζα και ποιήματα που είχα μόλις γράψει –περίπλοκα, πυκνά ποιήματα– κι εμπιστευόμουν τις αντιδράσεις τους. Ανακάλυψα ότι οι πιο ανοιχτοί μαθητές ήταν της τρίτης δημοτικού, γιατί ήταν ειλικρινείς και συγχρόνως ανεπηρέαστοι, έχοντας επίσης την ικανότητα να διαβάζουν και να γράφουν – τέλειος συνδυασμός. Εκπλήσσομαι που το σκέφτομαι τώρα, αλλά τον Μάιο, όταν τα άνθη των νάρκισσων επιτέλους σκίζουν την επιφάνεια της γης στα βόρεια κλίματα, διάβασα στην τάξη έναν μακροσκελή θρήνο που είχα γράψει για όλους τους ανθρώπους που είχα γνωρίσει, αγαπήσει και είχα χάσει.

Όταν τελείωσα την ανάγνωση, κούνησα το κεφάλι: «Δεν μπορώ να σκεφτώ τίτλο. Έχετε καμιά ιδέα;». Από μια γωνία, ένας αδύνατος εννιάχρονος, ψηλός και ξερακιανός, με λευκό μπλουζάκι και μπεζ παντελόνι, έγειρε στο πλάι το κεφάλι του και σήκωσε το χέρι. Δυσκολεύομαι να θυμηθώ το όνομά του και του έχω δώσει ένα που φαντάζομαι ότι μάλλον είναι το σωστό: Ραφαέλ Λαμάρ Τζέιμς. Μίλησε με καθαρή και σταθερή φωνή – έξω από το παράθυρο οι φτελιές μόλις που πρασίνιζαν. «Δεσποινίς Γκόλντμπεργκ, τι λέτε για το “Ο κόσμος επιστρέφει σ’ εμένα”;» «Πού το βρήκες αυτό;» Λίγο έλειψε να πέσω κάτω. Σήκωσε τις ανοιχτές του παλάμες και κούνησε το κεφάλι του: «Απλώς σκέφτηκα ότι μπορεί να ταίριαζε». «Ραφαέλ Λαμάρ, δεν θα σε ξεχάσω ποτέ», δήλωσα, καθώς το κουδούνι του σχολείου υπογράμμιζε την τελευταία μου λέξη, που ήταν μισό ψέμα. Η αλήθεια είναι ότι τον θυμάμαι πολύ καθαρά. Μόνο το όνομα μου διαφεύγει, αν και εκείνο το κουδούνι συνεχίζει να χτυπάει μέσα στο κεφάλι μου όλα αυτά τα χρόνια. Μου λέει ξανά και ξανά: αυτό το τριτάκι το βρήκε. Στο τέλος, αποδεχόμαστε τον κόσμο, σταματάμε να τρέχουμε γύρω γύρω και, όπως λέμε στο Ζεν, «στερεώνουμε τον εαυτό πάνω στον εαυτό». Πάνω από τριάντα χρόνια πριν, όταν διάνυα τη δεκαετία των τριάντα μου χρόνων κι έγραφα αυτά που θα γίνονταν το Μονοπάτι της γραφής, τρόμαζα να διασχίσω την απόσταση που με χώριζε από τον εαυτό μου, να στερεώσω, επιτέλους, τον εαυτό πάνω στον εαυτό. Ήμουν σίγουρη ότι θα με κορόιδευαν, θα με επέκριναν, όπως στο σχολείο και στο σπίτι. Ήμουν όμως αποφασισμένη να με συναντήσω, να γράψω αυτά που ειλικρινά έβλεπα και ένιωθα, ν’ αφήσω το μυαλό μου ελεύθερο, χωρίς να το ψαλιδίζω ή να το λογοκρίνω.

Δεν είχα ιδέα ότι έσπαγα ένα κατεστημένο σχετικά με το τι θεωρείται και πώς διδάσκεται η γραφή σ’ αυτή τη χώρα. Δεν υπήρχαν τότε ράφια στα βιβλιοπωλεία γεμάτα βιβλία με οδηγίες και ερεθίσματα για να εμπνευστείς. Αγωνιζόμουν μόνη μου να αντλήσω κουράγιο για να εμπιστευτώ το μυαλό μου και να τοποθετήσω τη μια λέξη δίπλα στην άλλη πάνω στη σελίδα. Όταν επιτέλους τελείωσα το χειρόγραφο, το έστειλα σε επτά μεγάλους εκδοτικούς οίκους της Νέας Υόρκης. Τέσσερις από αυτούς αφιέρωσαν χρόνο για να μου στείλουν όχι μόνο απορριπτικές απαντήσεις, αλλά και αρκετές παραγράφους στις οποίες λοιδορούσαν αυτό που πρότεινα – ότι το γράψιμο ήταν πρόσφορο για τον καθένα, ότι μπορούσε κανείς να το εξασκήσει και ότι δεν υπήρχαν μόνο λίγοι εκλεκτοί. Μακάρι να είχα κρατήσει εκείνες τις επιστολές, δεν άντεχα όμως τα σχόλιά τους και τις πέταξα. Έστειλα τότε το χειρόγραφο σε έναν σχετικά νέο και μικρότερο εκδοτικό οίκο. Εσώκλεισα κι ένα σημείωμα: Θα μπορούσαμε να συναντηθούμε για φαγητό. Ο γιος του ξαδέλφου μου είχε το μπαρ μιτσβά του στη Βοστώνη, όπου ήταν η έδρα των εκδόσεων Shambhala.

Το σχέδιό μου ήταν να χρησιμοποιήσω τους συγγενείς μου ως δικαιολογία, για να έρθω στ’ ανατολικά και να προχωρήσει η υπόθεση. Η εκδότρια διάβασε την εργασία μου τη νύχτα πριν συναντηθούμε και μου έκανε μια προσφορά ενόσω τρώγαμε κρεμμυδόσουπα. Έκανα σαν να μην τρέχει τίποτα, αλλά, αφού έφυγα, βαδίζοντας στους δρόμους της πόλης με προορισμό τον σταθμό λεωφορείων, έκλαψα – κάποιος θέλει το βιβλίο μου. Τι έχω μάθει σχετικά με το γράψιμο αυτά τα τριάντα χρόνια; Έχω γράψει δεκατέσσερα βιβλία, και η βάση τους ήταν οι ασκήσεις που υπάρχουν στο Μονοπάτι της γραφής, οι οποίες συντηρούν και διαμορφώνουν τη συγγραφική μου φωνή, με βοηθούν να παραμείνω ειλικρινής, με διδάσκουν πώς να αντέχω τις δυσκολίες και πώς να εμβαθύνω πέρα από τη λογική σκέψη, να δοκιμάζω την αληθινή ουσία των σκέψεών μας και της ζωής γύρω μας. Πολλοί άνθρωποι που θέλουν να γράψουν αναζητούν υποσυνείδητα γαλήνη, συντροφικότητα, αναγνώριση της ευτυχίας ή να εξετάσουν τι έχει πάει στραβά, ελπίζοντας να αγκαλιάσουν τον πόνο και να οδηγηθούν στην ολοκλήρωση. Στα εργαστήρια και τα σεμινάρια συχνά επαναλαμβάνω: Δεν σας διδάσκω γι’ αυτή την εβδομάδα, αλλά για να συνεχίσετε όλοι σας να εξασκείστε αφού φύγετε από εδώ. Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι κάτι όμορφο κι εφήμερο. Πρέπει να έχουμε ευρύτερο όραμα. Θεωρήστε το γράψιμο μια σχέση ζωής. Μια φίλη μού είπε περιπαικτικά: «Η ταφόπλακα της Νάταλι: ΕΜΠΡΟΣ για την αιωνιότητα». Γιατί όχι; Το γράψιμο μας επιτρέπει να χαλαρώσουμε και να ενωθούμε με τα πάντα. Είναι μεγάλη μου τιμή που το Μονοπάτι της γραφής διαβάστηκε όλα αυτά τα χρόνια. Πολύ περισσότερο που υπήρξε βοηθητικό. Σας ευχαριστώ.

Μάιος 2015

 

***********************************************

 

Η Natalie Goldberg είναι συγγραφέας, ποιήτρια και ζωγράφος. Έχει εκδώσει περισσότερα από δεκαπέντε βιβλία, μεταξύ των οποίων το Μονοπάτι της γραφής, που έχει μεταφραστεί σε δεκατέσσερις γλώσσες και επηρέασε  σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τη διαδικασία της συγγραφής. Για περισσότερα από σαράντα χρόνια η Νάταλι διδάσκει σεμινάρια γραφής σε όλο τον κόσμο. Ζει στο Τάος του Νέου Μεξικού.