Δημήτρης Υφαντής, «Μια ηρωική πράξη»
12Ιου
Τα αυτιά μου βούιζαν λες και είχα υποστεί μόνιμη απώλεια της ακοής μου, το κεφάλι μου πονούσε σαν να το ποδοπάτησε χορεύοντας μια ολόκληρη φυλή ελεφάντων, το σώμα μου παρέμενε ξαπλωμένο, χωρίς δυνάμεις, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι της συνείδησης μου, όσο εξαθλιωμένο και αδύναμο και αν ήταν, έδινε έναν μυθικό αγώνα μέχρις εσχάτων, με αντικειμενικό του σκοπό να καταφέρει να ανοίξουν τα μάτια μου. Μα τα μάτια μου προτιμούσαν να υπακούνε σε κάποια άγνωστη σε μένα ληθαργική δύναμη, μια τέτοια δύναμη που τα πρόσταζε να παραμείνουν ερμητικά κλειστά, να αγνοήσουν τις σοβαρές προσπάθειες του εγκεφάλου μου για ξύπνημα και να βυθιστούν σε ένα βαρύ και όχι τόσο γλυκό ύπνο. Προσπαθούσα, χωρίς να ξέρω και γω για πόση ώρα, να αποδειχθώ πιο πεισματάρης και επίμονος από τον λήθαργο που με πολεμούσε, στρατολογώντας όλα τα αποθέματα της θέλησης που διέθετα, τα οποία εδώ που τα λέμε, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν και πολλά. Για την ακρίβεια ήταν απειροελάχιστα, έως μηδαμινά. Μα παρόλαυτα έπρεπε να σηκωθώ και να αρχίσω να συνειδητοποιώ λίγο λίγο, ποια είναι τα αίτια αυτής της εξευτελιστικής κατάστασης που βίωνα και που οφείλεται αυτός ο εξοντωτικός πονοκέφαλος που τα είχε βάλει με το κρανίο μου, χωρίς λόγο και αιτία. Η ώρα περνούσε και δεν μπορώ να καυχηθώ πως κατάφερνα ικανοποιητικά αποτελέσματα. Μα όσα δεν μπορούσα να πετύχω με τη δύναμη της θέλησης μου, τα πραγματοποίησε μονομιάς μια αλάνθαστη και καλά δοκιμασμένη τεχνική του σοκ, που μου ήρθε λες και την είχα παραγγείλει, από το εξωτερικό μου περιβάλλον.
-Σήκω ανίκανε, ακαμάτη, άχρηστε! Ακούστηκε μια φωνή ηλικιωμένης κυρίας και αμέσως ένιωσα μια παγωμένη ψυχρολουσία να διαπερνάει κάθε ίντσα του σώματος μου, μουσκεύοντας με, με το παγωμένο της υγρό μέχρι το κόκαλο. Αυτομάτως πετάχτηκα πάνω, σε κατάσταση κυριολεκτικά εμπόλεμη, με τέτοια εγρήγορση πνεύματος που θα ζήλευε και ο πιο δραστήριος άνθρωπος του κόσμου, και αυτή τη φορά η διάθεση μου χαρακτηριζόταν από αγνά εχθρικά αισθήματα, έτοιμος να εντοπίσω και να εξοντώσω αυτόν που με τόση αναίδεια και αγένεια με είχε μπουγελώσει με ένα κουβά παγωμένου νερού, ενώ δεν είχα καν σηκωθεί από το κρεβάτι. Προς μεγάλη μου απογοήτευση, μπροστά μου αντίκρισα την αγαπημένη μου υπερήλικη γιαγιά, γεγονός που αμέσως αφόπλισε τις όποιες μαχητικές μου εκδηλώσεις, καθώς ήταν άτομο, προς το πρόσωπο του οποίου έτρεφα, ιδιαίτερη αφοσίωση και αγάπη.
-Τι έγινε ρε γιαγιά, τρελάθηκες? Τι βίδα σου στριψε και με ξυπνάς με αυτό τον τρόπο? Ρώτησα καθώς κοιτούσα το χωριάτικο χέρι της, να κρατάει λεβέντικα – παρά τα εκατό του χρόνια – το κουβά που έσταζε ακόμα, με τις σταγόνες που μου είχαν επιτεθεί.
-Ρωτάς τι έγινε? Με αποπήρε, καρφώνοντας με, με ένα βλέμμα αγέρωχο, που με διαπερνούσε μέχρι τα ενδότερα βάθη της ψυχής μου. Που ζεις βρε αχαϊρευτε? Πόλεμος έγινε, δεν ακούς τηλεόραση? Πόλεμος! Και εσύ μου κάθεσαι και ροχαλίζεις σαν ρεμάλι! Έπειτα, άφησε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής και επανέλαβε, για να με κάνει να το εμπεδώσω καλύτερα, την ίδια εξωφρενικά ενοχλητική (ιδιαίτερα για να σε ξυπνάνε με αυτή) λέξη: ΠΟΛΕΜΟΣ!
Διαβάστε περισσότερα








