«Περάσαμε κάβους πολλούς πολλά νησιά τη θάλασσα

που φέρνει την άλλη θάλασσα, γλάρους και φώκιες.

Δυστυχισμένες γυναίκες κάποτε μ’ ολολυγμούς

κλαίγανε τα χαμένα τους παιδιά

κι άλλες αγριεμένες γύρευαν το Μεγαλέξαντρο

και δόξες βυθισμένες στα βάθη της Ασίας.

Αράξαμε σ’ ακρογιαλιές γεμάτες αρώματα νυχτερινά

με κελαηδίσματα πουλιών, νερά που αφήνανε στα χέρια

τη μνήμη μιας μεγάλης ευτυχίας».

(Γ. Σεφέρης, Μυθιστόρημα)

 

Το απόσπασμα προέρχεται από την ποιητική συλλογή του μεγάλου μας δημιουργού, Μικρασιάτη στην καταγωγή, Γιώργου Σεφέρη, η οποία φέρει τον τίτλο Μυθιστόρημα. «Ένα είδος ποιητικής παράστασης ανάμεσα στο μύθο και στην πραγματικότητα. Μια αυτοβιογραφία από την εσωτερική ζωή του ποιητή», απόηχος από μνήμες, αναπολήσεις, σπαραγμούς της Μικρασιατικής καταστροφής.

Φαίνεται βέβαια πως κάποια ανάρια, αόρατα νήματα κλώθουν το υφάδι της τέχνης και στην περίπτωσή μας μέσα από μυστικά, αθέατα μονοπάτια σμίγουν, κρυφά συνομιλούν και συμπορεύονται ποιητικός και πεζός λόγος. Γιατί, κατά μια παράξενη σύμπτωση, ο τίτλος Μυθιστόρημα του Σεφέρη έμελλε να είναι προφητικός για το είδος του λόγου που κατεξοχήν καλλιεργήθηκε κι ευδοκίμησε εμπνευσμένο από τη μικρασιατική τραγωδία και μέσω του οποίου το ευρύ αναγνωστικό κοινό που δεν του έλαχε ευτυχώς ο μοιραίος κλήρος να τη βιώσει, γνώρισε έστω και έμμεσα, προσέγγισε και προσέλαβε, ελεύθερα μεταπλασμένη βέβαια, τη στυγνή ιστορική πραγματικότητα.

Μύθος και συγκεκριμένες ιστορικές εμπειρίες γίνονται το γονιμοποιό στοιχείο της δημιουργίας και η πεζογραφία, με προεξάρχον είδος το μυθιστόρημα, τότε που οι μνήμες ήταν ακόμη νωπές και το χώμα υγρό, νοτερό από τα δάκρυα και το αίμα, ανασυνθέτοντας λογοτεχνικά τα ιστορικά συμβάντα, απεικόνισε παραστατικά τον ζόφο της μικρασιατικής πανωλεθρίας, ιδωμένο φυσικά μέσα από την οπτική και διυλισμένο από το προσωπικό φίλτρο του εκάστοτε δημιουργού.

Κορυφαίοι, επίλεκτοι εκπρόσωποι της γενιάς του ’30, αλλά και σπουδαίοι μεταπολεμικοί πεζογράφοι, σφράγισαν με τα μνημειώδη έργα τους και μπόλιασαν με τον οίστρο τους τη λογοτεχνική παραγωγή. Από ένα τεράστιο πλήθος σημαντικών έργων, ενδεικτικά μόνο και σε καμιά περίπτωση αξιολογικά, αναφέρω: Το Αϊβαλί η πατρίδα μου του Φώτη Κόντογλου, Στου Χατζηφράγκου του Κοσμά Πολίτη, Οι πρώτες Ρίζες της Τατιάνας Σταύρου, Η ιστορία ενός αιχμαλώτου του Στρατή Δούκα, Η αστροφεγγιά του Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Οι πρόσφυγες του Γρηγόριου Ξενόπουλου, η άτυπη τριλογία του Ηλία Βενέζη Αιολική γη, Το νούμερο 31328 και η Γαλήνη, Ματωμένα χώματα και Οι νεκροί περιμένουν της Διδούς Σωτηρίου. Ελλείψει χρόνου να μνημονεύσει κανείς την πνευματική προσφορά όλων αυτών των δημιουργών, θα περιοριστώ σε δύο μόνο συγγραφείς, τον Ηλία Βενέζη και τη Διδώ Σωτηρίου. Κι αυτό γιατί το έργο τους, χωρίς αμφιβολία, είναι στην κοινή συνείδηση άρρηκτα συνδεδεμένο με την μικρασιατική τραγωδία σε όλο της το φάσμα: την πρότερη ευτυχία με την ευημερούσα ειρηνική ζωή και την αρμονική συνύπαρξη των δύο λαών, Ελλήνων και Τούρκων, τις εφιαλτικές μνήμες της καταστροφής, τις δυσβάσταχτες δοκιμασίες της αιχμαλωσίας, αλλά και τον συγκλονιστικό, βαθιά σπαρακτικό αγώνα του ανέστιου, ρημαγμένου πρόσφυγα να αναστηλώσει τα ερείπια της ζωής του.

Μικρασιάτες και οι δυο συγγραφείς βίωσαν τα γεγονότα που μυθοπλασμένα ανιστορούν, ώστε το έργο τους να είναι ένα μωσαϊκό διάσπαρτο από ψηφίδες αυτοβιογραφικού υλικού. Είδαν κι οι δυο λαίμαργες, αδηφάγες πύρινες γλώσσες να πυρπολούν τα όνειρά τους: μνήμες αιώνων, κοίτες προγονικές, γενέθλια γη, θεούς εφέστιους. Είδαν ανθρώπινα σφαχτάρια στοιβαγμένα στην προκυμαία της Σμύρνης, άκουσαν αλαλαγμούς απελπισίας κι ολοφυρμούς Ανατολής μακρόσυρτους. Μέσα σε μαύρα καράβια προσφυγιάς με μάτια βουρκωμένα ασάλευτα στην πρύμνη, είδαν κι οι δυο τα δαντελωτά, ερατεινά ακρογιάλια των Ιώνων προπατόρων να αλαργεύουν οριστικά, τελεσίδικα. Πάνω στην πλώρη λάξευσαν ανάγλυφα τις μνήμες της αλλοτινής ευτυχίας, απαρασάλευτη πυξίδα για το όραμα: μέσα από τις φλόγες της κόλασης να αναδημιουργήσουν τον χαμένο τους παράδεισο. Και στη χούφτα σφιχτά κράτησαν έναν σβώλο ματωμένο χώμα κι απ’ αυτό ριζωμένη στο κύτταρό τους μπολιασμένη, γι’ άλλη γη ξανά, την ελπίδα.

«Ναι, λίγο χώμα απ’ τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό… Στον ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται» την Αιολική γη, όπως αναφέρει στο ομώνυμο έργο του ο Ηλίας Βενέζης, όπου ανασυνθέτει την ευτυχισμένη ζωή των Ελλήνων στη Μικρασία πριν από την καταστροφή. Έργο πάντα δροσερό, γοητευτικό, σαγηνευτικά υποβλητικό, καθώς με αφοπλιστική απλότητα ο συγγραφέας περιγράφει πώς η αθώα παιδική ψυχή ανακαλύπτει σιγά σιγά τον κόσμο, πώς δέχεται και πώς αντιμετωπίζει τα θυελλώδη ερωτηματικά, βασανιστικά κι αναπάντητα, με τα οποία έχουν κάπως πια συμφιλιωθεί οι μεγάλοι: το σκοτεινό ρίγος του ερωτικού ενστίκτου, τον φόβο του θανάτου, τον παραλογισμό του πολέμου. Ο Βενέζης κατορθώνει με ιδιαίτερη μαστοριά να ισορροπήσει την αφήγησή του ανάμεσα στην παιδική έκσταση και απορία και στον σκληρό κόσμο των μεγάλων. Το τέλος του έργου ρίχνει την αυλαία στην εποχή της παιδικής αθωότητας, σηματοδοτώντας την επώδυνη αφύπνιση, την ωρίμαση της συνείδησης απ’ το αδόκητο ξέσπασμα του α΄ παγκόσμιου πολέμου και την αναπόδραστη πρόσκρουση του ονείρου στην ανήλεη πραγματικότητα του ξεριζωμού.

 

«Τα άστρα όλα έχουν βγει. Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα παιδικά όνειρά μας. Το κύμα χτυπά τη μάσκα του καϊκιού μας και τα κοιμίζει. Κοιμηθείτε, όνειρά μας. Στην ξένη χώρα που πάμε, πρόσφυγες, τι άραγε να μας περιμένει, τι μέρες να είναι ν’ ανατείλουν;

[…] Ταξιδεύουν στο Αιγαίο τα όνειρά μας. Η γιαγιά μας κουράστηκε. Θέλει να γείρει το κεφάλι της στα στήθια του παππού, που έχει καρφωμένα πίσω τα μάτια του μπας και ξεχωρίσει τίποτα απ’ τη στεριά, τίποτα απ’ τα Κιμιντένια. Μα πια δε φαίνεται τίποτα. Η νύχτα ρούφηξε μέσα της τα σχήματα και τους όγκους.

Η γιαγιά γέρνει το κεφάλι της να το ακουμπήσει στα στήθια που την προστατέψανε όλες τις μέρες της ζωής της. Κάτι την μποδίζει και δεν μπορεί να βρει το κεφάλι ησυχία: Σαν ένας βόλος να είναι κάτω απ’ το πουκάμισο του γέροντα.

-Τι είναι αυτό εδώ; ρωτά σχεδόν αδιάφορα.

Ο παππούς φέρνει το χέρι του. Το χώνει κάτω απ’ το ρούχο, βρίσκει το μικρό ξένο σώμα που ακουμπά στο κορμί του και που ακούει τους χτύπους της καρδιάς του.

-Τι είναι;

-Δεν είναι τίποτα, λέει δειλά ο παππούς, σαν παιδί που έφταιξε. Δεν είναι τίποτα. Λίγο χώμα είναι.

-Χώμα!

Ναι, λίγο χώμα απ’ τη γη τους. Για να φυτέψουν ένα βασιλικό… Στον ξένο τόπο που πάνε. Για να θυμούνται.

Αργά τα δάχτυλα του γέροντα ανοίγουν το μαντίλι όπου είναι φυλαγμένο το χώμα. Ψάχνουν εκεί μέσα, ψάχνουν και τα δάχτυλα της γιαγιάς, σαν να το χαϊδεύουν. Τα μάτια τους δακρυσμένα στέκουν εκεί.

-Δεν είναι τίποτα λέω. Λίγο χώμα.

Γη, Αιολική Γη, Γη του τόπου μου».

(Ηλίας Βενέζης, Αιολική Γη, σελ. 306 – 308)

 

 

 

Η δυστυχία είναι πιο οδυνηρή και δυσβάσταχτη, όταν έχεις γευτεί προηγουμένως την ευτυχία.

«Ήταν μια χώρα με χώματα καρπερά, ευλογημένα, χορτάτα από το σπέρμα της βλάστησης. Σαν άνοιγες την Κυριακή τις πόρτες των σπιτιών, αντάμωνες έναν κόσμο δουλευτάδων με την καθαρή του αλλαξιά, το γιορτινό του τραπέζι, το ρακί του, το μερτικό του στον έρωτα και στη χαρά και άσβηστο τον πόθο να λευτερωθεί από τη ραγιαδοσύνη».

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 10)

«Αν υπάρχει αυτό που λένε παράδεισος, το χωριό μας, ο Κιρκιντζές, ήταν ένα δείγμα του. Κοντά στο Θεό ζούσαμε, ψηλά, ανάμεσα σε κατάφυτα βουνά και ξαγναντεύαμε ολόκληρο τον καρπερό κάμπο της Έφεσος, που ήτανε δικός μας ίσαμε τη θάλασσα, ώρες δρόμο, όλο συκομπαχτσέδες και λιόδεντρα, καπνά, μπαμπάκια, στάρια, καλαμπόκια και σουσάμια. Μεγαλοτσιφλικάδες δεν είχαμε στον Κιρκιντζέ να ρουφούν το μεδούλι μας. […] Ο κάθε χωριανός ήτανε νοικοκύρης στη γη του. Είχε το δίπατο σπίτι του, είχε και τον εξοχικό κούλα του, με μποστάνια, καρυδιές, μυγδαλιές, μηλιές , αχλαδιές και κερασιές. Και δεν ξεχνούσε να φυτεύει κι ανθόκηπους για το κέφι του. Τι του στοίχιζε σαν είχε κείνα τα γάργαρα νερά και τα πηδηχτά ρυάκια, που κελάρυζαν χειμώνα και καλοκαίρι! Όταν μέστωνε το στάρι και το κριθάρι, τα χωράφια μας μοιάζανε με χρυσαφένιες θάλασσες».

«Έτσι και ζύγωνε […] ο Οχτώβρης με το μεγάλο πανηγύρι του Αϊ- Δημητριού […] Οι Κιρκιντζιώτισσες πιάνανε τ’ ασβεστώματα και τα καθαρίσματα. Αρχίζανε από τα μπακίρια τους και φτάνανε ίσαμε τους δρόμους, έτσι που να γίνεται το χωριό λαμπίκος και να ντρέπεσαι να πατήσεις. Τα μαγαζιά, οι καφενέδες, οι δυο μας εκκλησιές και τα τρία μας σκολειά, ως κι η μοναδική τούρκικη στέγη που είχαμε, το Καρακόλι, όλα στολίζονταν με μυρτιές και με δάφνες.

Τα πρόσωπα μικρών και μεγάλων λάμπανε από χαρά, μιας και τα μαξιούλια μοσχοπουληθήκανε. Οι φαμελιές κάνανε κομπόδεμα και κατεβαίνανε στη Σμύρνη για τις προμήθειες του χειμώνα, ψωνίζανε προικιά, στολίδια. Τα παλικάρια ράβανε καινούργιες βράκες κι αγοράζανε μεταξωτά κεφαλομάντιλα, τα καμπανιά, για τις φέσες τους. Οι νιες όπου φτιάξει φτιάξει τ’ ατλαζένια χτυπητά φουστάνια και βίρα το χρυσό δοντωτό φλουρί, δυο και τρεις αράδες  στο λαιμό – ανάλογα με τα καζάντια. Είχανε αποτελέψει και τα κρυφομιλήματα για τα νέα συνοικέσια, γιατί τ’ Αϊ- Δημητριού γίνονταν όλ’ οι γάμοι. Οι παπάδες δεν παίρνανε ανάσα. Δεκαπέντε με είκοσι ζευγάρια περιμένανε αράδα για τα στεφανώματα».

«Όλη τη μέρα και τη νύχτα λαλούσανε στις εξοχές τα βιολιά τα ούτια, τα σάζια και τα ντουμπελέκια. Κάτω απ’ τα δέντρα στήνονταν χοροί, καρσιλαμάδες, χασάπικοι, ζεϊμπέκικοι. Τα κορμιά, ξελευτερωμένα από τον καθημερινό μόχτο, πηδάγανε σαν φλόγες κατά τον ουρανό και τα φιλούσε τ’ αεράκι και τα χάδευε το φεγγαράκι κι εκειδά τα ’βρισκε το σήκωμα του ήλιου. […] Θέλεις η θέρμη της Ανατολής, θέλεις η καρπερή γη, μας έσπρωχνε στο τραγούδι. Με το τραγούδι ξυπνούσαμε, με το τραγούδι βαδίζαμε σε χαρές ή σε λύπες. […] Κάμποι, βουνά, φαράγγια αντηχούσανε τότες απ’ τα τραγούδια μας. Μα πώς μπορούσαν να ’ναι βαριές οι μέρες μας κι ανήσυχες οι νύχτες μας σαν έλειπε η έγνοια για τον επιούσιο κι ο τρόμος του θανάτου;»

(Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα Χώματα, σελ. 21- 25)

«Τούρκους δεν είχαμε στο χωριό- κι ας ήτανε τα τούρκικα η γλώσσα που μιλούσαμε. Άσβηστη καντήλα έκαιγε στην καρδιά η αγάπη για την πατρίδα μας την Ελλάδα. Οι Τούρκοι απ’ τα γύρω χωριά […] μας τιμούσανε και μας θαυμάζανε· έκοβε, λέει, το μυαλό μας κι ήμασταν εργατικοί. Και μεις, είν’ αλήθεια, ποτέ δεν τους δίναμε αφορμή ν’ αλλάξουνε γνώμη. Με τον καλό λόγο στεκόμαστε και με το μπαξίς. Μέρα δεν περνούσε που να μην κατεβούνε  στην αγορά μας Τούρκοι χωριάτες. Φέρνανε ξύλα, κάρβουνα, πουλερικά […] όλα τα μπερκέτια της Ανατολής· τα πουλούσανε στο παζάρι κι αγόραζαν ύστερα από τα μαγαζιά μας ό,τι είχαν ανάγκη. Το βράδυ γυρίζαν στα χωριά τους. Μερικοί μέναν μουσαφιραίοι σε φιλικά σπίτια. Τρώγανε ψωμί μαζί μας και κοιμόντανε στα στρώματά μας. Το ίδιο κάνανε κι οι δικοί μας όταν πήγαιναν κατά τα τουρκοχώρια […] Όταν ανταμώναμε ξεμοναχιασμένοι στα βουνά, χαιρετιόμαστε με τεμενάδες…»

(Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα χώματα, σελ. 29)

 

 

«[…] ένας λαός που έμαθε να ζει αδελφικά πλάι σ’ έναν άλλον, χρειάζεται γερές δόσεις μίσους για ν’ αλλάξει αισθήματα. Οι απλοί Τούρκοι, που ζούσανε μακριά από το φαρμάκι της προπαγάντας, χρόνια συνεχίσανε αδέρφια να μας ανεβάζουν κι αδέρφια να μας κατεβάζουν».

(Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα χώματα, σελ. 78)

«Οι πρώτες μέρες μας στη Σμύρνη είχαν κέφι και συγκινήσεις. Γυρίζαμε εδώ κι εκεί σαν περιηγητές και γεμίζαμε τα μάτια και την ψυχή μας νέα θεάματα, και νέες εντυπώσεις, με την άπληστη διάθεση που έχει κανείς για το καινούργιο, το φευγαλέο και το προσωρινό. Η μεγάλη πολιτεία με τα άγνωστα σπίτια, τον άγνωστο κόσμο, την άγνωστη ρυμοτομία, τις άγνωστες εκπλήξεις, μας κρατούσε σε συνεχή έξαψη. Στο Αϊντίνι ήξερες τον καθένα με το όνομά του και τα προβλήματά του. […] Εδώ το καινούργιο βιβλίο με τις ζωηρές εικόνες δεν τελείωνε εύκολα και τα ερωτηματικά ήταν πολλά και οι γρίφοι σού ζητούσανε μια κάποια λύση, έστω και φανταστική.  Δε μας ξέρανε εδώ οι πολλοί άνθρωποι και δεν τους ξέραμε ούτε εμείς, κι έτσι νιώθαμε τόση ελευθερία. Το Και, το Παραλλέλι, η Μπελαβίστα, οι Βερχανέδες, οι Μεγάλες Ταβέρνες, το Μπουλβάρ Αλιότι, ο Κουλές, […] η Αγια- Φωτεινή, […] τα βαποράκια του Κορδελιού, το τραμ της προκυμαίας που το ’σερναν άλογα, τα κατάμεστα από εύθυμο κόσμο κέντρα, οι πουλητάδες των γιασεμιών, […] τα «Πολιτάκια» με τα σαντούρια, οι πεταχτές γυναίκες, όλα έμοιαζαν σαν εύθυμες, χτυπητές κορδέλες, που έπλεκαν ένα χαρωπό γαϊτανάκι. Και μέσα σ’ αυτά η μητέρα να μπαινοβγαίνει μαζί μας στα καταστήματα και ν’ αγοράζει τη χαρά του περιττού μέσα σε μεγάλα και μικρά πακέτα».

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 54)

Πονάει πολύ το ξερίζωμα από την πεφιλημένη γενέθλια γη, τις προγονικές εστίες, από τα ευλογημένα χώματα που λίγα χρόνια αργότερα με την μικρασιατική εκστρατεία και τον τραγικό επίλογό της ποτίστηκαν και βάφτηκαν ανεξίτηλα με αίμα. Τα Ματωμένα Χώματα, όπως είναι ο τίτλος του πολυδιαβασμένου μυθιστορήματος της Διδούς Σωτηρίου, του μνημειώδους έργου της ελληνικής πεζογραφίας που χαρακτηρίστηκε «Βίβλος της σύγχρονης εξόδου του Μικρασιατικού Ελληνισμού».

«Καρσί (:απέναντι), στα μικρασιάτικα παράλια, αναβοσβήνουνε φωσάκια, αναβοσβήνουνε μάτια. Καρσί, αφήσαμε συγυρισμένα σπίτια, κλειδωμένες σερμαγιές, στεφάνια στο κονοστάσι, προγόνους στα κοιμητήρια. Αφήσαμε παιδιά και γονιούς κι αδέρφια. Νεκροί άταφοι. Ζωντανοί δίχως σπίτια. Βρικολακιασμένα όνειρα. Εκεί. Καρσί ήταν ίσαμε χτες η πατρίδα μας! […]

Σεφκιέτ, (σύντροφε των παιδικών μου χρόνων)! Δε με γνωρίζεις, τζάνεμ; Χρόνια τρυγήσαμε μαζί γέλιο και δάκρυ […] Αχ, Σεφκιέτ! Θερία γενήκαμε. Μαχαιρώσαμε, κάψαμε τις καρδιές μας άδικα.

Τόσα φαρμάκια, τόση συμφορά, κι εμένα ο νους μου να γυρίσει θέλει πίσω στα παλιά! Να ’ταν, λέει, ψέμα όλα όσα περάσαμε, και να γυρίζαμε τώρα δα στη γη μας, στους μπαξέδες μας, στα δάση μας με τις καρδερίνες, τις κάργες και τα πετροκοτσύφια, στα περβολάκια μας με τις μαντζουράνες και τις ανθισμένες κερασιές, στα πανηγύρια με τις όμορφες…

(Σεφκιέτ), χαιρέτα μου τη γη όπου μας γέννησε, Σελάμ σοϊλέ… Ας μη μας κρατάει κακία που την ποτίσαμε μ’ αίμα.[…] Ανάθεμα τους αίτιους!»

(Διδώ Σωτηρίου, Ματωμένα χώματα, σελ. 384 – 386)

«Ανάθεμα τους αίτιους», ξεσπά επιλογικά, στην ακροτελεύτια φράση του έργου της η Διδώ Σωτηρίου, η οποία έσκυψε στις μνήμες των ζωντανών, αφουγκράστηκε με αγάπη και πόνο τις καρδιές τους και από τις μαρτυρίες τους άντλησε το υλικό της, με μοναδική έγνοια, όπως αναφέρει, να συμβάλει στην ανάπλαση ενός κόσμου που χάθηκε για πάντα: «να μην ξεχνούν οι παλιοί· να βγάλουν σωστή κρίση οι νέοι».

Κάποιοι όμως απ’ τους παλιούς, όσο και να το ήθελαν, δε γίνεται να ξεχάσουν, γιατί η μνήμη του ζόφου εμφωλεύει στο κύτταρό τους, έχει σφραγίσει το σώμα τους που δοκιμάστηκε σκληρά κι απάνθρωπα στις κακουχίες της αιχμαλωσίας. Ένας από αυτούς ήταν κι ο συγγραφέας Ηλίας Βενέζης, αμούστακο παιδί ακόμη τότε, που συλλαμβάνεται από τους Τούρκους και στέλνεται στα τάγματα εργασίας στα βάθη της Ανατολής, τον Σεπτέμβρη του 1922. Από τους τρεις χιλιάδες περίπου αιχμαλώτους του Αϊβαλιού επιστρέφουν από τα φριχτά κάτεργα μόνο είκοσι τρεις. Ανάμεσά τους κι ο Βενέζης ή μάλλον, ορθότερα, η σκιά του εαυτού του. Δεκατέσσερις μήνες εξαντλητική κούραση, πείνα, δίψα, ζέστη αβάσταχτη, ανελέητα σωματικά και ψυχικά βασανιστήρια, εξοντωτικές, ανείπωτες στερήσεις είναι αρκετά, για να κάμψουν και να ισοπεδώσουν το φρόνημα, να ταπεινώσουν την περηφάνια, να εκμηδενίσουν τον άνθρωπο, ο οποίος, έχοντας χάσει την ταυτότητά του, εκπίπτει σ’ ένα απρόσωπο, τυχαίο νούμερο αιχμαλώτου, που θα μπορούσε εντελώς συμπτωματικά να είναι Το νούμερο 31328, όπως είναι ο τίτλος του χρονικού της αιχμαλωσίας που καθιέρωσε το Βενέζη ως συγγραφέα. Η μοίρα το ’θελε η φρίκη, η αλλοφροσύνη, η κατάρα του πολέμου να οιστρηλατήσει τη δημιουργία για ένα έργο τραγικής πνοής, τη διαμαρτυρία ενός παιδιού εναντίον του πολέμου, την ελεγεία του πόνου, το «βιβλίο της σκλαβιάς», όπως χαρακτηρίστηκε, γραμμένο από τον Ηλία Βενέζη με αίμα που κυριολεκτικά έσταζε από την τυραννισμένη σάρκα και πλημμύριζε τις σελίδες του.

«Έχουν να λένε» – προλογίζει ο συγγραφέας το έργο του (Βενέζης, 2011, σελ. 21) – «πως κανένας πόνος δεν μπορεί να είναι ισοδύναμος με τον ηθικό πόνο. Αυτά τα λένε οι σοφοί και τα βιβλία. Όμως, αν βγης στα τρίστρατα και ρωτήσης τους μάρτυρες, αυτούς που τα κορμιά τους βασανίστηκαν ενώ πάνω τους σαλάγιζε ο θάνατος […] θα μάθης πως τίποτα, τίποτα δεν υπάρχει πιο βαθύ και πιο ιερό από ένα σώμα που βασανίζεται».

«Οι μέρες περνούν, σβήνουν, η μια, η άλλη. Στο στρατόπεδο οι σκλάβοι πλησιάζουμε ολοένα ο ένας τον άλλον. Δε θυμούμαστε ονόματα συναμεταξύ μας, μήτε νούμερα. Μα είναι η καρδιά. Ζυμώνεται με το ίδιο αίσθημα κι απ’ τα ίδια χέρια. Λαχταρούμε τα ίδια πράματα, υποφέρνουμε τις ίδιες πίκρες. […]

Τις μέρες δουλεύουμε σκληρά. Δεν υπάρχει περιθώριο για σκέψεις. Τίποτα περαστικά καστροπούλια φεύγουν κυνηγημένα σαν αστραπή. Σα βραδιάσει, πάλι τα ίδια. Το μυαλό, αν έχει ουσίες, τις χύνει στα τυραγνισμένα κορμιά, στα κόκκαλα και στις φλέβες, να τονωθεί το αίμα, γιατί έχασε δυνάμεις. Έτσι οι σκέψεις απορροφιούνται – για να υπάρχει μεδούλι και αίμα.

Ολοένα τ’ αχνάρια του κόσμου ξεμακραίνουν και σβήνουν. Κάποτε δε θα θυμόμαστε πια. Α, σίγουρα θα ’ρθει κι αυτό. Ας έρθει! Τότες πια δε θα μένει παρά μονάχα η σκοτεινή αγάπη για τη ζωή. Θα υπάρχουμε επειδή θα υπάρχει. Τίποτα άλλο δε θα θυμίζει πως δεν είμαστε μες στους νεκρούς».

(Ηλίας Βενέζης, Το νούμερο 31328, σελ. 248)

Η καταβύθιση στον πόνο δεν έχει τέλος. Στο τέρμα της αιχμαλωσίας, στην εσχατιά της σωματικής οδύνης μονόδρομος και πάλι ο ηθικός πόνος της προσφυγιάς. Μια φοβερή ατέλειωτη ανθρωποθάλασσα ξεχυνόταν σ’ άγνωστα λιμάνια. Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι με μάτια κατακόκκινα «απ’ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν». Ενάμισι εκατομμύριο θρύψαλα κι αποκαΐδια ονείρων.

«Βαπόρια φτάναν το ένα πίσω από τ’ άλλο και ξεφόρτωναν κόσμο, έναν κόσμο ξεκουρντισμένον, αλλόκοτο, άρρωστο, συφοριασμένο, λες κι έβγαινε από φρενοκομείο, από νοσοκομεία, από νεκροταφεία. Έπηξαν οι δρόμοι, το λιμάνι, οι εκκλησιές, τα σχολεία, οι δημόσιοι χώροι. Στα πεζοδρόμια γεννιόνταν παιδιά και πέθαιναν γέροι. Ενάμισι εκατομμύριο άνθρωποι βρεθήκανε ξαφνικά έξω απ’ την προγονική τους γη. Παράτησαν σκοτωμένα παιδιά και γονιούς άταφους. Παράτησαν περιουσίες, τον καρπό στα δέντρα και στα χωράφια, το φαΐ στη φουφού, τη σοδειά στην αποθήκη, το κομπόδεμα στο συρτάρι, τα πορτρέτα των προγόνων στους τοίχους. Και βάλθηκαν να τρέχουν, να φεύγουν κυνηγημένοι απ’ το τούρκικο μαχαίρι και τη φωτιά του πολέμου. Έρχεται μια τραγική στιγμή στη ζωή του ανθρώπου, που το θεωρεί τύχη να μπορέσει να παρατήσει το έχει του, την πατρίδα του, το παρελθόν του και να φύγει, να φύγει λαχανιασμένος αποζητώντας αλλού τη σιγουριά. Άρπαξαν οι άνθρωποι βάρκες, καΐκια, σχεδίες, βαπόρια, πέρασαν τη θάλασσα σ’ έναν ομαδικό, φοβερό ξενιτεμό. Κοιμήθηκαν αποβραδύς νοικοκυραίοι στον τόπο τους και ξύπνησαν φυγάδες, θαλασσοπόροι, άστεγοι, άποροι, αλήτες και ζητιάνοι στα λιμάνια του Πειραιά, της Σαλονίκης, της Καβάλας, του Βόλου, της Πάτρας».

«Ενάμισι εκατομμύριο αγωνίες και οικονομικά προβλήματα ξεμπάρκαραν στο φλούδι της Ελλάδας, με μια θλιβερή ταμπέλα κρεμασμένη στο στήθος: “Πρόσφυγες!” Πού ν’ ακουμπήσουν οι πρόσφυγες; Τι να σκεφτούν; Τι να ξεχάσουν; Τι να πράξουν; Πού να δουλέψουν; Πώς να ζήσουν; Τρέμαν ακόμα απ’ το φόβο. Τα μάτια τους ήταν κόκκινα απ’ το αιμάτινο ποτάμι της κόλασης που διάβηκαν».

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 159- 160)

«Αυτό που ξέραμε ως τότε σαν ανθρώπινη αξιοπρέπεια, διπλώθηκε στον προσφυγικό μπόγο· μείναν μόνον οι χοντρές ανάγκες της ζωής, τυραννικές, απαίσιες».

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 161)

«Εκείνοι οι προσφυγικοί μπόγοι ήταν το μόνο που απόμεινε απ’ το παρελθόν […] Είχαν τόσο παράξενα πράματα μέσα! Μπέρδευαν το πολύτιμο με το ασήμαντο, το χρήσιμο με το περιττό· κι έδιναν ανάγλυφη την εικόνα του κυνηγημένου και τρομοκρατημένου ανθρώπου, που του μένουν λίγες στιγμές για να διαλέξει, τι πρέπει να πάρει απ’ το παρελθόν του για να τραβήξει στο άγνωστο. Είχαν τη συγκίνηση των αναμνήσεων, ανάκατη με την απελπισία και τον τρόμο. […] Αλήθεια, πόσο παράξενο είναι να βρεθεί κανείς ξαφνικά χωρίς κανένα παρελθόν, χωρίς παραδόσεις, χωρίς δουλειά, χωρίς σπίτι, χωρίς τίποτα απ’ ό, τι δημιούργησαν οι κόποι του και οι κόποι των προγόνων του, χωρίς καν τις φωτογραφίες αυτού του παρελθόντος […] Σ’ αυτές τις περιπτώσεις θα ’πρεπε να παθαίνει κανείς αμνησία και ν’ αρχίζει απ’ την αρχή τη ζωή του».

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 166 – 167)

 

 

Τα αποσπάσματα που μόλις προηγήθηκαν προέρχονται από το μυθιστόρημά της Διδούς Σωτηρίου Οι νεκροί περιμένουν, ένα μνημειώδες χρονικό, όπου «τα γεγονότα σου δίνονται ζεστά, παραστατικά, με όλο το βάρος της πικρής τους πραγματικότητας […] με τις ψυχώσεις του ατομικού και του συλλογικού δράματο», σχολιάζει κριτικά γι’ αυτό ο ποιητής Νικηφόρος Βρεττάκος.

Το δράμα μιας ανθρώπινης φυλής που επιτείνεται και κορυφώνεται από τις άκαρδες, στερεοτυπικές αντιδράσεις των ντόπιων, οι οποίοι βλέπουν στον Μικρασιάτη πρόσφυγα τον βρωμερό, ανήθικο κι επικίνδυνο Άλλο και δυστυχώς μεταλαμπαδεύουν τις αρνητικές προκαταλήψεις τους και στα παιδιά, δηλητηριάζοντάς τα, όπως διασώζει η συγγραφέας:

«(Στον Πειραιά) Μια μικρή ξέφυγε απ’ το χέρι της μάνας της κι ήρθε κοντά μου.

-Δε φοράτε σαλβάρια και φερετζέδες; με ρώτησε καθώς ξέταζε το καλορραμένο φουστάνι μου. […]

-Δεν είμαστε μεις Τουρκάλες!

-Πώς δεν είστε, είστε πρόσφυγες, πρόσφυγες, κακοί ανθρώποι!»

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 158)

 

«Από τη Σμύρνη έρχεστε; Δε δεχόμαστε πρόσφυγες».

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 159)

«Να ξεκουμπιστείτε, παλιοπρόσφυγες. Μας πήρατε τις δουλειές των αντρώνε μας, μας αρπάξατε το φαΐ μας, μας βρομίσατε τον τόπο. Χρόνια είχε την ταβέρνα ο πότης μου στο Φάληρο, κι ήρτε ένας παλιοτουρκόσπορος κι άνοιξε μια παράγκα πλάι, και με τους ψευτομεζέδες του και τις ψευτοπεριποίησές του και τις λωλοσμυρνιές που κουβαλάει, μας άρπαξε την πελατεία».

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 173)

«Αντροχωρίστρες, πρόστυχες».

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 174)

Πόσο ανελέητος μπορεί να γίνει ο άνθρωπος όταν παλεύει να διαφεντέψει τα κεκτημένα του και πόσο κακή μητριά μια Ελλάδα που αγωνιζόταν κι εκείνη να συναρμολογήσει τα συντρίμμια που άφησε πίσω της ο πόλεμος! Όμως, εκείνοι «οι τσακισμένοι άνθρωποι που δεν ήξεραν πού ν’ ακουμπήσουν τον πόνο τους και πώς να φιλιωθούν και πάλι με τη ζωή» (Σωτηρίου, 1988, σελ. 175) είχαν κουβαλήσει μαζί με τους προσφυγικούς τους μπόγους το δαιμόνιο της φυλής τους: την πείρα, την αξιοσύνη, τις τέχνες, τη δουλειά, την υπομονή, την καρτερικότητα. (Σωτηρίου, 1988, σελ. 175, 212). Κι ακόμη είχαν στις νοερές τους αποσκευές το πιο γερό αντίδοτο για τις δυσκολίες, τις κακοτοπιές και τις συμφορές: τη μνήμη του χαμένου τους παραδείσου και τον ασίγαστο πόθο να τον αναδημιουργήσουν. Η Διδώ Σωτηρίου το επιβεβαιώνει:

«Σιγά σιγά άρχισαν να ξεφυτρώνουν, εδώ κι εκεί, οι πρώτοι προσφυγικοί συνοικισμοί. Κάθε Μικρασιάτης πάλευε ν’ αποχτήσει λίγα μέτρα γης και τη γης εκείνη πάσχιζε να την κάνει μια μικρογραφία των αγαθών που είχε αφήσει πίσω στην Ανατολή. Χτίζανε μόνοι τους οι πρόσφυγες την παράγκα τους με πλιθιά, τενεκέδες και γκαζόκασες. Μα πρώτα πρώτα βάζανε τις γλάστρες στη σειρά και φύτευαν και κάτι αναιμικά, τόσα δα δεντράκια. Να βολευτούμε, έλεγαν. Να ’χουμε και λίγο πράσινο. Και κόβανε απ’ το νερό που πίνανε, για να ποτίζουν τα δεντράκια. Κι ασπρίζανε τις παράγκες, που δε χώραγαν ξαπλωτά τα πόδια όλης της φαμελιάς, και βάζανε και λουλάκι μέσα στον ασβέστη, για να φαίνονται καθαρά και γαλάζια τα σπιτάκια τους, σαν το νέο καθάριο ουρανό που τους σκέπαζε».

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 182)

«Είδε κι έπαθε να απαλλαγεί ο πρόσφυγας απ’ το λαχταριστό όνειρο του γυρισμού Κι όταν το ξερίζωσε απ’ την ψυχή του, τότε, η μοναξιά κι η κακομοιριά, κι η ανάμνηση του χαμένου παραδείσου, κι η ανάμνηση της νικημένης ραγιαδοσύνης και της πολεμικής αντάρας, όλα έσμιξαν σιγά σιγά κι έγιναν αποφασιστικότητα για δράση, για μια καλύτερη ανθρωπινότερη ζωή. Κι έγιναν οι πρόσφυγες και οι συνοικισμοί τους μια καινούργια ανανεωτική δύναμη για την Ελλάδα: Προζύμι της προκοπής».

(Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 205)

Πόση δύναμη εγκλείει η ανθρώπινη θέληση! «Προζύμι της προκοπής», εκείνοι που κάποτε ήταν «ενάμισι εκατομμύριο πεινασμένα στόματα… Ενάμισι εκατομμύριο φτηνά χέρια […] ενάμισι εκατομμύριο διψασμένοι άνθρωποι για δουλειά, για ελπίδα, για γαλήνη…..» (Διδώ Σωτηρίου, Οι νεκροί περιμένουν, σελ. 204)

Γαλήνη, ο βαθύτερος, ασύνειδος τελικός σκοπός στον οποίο κατατείνει κάθε ανθρώπινη δράση, αλλά και τίτλος μυθιστορήματος του Ηλία Βενέζη για την πίκρα της προσφυγιάς και τον σκληρό, αδιάλειπτο αγώνα τους να ριζώσουν και να ορθοποδήσουν. Η Γαλήνη, που – τι ειρωνεία!- διακρίθηκε με το Κρατικό Βραβείο Λογοτεχνίας και με έπαινο της Ακαδημίας Αθηνών το 1939, σε δίσεκτους καιρούς, τότε που άρχιζε το δράμα ενός καινούργιου πολέμου για τον κόσμο όλο.

Στο έργο, ένα κοπάδι κυνηγημένοι πρόσφυγες της Ανατολής, καλοκαίρι του 1923, γυρεύουν τη νέα πατρίδα τους στην ερημιά της αττικής γης. Στον κακοτράχαλο τόπο της Αναβύσσου, ξεχασμένο, θαρρείς, από Θεό κι από ανθρώπους, παλεύουν να ριζώσουν κι αναζητούν έναν σκοπό, για να νοηματοδοτήσουν ξανά τη ναυαγισμένη ζωή τους. Πικραμένοι άνθρωποι που, ωστόσο, όπως λέει ο συγγραφέας, «είναι στο βάθος οι πιο αισιόδοξοι: επειδή σ’ αυτούς έμεινε ακόμα το προνόμιο ν’ αγαπούν, να πιστεύουν στον άνθρωπο και στη ζωή, το προνόμιο να κυνηγούνε χίμαιρες» (Βενέζης, 2010, σελ.14). Με απώτερο στόχο, την απαλοιφή, την απόσβεση της οδυνηρής μνήμης. Με τελικό σκοπό, τη γαλήνη. Όπως ο κεντρικός ήρωας, ο γιατρός Βένης, που πασχίζει να φυτέψει τριαντάφυλλα σε άγονο, πετρώδη, στέρφο τόπο και τελικά το κατορθώνει:

«-Δεν είναι μόνο για τις βέργες και τα τριαντάφυλλα… (Είναι) για τη γαλήνη […]. Εκεί είναι ο σκοπός. Ο τελευταίος. Γι’ αυτό τυραννώ το σώμα μου. Όμως πιστεύω […] Κι αν είναι αυτό η χίμαιρα…

Η γαλήνη! Μες στην ησυχία και μες στην ταραχή, στο νερό που ηρεμεί ενώ γίνεται σύννεφο, στα σύννεφα που χτυπιούνται την ώρα της θύελλας να ρίξουν το νερό να συχάσουν, στα πάθη των ανθρώπων που παλεύουν κι αγωνίζουνται, στους ανθρώπους που πάσχουν γιατί δεν τούς προορίστηκε να κάμουν τίποτα, στα κορμιά που μάχουνται για τον έρωτα, στ’ άστρα που κατρακυλούν τη νύχτα και πέφτουν, στη γη που γυρίζει, στα όνειρα και στα έργα, σ’ όλα η αναζήτηση της ισορροπίας που χάθηκε, η αδιάκοπη ανασύνθεση.

-Και τυραννώ το σώμα μου, και πιστεύω…[…] Δεν αφήνουμαι να μην πιστεύω. Να μην προσπαθώ…».

(Ηλίας Βενέζης, Γαλήνη, σελ. 166 – 167)

Διαχρονικό, αέναο, διαρκώς επίκαιρο ζητούμενο η γαλήνη. «Συφορές, ξεριζώματα και μεταναστεύσεις πληθυσμών, αναστατώσεις της οικονομικής ζωής των ανθρώπων, αναστατώσεις και συγκρούσεις των ιδεών, τραύματα ψυχικά», σημειώνει ο Βενέζης (2010, σελ. 12 – 13) περιγράφοντας την εποχή του, απαράλλαχτη, θαρρώ, με τη δική μας. Γιατί, ζούμε σε μέρες ταραγμένες και δύσκολες που δοκιμάζουν οικουμενικές αξίες, την αλληλεγγύη και την ανθρωπιά μας, καθώς εστίες πολέμου, που ποτέ βέβαια δεν έσβησαν, μαίνονται πλέον και στη γειτονιά μας, καθώς αθρόα πλήθη που ως χτες απολάμβαναν αγαθά και ποιότητα ζωής, σε μια στιγμή χάνουν τα πάντα και παίρνουν κυνηγημένα τον δρόμο της προσφυγιάς, αναζωπυρώνοντας και τους δικούς μας φόβους για την αιφνίδια μεταστροφή της τύχης, βαθιά καταχωνιασμένους στη συλλογική μνήμη και κληρονομημένους από το πικρό ιστορικό παρελθόν μας.

Όλοι είμαστε εν δυνάμει πρόσφυγες και το χειρότερο, ζούμε σε μια εποχή που ο καθένας συχνά νιώθει πρόσφυγας μέσα στην ίδια την πατρίδα του, αιχμάλωτος ανεξέλεγκτων καταστάσεων, τυχαίο άθυρμα, μαριονέτα στα χέρια μιας μοίρας που δεν ορίζει, μιας μοίρας που απομυζά, αφαιμάσσει κι εξοντώνει τα όνειρα, καταπατά κι ισοπεδώνει ταυτότητες, ανθρώπινες αξίες κι αξιοπρέπεια.

Σε τέτοιες κρίσιμες στιγμές, ίσως τελικά η απάντηση, η έξοδος από το ηθικό τέλμα να βρίσκεται μέσα μας. Ίσως είναι καιρός, σε πείσμα των περιστάσεων, να αναγνωρίσουμε τις αληθινές αξίες της ζωής, να αναδημιουργήσουμε τον παραγνωρισμένο εσωτερικό παράδεισό μας, ν’ αναζητήσουμε έναν βαθύτερο σκοπό που θα νοηματοδοτήσει ξανά τη ζωή και θα αποκαταστήσει την κλονισμένη ισορροπία, τη γαλήνη. Αλλάζοντας κατ’ ουσίαν μέσα μας, η εξωτερική πραγματικότητα θα γίνει καθρέφτης μας!

Και σ’ αυτό το σημείο φαίνεται ότι μέσα από μυστικούς, αθέατους διαύλους επικοινωνίας σμίγουν οι φωνές των πνευματικών ανθρώπων και συνηχούν σε μια απόλυτη συμφωνία πεζού και ποιητικού λόγου. Κι ο λόγος, επικυρώνοντας τη σύμπλευση, την αρμονική συμπόρευση πεζογραφίας και ποίησης, επιστρέφει διαγράφοντας κύκλο στο Μυθιστόρημα του ποιητή Γιώργου Σεφέρη:

 

«Εδώ τελειώνουν τα έργα της θάλασσας, τα έργα της αγάπης.

Εκείνοι που κάποτε θα ζήσουν εδώ που τελειώνουμε

αν τύχει και μαυρίσει στη μνήμη τους το αίμα και ξεχειλίσει

ας μη μας ξεχάσουν, τις αδύναμες ψυχές μέσα στ’ ασφοδίλια

ας γυρίσουν προς το έρεβος τα κεφάλια των θυμάτων:

Εμείς που τίποτε δεν είχαμε θα τους διδάξουμε τη γαλήνη».

(Γ. Σεφέρης, Μυθιστόρημα)

 

 

Βιβλιογραφικές Αναφορές

Βενέζης, Η. (2001). Αιολική γη. Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας- Ι.Δ. Κολλάρου και Σίας Α.Ε.

Βενέζης, Η. (2011). Το νούμερο 31328. Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας- Ι.Δ. Κολλάρου και Σίας Α.Ε.

Βενέζης, Η. (2010). Γαλήνη. Αθήνα: Εκδόσεις Βιβλιοπωλείον της Εστίας- Ι.Δ. Κολλάρου και Σίας Α.Ε.

Σωτηρίου, Δ. (2008). Ματωμένα χώματα. Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος

Σωτηρίου, Δ. (1988). Οι νεκροί περιμένουν… Αθήνα: Εκδόσεις Κέδρος