Τα αυτιά μου βούιζαν λες και είχα υποστεί μόνιμη απώλεια της ακοής μου, το κεφάλι μου πονούσε σαν να το ποδοπάτησε χορεύοντας μια ολόκληρη φυλή ελεφάντων, το σώμα μου παρέμενε ξαπλωμένο, χωρίς δυνάμεις, ενώ το υπόλοιπο κομμάτι της συνείδησης μου, όσο εξαθλιωμένο και αδύναμο και αν ήταν, έδινε έναν μυθικό αγώνα μέχρις εσχάτων, με αντικειμενικό του σκοπό να καταφέρει να ανοίξουν τα μάτια μου. Μα τα μάτια μου προτιμούσαν να υπακούνε σε κάποια άγνωστη σε μένα ληθαργική δύναμη, μια τέτοια δύναμη που τα πρόσταζε να παραμείνουν ερμητικά κλειστά, να αγνοήσουν τις σοβαρές προσπάθειες του εγκεφάλου μου για ξύπνημα και να βυθιστούν σε ένα βαρύ και όχι τόσο γλυκό ύπνο. Προσπαθούσα, χωρίς να ξέρω και γω για πόση ώρα, να αποδειχθώ πιο πεισματάρης και επίμονος από τον λήθαργο που με πολεμούσε, στρατολογώντας όλα τα αποθέματα της θέλησης που διέθετα, τα οποία εδώ που τα λέμε, στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν ήταν και πολλά. Για την ακρίβεια ήταν απειροελάχιστα, έως μηδαμινά. Μα παρόλαυτα έπρεπε να σηκωθώ και να αρχίσω να συνειδητοποιώ λίγο λίγο, ποια είναι τα αίτια αυτής της εξευτελιστικής κατάστασης που βίωνα και που οφείλεται αυτός ο εξοντωτικός πονοκέφαλος που τα είχε βάλει με το κρανίο μου, χωρίς λόγο και αιτία. Η ώρα περνούσε και δεν μπορώ να καυχηθώ πως κατάφερνα ικανοποιητικά αποτελέσματα. Μα όσα δεν μπορούσα να πετύχω με τη δύναμη της θέλησης μου, τα πραγματοποίησε μονομιάς μια αλάνθαστη και καλά δοκιμασμένη τεχνική του σοκ, που μου ήρθε λες και την είχα παραγγείλει, από το εξωτερικό μου περιβάλλον.
-Σήκω ανίκανε, ακαμάτη, άχρηστε! Ακούστηκε μια φωνή ηλικιωμένης κυρίας και αμέσως ένιωσα μια παγωμένη ψυχρολουσία να διαπερνάει κάθε ίντσα του σώματος μου, μουσκεύοντας με, με το παγωμένο της υγρό μέχρι το κόκαλο. Αυτομάτως πετάχτηκα πάνω, σε κατάσταση κυριολεκτικά εμπόλεμη, με τέτοια εγρήγορση πνεύματος που θα ζήλευε και ο πιο δραστήριος άνθρωπος του κόσμου, και αυτή τη φορά η διάθεση μου χαρακτηριζόταν από αγνά εχθρικά αισθήματα, έτοιμος να εντοπίσω και να εξοντώσω αυτόν που με τόση αναίδεια και αγένεια με είχε μπουγελώσει με ένα κουβά παγωμένου νερού, ενώ δεν είχα καν σηκωθεί από το κρεβάτι. Προς μεγάλη μου απογοήτευση, μπροστά μου αντίκρισα την αγαπημένη μου υπερήλικη γιαγιά, γεγονός που αμέσως αφόπλισε τις όποιες μαχητικές μου εκδηλώσεις, καθώς ήταν άτομο, προς το πρόσωπο του οποίου έτρεφα, ιδιαίτερη αφοσίωση και αγάπη.
-Τι έγινε ρε γιαγιά, τρελάθηκες? Τι βίδα σου στριψε και με ξυπνάς με αυτό τον τρόπο? Ρώτησα καθώς κοιτούσα το χωριάτικο χέρι της, να κρατάει λεβέντικα – παρά τα εκατό του χρόνια – το κουβά που έσταζε ακόμα, με τις σταγόνες που μου είχαν επιτεθεί.
-Ρωτάς τι έγινε? Με αποπήρε, καρφώνοντας με, με ένα βλέμμα αγέρωχο, που με διαπερνούσε μέχρι τα ενδότερα βάθη της ψυχής μου. Που ζεις βρε αχαϊρευτε? Πόλεμος έγινε, δεν ακούς τηλεόραση? Πόλεμος! Και εσύ μου κάθεσαι και ροχαλίζεις σαν ρεμάλι! Έπειτα, άφησε να περάσουν μερικά δευτερόλεπτα αμήχανης σιωπής και επανέλαβε, για να με κάνει να το εμπεδώσω καλύτερα, την ίδια εξωφρενικά ενοχλητική (ιδιαίτερα για να σε ξυπνάνε με αυτή) λέξη: ΠΟΛΕΜΟΣ!
Ένα δεύτερο ντους με περιέλουσε, μέσα σε μόλις μισό λεπτό, αυτή τη φορά όμως από τονκρύο ιδρώτα που ανάβλυσε μονομιάς από τους πόρους του δέρματος μου και δεν έφταιγε το ξενύχτι της προηγούμενης νύχτας για αυτό, αλλά ο τρόμος που προκλήθηκε μέσα μου από τα λόγια που είχε μόλις ξεστομίσει η γιαγιά μου. Ταυτόχρονα δεχόμουν άλλη μια ψυχρολουσία, ψυχολογικού όμως τύπου.
-Δεν είναι δυνατόν, προσπάθησα να αντικρούσω την ακλόνητη σιγουριά της γιαγιάς μου. Μήπως είδες καμιά ταινία και επηρεάστηκες? Ρώτησα, προσπαθώντας μάταια να βρω μια λογική εξήγηση. Η ατυχία μου τον τελευταίο καιρό ήταν αρκετά μεγάλη, για να μπορέσω να καταπιώ έτσι αμάσητο και αυτό το νέο. Είχα περάσει διαδοχικά δύο απανωτές ιώσεις και μια δερματική πάθηση. Η πρώτη εξαιτίας του εργοδότη μου, που παρά τη τρέχουσα πανδημία που θέριζε χωρίς ανάπαυλα τον κόσμο, ερχόταν άρρωστος επί μια εβδομάδα στο χώρο εργασίας, εξαπολύοντας ριπές φτερνισμάτων και εκρήξεις βήχα δίπλα στα μούτρα μου. Ο μικρός αυτός βιολογικός πόλεμος που μου εξαπόλυσε ήταν αρκετός για να μου μεταδώσει τον ισχυρό ιό και να με στείλει απευθείας στο κρεβάτι. Ευτυχώς, επανήλθα στα φυσιολογικά μου μετά από κάνα δεκαήμερο, μα στα καπάκια αρρώστησα ξανά, από άλλη ίωση, καθώς το ανοσοποιητικό μου σύστημα ήταν εξαντλημένο. Εξαιτίας των απανωτών πυρετών και του συνεχούς ιδροκοπήματος, μου προκλήθηκε ένας ευτυχώς ελαφρύς δερματικός ερεθισμός. Μα τα χειρότερα δεν είχαν ακόμα έρθει. Ο εργοδότης μου, ο ίδιος αυτός ανεύθυνος τύπος που ήταν υπαίτιος για την πρώτη μου ασθένεια, δεν στάθηκε ικανός να ανεχτεί την πολυήμερη απουσία μου από τη δουλειά, εξαιτίας των συνεχόμενων ασθενειών. Αποτέλεσμα: με απέλυσε. Και σαν να μην έφτανε αυτό, καθώς είχα γίνει νευρικός και καταθλιπτικός από όλες αυτές τις μικρές συμφορές, τσακώθηκα με την αξιαγάπητη σύντροφο μου, η οποία πήρε δρακόντεια μέτρα εναντίον μου και αποφάσισε να με χωρίσει. Έτσι λοιπόν, για να ξεχάσω όλες αυτές τις κακοτυχίες, είπα να ξενυχτίσω, μεθώντας με τα φιλαράκια μου, αναζητώντας λίγη ξεγνοιασιά και όμορφη ατμόσφαιρα στο γλέντι. Και τώρα, πριν καν μπορέσω να ξεκουράσω με λίγο ύπνο το καταπονημένο από αλκοόλ και αϋπνία σώμα μου, ήρθε το αποκορύφωμα: μια εξαγριωμένη γιαγιά και ένας πυρηνικός ίσως πόλεμος.
-Άσε τις δικαιολογίες ρε παλιοζουλάπι και άντε να μοιάσεις λίγο του παππού σου, που ήταν διακεκριμένος ήρωας της αντίστασης, πετάχτηκε ξανά σα χείμαρρος η γιαγιά, κόβοντας στη μέση τον ειρμό των σκέψεων μου. Και μη ξεχάσεις να πάρεις και τρία κομμάτια σπανακόπιτα που σου έχω αφήσει στη κουζίνα! μου υπενθύμισε με μητρική στοργή.
Αυτά ήταν τα τελευταία λόγια που θυμάμαι από το διάλογο μας και πριν καταλάβω πως, είχα βρεθεί στο μέτωπο, σε μια ξένη χώρα, ανάμεσα σε πραγματικές βόμβες και αληθινές φονικές σφαίρες που σφύριζαν πάνω από τα κεφάλια μας σαν ατίθασα δαιμόνια. Ο χάρος είχε τη τιμητική του και πετσόκοβε με το δρεπάνι του εκατοντάδες νέα παιδιά σε καθημερινή βάση, μετατρέποντας τους σε τροφή για τα κανόνια, προσπαθώντας να χορτάσει την ακόρεστη, παράλογη πείνα της μηχανής του πολέμου και της βιομηχανίας των όπλων που δούλευε ακατάπαυστα, υποδαυλίζοντας συνεχώς τη κατάσταση με νέες καταστροφές. Φωτιές, φρικαλεότητες και σαδισμός ήταν η νέα μας καθημερινότητα. Ο θάνατος ερχόταν με τις πιο απροσδόκητες μορφές, εκμηδενίζοντας πολλούς, σακατεύοντας ακόμα περισσότερους. Και ήρθα σε επαφή με αυτή την πραγματικότητα από την πρώτη κιόλας μέρα που πατήσα το πόδι μου στην πρώτη γραμμή. Οι ανώτεροι μας, μας έριξαν σε μια αποτυχημένη επιχείρηση αντιπερισπασμού από την οποία θα ήταν θαύμα αν θα επιζούσε έστω και ένας από εμάς. Βρισκόμασταν σε έναν άγνωστο τόπο και είχαμε περικυκλωθεί από τον εχθρό, που μας είχε κλείσει σαν ποντίκια στη φάκα. Τα πολυβόλα κελαηδούσαν σαν πολεμοχαρείς αετοί. Ο φίλος μου ο Αντρέας, ήταν δίπλα μου όταν δέχθηκε μια ριπή από αυτόματο τουφέκι τελευταίας τεχνολογίας, συνέπεια της οποίας ήταν να χυθούνε προς τα έξω όλα του τα σπλάχνα. Ο Αντρέας μας κοιτούσε παρακλητικά, καθώς προσπαθούσε αναποτελεσματικά να κρατήσει με τις χούφτες του, τα όργανα του μέσα στο σώμα του. Ο θάνατος του δεν περιείχε ούτε μεγαλείο, ούτε δόξα.
Αναγνωρίζοντας τη ματαιότητα της επίθεσης αυτής, πολλοί από εμάς θέλαμε να αποσυρθούμε πριν να είναι αργά. Μα ο λοχαγός μας είχε εντελώς αντίθετη άποψη, μια άποψη που τη γνωστοποιούσε, στέκοντας από πάνω μας σαν οργισμένος διάβολος, κραδαίνοντας στη χούφτα του το περίστροφο του, απειλώντας να μας καρφώσει μια σφαίρα στον αυχένα, καθώς μόνο με την απειλή και τον εκφοβισμό μπορούσε να επιβάλει τις διαταγές του ο άνθρωπος αυτός, που δεν είχε καταφέρει να κερδίσει το σεβασμό από κανέναν μας. Μα στα σχέδια του λοχαγού, εκτός από όλους εμάς που συμμετείχαμε στην επιχείρηση, ήταν αντίθετη και η ίδια η πραγματικότητα. Και η αντίθεση αυτή ήρθε να εκδηλωθεί μέσα από μια οβίδα που έστειλε κάποιο εχθρικό τανκ, ακριβώς πάνω μας. Το μόνο που ένιωσα ήταν τη γη να κουνιέται κάτω από τα πόδια μου, εκκωφαντικός θόρυβος μου βούλωσε τα αυτιά και μια μεγάλη λάμψη θόλωσε την όραση και το νου μου. Θραύσματα, πέτρες και καυτός αέρας πετούσαν παντού γύρω μας, θέτοντας μας εκτός μάχης. Για λίγο κατάφερα, ζαλισμένος, να σηκωθώ όρθιος, απλώς και μόνο για να αντικρίσω τον ίδιο λοχαγό με το ένα του μάτι να κρέμεται έξω από το κρανίο και το χέρι με το οποίο κράδαινε πριν λίγο τόσο αυταρχικά το πιστόλι του να απουσιάζει, κομμένο σύριζα από τον ώμο. Κάθε διάθεση παληκαριάς είχε χαθεί από τη πλέον τρομοκρατημένη φάτσα του, ενώ τώρα έψαχνε τρύπα να χωθεί, για να σωθεί. Έπειτα, μια δεύτερη έκρηξη ακούστηκε και βυθίστηκα στο πιο μαύρο σκοτάδι.
Το επόμενο που θυμάμαι είναι ένα δροσερό αεράκι να χαϊδεύει το πρόσωπο μου και μια γενικότερη ησυχία, γεμάτη από γαλήνη και αρμονία. Ένα κελάηδημα ερχόταν από κάπου, αυτή τη φορά όχι πολυβόλου, μα κάποιου φιλειρηνικού πτηνού. Λες να ήμουν νεκρός και να βρισκόμουν κάπου στον παράδεισο? Ποτέ δεν συμφωνούσα με παραμύθια περί μεταθανάτιας ζωής, μα ομολογώ πως αυτή ήταν η πρώτη σκέψη που έκανε το μυαλό μου, μια σκέψη που ήταν αρκετή για να με πανικοβάλει και να με κάνει να πεταχτώ όρθιος απλώς και μόνο για να συνειδητοποιήσω πως βρίσκομαι σε ένα δωμάτιο νοσοκομείου. Μπροστά μου υπήρχε ένας άντρας με τετράγωνο κεφάλι και προσποιητή αυστηρή έκφραση στο πρόσωπο του. Από ότι κατάλαβα, πρέπει να ήταν ο υπεύθυνος του θαλάμου.
-Βρε καλώς τον! Ξύπνησες κι όλας? Μου άρχισε τη ψιλή κουβέντα. Εσύ είσαι πιο γερός και από σίδερο! Αν ήταν έτσι όλοι οι στρατιώτες μας, θα είχαμε ήδη κατακτήσει το κόσμο.
Ενοχλημένος, με το κεφάλι μου να βουίζει, ζήτησα εξηγήσεις από τον άνθρωπο αυτό, το παρουσιαστικό του οποίου δεν μου ενέπνεε ούτε συμπάθεια, ούτε εμπιστοσύνη.
-Τραυματίστηκες στη μάχη, δεν θυμάσαι? Είχες ηρωική συμπεριφορά, μα για κακή σου τύχη το τμήμα σας διαλύθηκε μισή ώρα αφού βρεθήκατε στο μέτωπο. Δεν φταίξατε όμως εσείς! Ήταν αναπόφευκτο.
Δεν μπορούσα να καταλάβω τί το ηρωικό είχε το ξεπάστρεμα της ομάδας μας, μετά από ένα εικοσάλεπτο ύπαρξης στο πεδίο της μάχης, γεγονός που μου ακουγόταν σαν την επιτομή της αποτυχίας. Παρόλαυτα δεν μπορώ να πω ότι με ενδιέφερε και ιδιαίτερα. Μας είχαν στείλει σε μια ξένη χώρα, να πολεμήσουμε για ξένα συμφέροντα και τίποτα από όλα αυτά δεν έμοιαζε να έχει λογική. Μου ήταν δυσνόητο το πως υπερασπίζομαι την πατρίδα μου, πολεμώντας άγνωστους ανθρώπους, με τους οποίους δεν είχα να χωρίσω τίποτα, για χάρη ορισμένων υποτιθέμενων συμμάχων της χώρας μας, τα συμφέροντα των οποίων ήταν το λιγότερο σκοτεινά και τα άλλοθι με τα οποία έντυναν αυτή τη σφαγή, με δυσκολία θα μπορούσαν να πείσουν ένα δεκάχρονο παιδί. Η γιαγιά μου δεν είχε καταλάβει πως ο πόλεμος αυτός, δεν είχε καμία ομοιότητα με τον αγώνα που είχε δώσει στα νιάτα της αυτή και ο παππούς μου. Και ήταν ολοφάνερο πως αυτή η μάχη δεν ήταν δική μου και δεν υπήρχε περίπτωση να συνεισφέρω ούτε λίγη από την ενέργεια μου για χάρη της, ούτε να γίνω ωμό κρέας στο στόμα κάποιας καπνισμένης και ακριβοπουλημένης κάνης.
-Καλά όλα αυτά, αλλά για πες μου, διέκοψα τον τύπο αυτό, που αν και δεν είχε βρεθεί ούτε για πέντε λεπτά στο μέτωπο, είχε όρεξη να μιλάει για πολεμικά κατορθώματα και ανδραγαθήματα, μια κουβέντα που έβρισκα αρκετά ενοχλητική όχι μόνο εγώ, μα και οι υπόλοιποι ασθενείς που βρίσκονταν στο θάλαμο ανάρρωσης. Πότε φεύγω για το σπίτι μου? Έθεσα το ερώτημα που εκπροσωπούσε όχι μόνο τη δική μου σκέψη, μα και υπόλοιπων τραυματιών.
-Σπίτι σου? Όχι και να μας φύγεις από τώρα! ξεκίνησε να τα μασάει ο εκπρόσωπος του στρατεύματος. Δεν στέλνουμε πίσω στο σπίτι λεβεντόπαιδα σαν και του λόγου σου. Λίγες μέρες θα σας κρατήσουμε μόνο και θα σας ξαναστείλουμε στην πρώτη γραμμή, όπου σας περιμένει μια δοξασμένη πορεία, γιατί όχι και παράσημο ανδρείας!
-Τι λες ρε καραγκιόζη! Ακούστηκε μια φωνή από το βάθος της αίθουσας.
-Εμείς δεν γυρνάμε εκεί! Ανακοίνωσε ένας άλλος.
Το πράγμα ήταν ξεκάθαρο. Ο λαός του αναρρωτηρίου είχε εκφράσει τη θέληση του. Ήδη κάποιοι είχαν σηκωθεί και κινούσαν απειλητικά προς την πόρτα, ενώ ο ψευτογιατρός έστεκε εκεί σα δερβέναγας και μας ούρλιαζε να γυρίσουμε στα κρεβάτια. Αμέσως, ενώθηκα και εγώ με την υπόλοιπη παρέα που προσπαθούσε εδώ και τώρα να αποδράσει.
-Δειλοί! Ξεφώνισε με μίσος ο άνθρωπος αυτός, που αποτελούσε και το μόνο εμπόδιο ανάμεσα σε μας και την έξοδο, σε εμάς και την ελευθερία.
Μια ατσάλινη γροθιά προσγειώθηκε σαν κεραυνός πάνω στο μούτρο του, κάνοντας τον να φτύσει μερικά δόντια – μικρό αντίτιμο σε σχέση με αυτό που πλήρωσαν άλλοι από εμάς, όπως ο Αντρέας – και φοβισμένος έκανε στην άκρη για να μην τον ποδοπατήσουμε. Σα σίφουνας ξεχυθήκαμε έξω από το νοσοκομείο, μπήκαμε στο αυτοκίνητο που προοριζόταν να μας στείλει στα κανόνια του εχθρού και από εκεί στο χώμα, αντιστρέψαμε την πορεία του και κατευθυνθήκαμε προς την πόλη από όπου τόσο ανεξήγητα μας είχαν αρπάξει, για να μας στείλουν να ψοφήσουμε εδώ πέρα. Όλοι ήταν χαρούμενοι και συμφωνούσαν πως αυτή ήταν ίσως η μοναδική ηρωική πράξη μας μέχρι τώρα. Αν έπρεπε να πολεμήσουμε, θα το κάναμε για τη δική μας ελευθερία και όχι για να πλουτίζουν κάποιοι άλλοι. Κουρασμένος, άνοιξα την πόρτα του σπιτιού μου, σωριάστηκα σε έναν καναπέ και εξιστόρησα στη γιαγιά μου με κάθε λεπτομέρεια όλη αυτή την ιστορία.









