Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

«Ο Κώστας Καρυωτάκης του Άλκη Αλκαίου» [10 χρόνια από τον θάνατο του Άλκη Αλκαίου] (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

– «Σύμβολα εμείναμε καιρών που απάνω μας βαραίνουν / άλυτοι γρίφοι που μιλούν μονάχα στον εαυτό τους» (Κ. Καρυωτάκης)
– «Άσε άλυτο τον γρίφο / και μην το παιδεύεις, φως μου / Πώς θ’ αντέξεις δίχως μύθο / την αλήθεια αυτού του κόσμου;» (Άλκης Αλκαίος)

Οι παραπάνω στίχοι θα μπορούσαν να αποτελέσουν μια φανταστική συνομιλία των δυο δημιουργών τους οποίους η ζωή χώρισε (ο μεν Καρυωτάκης γεννήθηκε στις 30 Οκτωβρίου 1896, ο δε Αλκαίος στις 23 Νοεμβρίου 1949) η τέχνη όμως τους ένωσε.

 

***

Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Στις 22 Ιανουαρίου του 1967, ο δεκαοχτάχρονος τότε Ευάγγελος Λιάρος ή αλλιώς Άλκης Αλκαίος, πραγματοποίησε μια διάλεξη στην Πάργα με τίτλο: «Κώστας Καρυωτάκης: Ο Ποιητής που αγαπήθηκε και μισήθηκε». Σημειώνει ο ίδιος σε σημείωμά του το οποίο διαβάστηκε τον Ιανουάριο του 2012 στην εκδήλωση βράβευσής του από τον Σύλλογο Παργινών Αθήνας:

«Ήταν αρχές του 1967, όταν ο αείμνηστος Αλέξανδρος Μπάγκας, Δήμαρχος Πάργας, με παρουσίασε, μαθητή ακόμα στο γυμνάσιο Πάργας, ως δημιουργό με τα πιο ενθουσιώδη λόγια, στο κατάμεστο χειμωνιάτικο σινεμά, στου «Καρύδη». Θερμοί συμπαραστάτες ήταν οι αείμνηστοι Νίκος Τσάκας, Πέτρος Γιούργας και ο τότε Νομάρχης Πρεβέζης Θεόδωρος Βγενόπουλος. Θέμα της διάλεξης ήταν ο ποιητής Κώστας Καρυωτάκης και αφορμή η άρνηση των θρησκευτικών αρχών στην Πρέβεζα να τελέσουν μνημόσυνο για έναν αυτόχειρα. Η διάλεξη αυτή έγινε βιβλίο. Και θυμάμαι πόση συγκίνηση ένοιωσα όταν έλαβα ένα γράμμα από το Θάνο Καρυωτάκη, αδελφό του ποιητή, με ύμνους για το βιβλίο. Έτσι ξεκίνησα. Με ένα πεζό για έναν ποιητή. Υπό την αιγίδα του Δήμου Πάργας».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Νίκος Φωτόπουλος, «Μέρες αδέσποτες… στο σιδερένιο νησί»- “Όψεις και κοινωνιολογικές προεκτάσεις της ποιητικής του Χρήστου Θηβαίου”, εκδ. Μετρονόμος, 2020 (γράφει ο Σπύρος Αραβανής)

Ο Νίκος Φωτόπουλος, Καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο Πελοποννήσου, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου  του είχε δηλώσει σε συνέντευξή του στο Δεύτερο Πρόγραμμα: «Η γλώσσα μας μέσα από το ελληνικό τραγούδι είναι η κοινωνική μας συνείδηση». Αυτό δηλαδή που έλεγε και ο Μάνος Χατζιδάκις: «η τέχνη του τραγουδιού αποτελεί κοινωνικό λειτούργημα, γιατί το τραγούδι μας ενώνει μέσα σ’ ένα μύθο κοινό. Κι όπως στον χορό ενώνουμε τα χέρια μεταξύ μας για ν’ ακολουθήσουμε ίδιες ρυθμικές κινήσεις, έτσι και στο τραγούδι ενώνουμε τις ψυχές μας για ν’ ακολουθήσουμε μαζί, τις ίδιες εσωτερικές δονήσεις. Κι όσο για τον κοινό μύθο που δεν υπάρχει στις μέρες μας, τον σχηματίζουμε καινούριο κι απ’ την αρχή κάθε φορά. Κάθε φορά που νιώθουμε βαθιά την ανάγκη να τραγουδήσουμε»

Ευτυχώς το ελληνικό τραγούδι, ο πιο άμεσα μέχρι σήμερα συλλογικός φορέας και εκφραστής του μαζικού συνειδητού και ασυνειδήτου, έχει αρχίσει όψιμα να γίνεται και αντικείμενο συστηματικότερης μελέτης με διακριτά εργαλεία επιστημονικής έρευνας. Όχι  πια από τους ίδιους του δημιουργούς τους όπως ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μάνος Χατζιδάκις   και ο Θάνος Μικρούτσικος στα θεωρητικά τους κείμενα, ή με δημοσιογραφίζουσα και κριτική μόνο γλώσσα, αλλά από ερευνητές και άλλων πεδίων, όπως ο Φωτόπουλος, ο Λεωνίδας Οικονόμου, ο Ανδρέας Μαράτος, ο Λεών Ναρ, ο Σταύρος Καρτσωνάκης, και άλλοι. Το γιατί άργησε να αναδειχτεί και αυτή η πλευρά του τραγουδιού, η πιο ερευνητική ας πούμε, οφείλεται σε πολλούς λόγους κυρίως όμως για την αντίληψη που εν μέρει συνεχίζει να υπάρχει ότι το τραγούδι υπηρετεί πρωτίστως την ίδια του την επικοινωνιακή και συγκινησιακή λειτουργία, χωρίς να στέκεται και αυτόνομα ως ιδεολογικό και αισθητικό αντικείμενο.

Η τέχνη όμως που ασκούν οι τραγουδοποιοί δεν αποκτά και υπεραξία αν θεωρητικοποιηθεί, αν, ας πούμε, χαρακτηρίσουμε τους στίχους ποίηση και αρχίσουμε τις στεγνές επιστημονικές μελέτες  οι οποίες προσπαθούν να εφαρμόσουν στη δειγματοληψία τους τα θεωρητικά τους εργαλεία και οδηγούνται τελικά σε προκαθορισμένη επαλήθευση των υποθέσεών τους, άρα και σε ανούσιες επικυρώσεις.

Τέτοιου είδους εργασίες, όπως του Φωτόπουλου φωτίζουν κι άλλες πλευρές του τραγουδιού, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση της έκφρασης ενός τραγουδοποιού της γενιάς του ’90. Αυτή η γενιά αποτέλεσε τις δεκαετίες του 90 και του 2000, το πλέον ισχυρό (και ίσως το μοναδικό σε δημοτικότητα) αντίβαρο σε όλη αυτή την κοινωνική λαίλαπα του life style, υπήρξαν οι στυλοβάτες ενός είδους τραγουδιού που μετατοπιζόταν από το πολιτικό στο κοινωνικό τραγούδι.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Umberto Eco, «Ο υπεράνθρωπος των μαζών – Ρητορική και ιδεολογία του λαϊκού μυθιστορήματος» (μτφρ. Έφη Καλλιφατίδη). εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2019

 

 

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ

Κάποιος, μετά την προβολή του Love Story είπε ότι πρέπει να έχεις καρδιά από πέτρα για να μη σκάσεις στα γέλια με την ιστορία του Όλιβερ και της Τζένης. Η φράση είναι υπέροχη, όπως όλες οι παραδοξολογίες που θυμίζουν Ουάιλντ, ωστόσο δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Πράγματι, με όποια κριτική διάθεση κι αν πας να δεις το Love Story, πρέπει να έχεις καρδιά από πέτρα για να μη συγκινηθείς και να μην κλάψεις. Και τότε ακόμα πιθανότατα δεν εξαιρείσαι από τη συναισθηματική συμμετοχή που απαιτεί το φιλμ. Αυτό οφείλεται σε έναν απλούστατο λόγο: οι ταινίες αυτού του είδους έχουν επινοηθεί για να προκαλούν δάκρυα. Δεν μπορείς να τρως κουφέτα και –επειδή έχεις μεγάλη παιδεία και ισχυρό έλεγχο στις αισθήσεις σου– να παριστάνεις ότι γεύεσαι κάτι αλμυρό. Η χημεία δεν κάνει ποτέ λάθος. Και καθώς υπάρχει και χημεία των συναισθημάτων, ένα από τα συστατικά που κατά παράδοση υποκινούν συναισθήματα είναι η καλοστημένη πλοκή· όταν η πλοκή είναι καλοστημένη, υποκινεί τα συναισθήματα για την πρόκληση των οποίων είχε προσχεδιαστεί. Μπορεί αργότερα, κατόπιν εορτής, να επικρίνουμε τον εαυτό μας επειδή τα νιώσαμε ή να τα επικρίνουμε ως απωθητικά ή να επικρίνουμε τις προθέσεις με τις οποίες στήθηκε η μηχανή που τα προκάλεσε. Αυτό όμως είναι μια άλλη ιστορία. Η καλά σχεδιασμένη πλοκή προξενεί χαρά, τρόμο, έλεος, γέλιο ή κλάμα.

Η πρώτη θεωρία της πλοκής γεννιέται με τον Αριστοτέλη. Για μας δεν έχει καμιά σημασία αν ο Αριστοτέλης την εφάρμοσε στην τραγωδία και όχι στο μυθιστόρημα· άλλωστε είναι γεγονός ότι από τότε όλες οι θεωρίες της αφήγησης ανάγονται σε αυτό το πρότυπο. Ο Αριστοτέλης μιλά για τη μίμηση πράξεως (δηλαδή για μια αλληλουχία γεγονότων) η οποία πραγματοποιείται με την κατασκευή ενός μύθου, δηλαδή μιας πλοκής μιας αφηγηματικής αλληλουχίας. Μπροστά σε αυτή την αλληλουχία, ο σχεδιασμός των χαρακτήρων (δηλαδή η ψυχολογία) και η ίδια η έκφραση (το ύφος, η γραφή) είναι δευτερεύοντα. Είναι εύκολο επομένως να θεωρήσουμε ότι υπάρχει η οντότητα «πλοκή» που υπεισέρχεται χωρίς διάκριση τόσο στις δραματικές όσο και στις αφηγηματικές επιτελέσεις.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αδαμάντιος Κοραής, «Η κηδεία του Βολταίρου»

Απόσπασμα επιστολής του Κοραή της 15ης Νοεμβρίου 1791

προς τον τον αδελφικό του φίλο Δημήτριο Λώτο, που ήταν πρωτοψάλτης στη Σμύρνη.

 

 

Ίσως ήκουσας ότι, αποθανόντα τον περίφημον Βολταίρον, ο κλήρος του Παρισιού δεν εσυγχώρησε να θάψωσι εις το Παρίσιον, αλλ’ έκαμαν εις τρόπον ώστε ηναγκάσθησαν οι συγγενείς και φίλοι του να τον θάψωσι πολλάς λεύγας μακράν από το Παρίσιον. Η πρόφασις των καλογήρων ήτον ότι ο Βολταίρος ήτον ασεβέστατος άνθρωπος […].

Ο λαός, ενθυμούμενος τα όσα κατ’ αυτών [των καλογήρων] είχεν είπει ο Βολταίρος και την κώλυσιν της ταφής του, ηθέλησε να εκδίκηση τον νεκρόν του από τας καλογηρικάς καταδρομάς, και απεφάσισε να κάμη μετακομιδήν του λειψάνου του εις το Παρίσιον.

Υπήγαν λοιπόν πλήθος ανάριθμον εις τον τάφον του, τον εξέχωσαν, και τον έφεραν εις το Παρίσιον τη δεκάτη του Ιουλίου, ημέρα Κυριακή προς το εσπέρας, και τον έθηκαν επάνω εις την Βαστιλίαν, εις το προάστιον της πόλεως, δια να τον κηδεύσωσιν εντίμως τη επαύριον. Ηξεύρεις ότι η Βαστιλία είναι εκείνη η περίφημος φυλακή, την οποίαν εκρήμνισεν ο λαός εις τας αρχάς των ταραχών· πλησίον της Βαστιλίας κατοικώ και εγώ, και η πομπή όλη έπρεπε να περάση κατάντικρυ των παραθύρων μου. Τον έθηκαν εξεπίτηδες εις την Βαστιλίαν, δια να τον εκδικήσωσι και από την πάλαιαν τυραννίαν της αυλής, η οποία είχε τον φυλακώσει εις αυτό το φρούριον, ακόμη εικοσαετή νέον όντα. Τη επαύριον, ια’ Ιουλίου, έβαλαν την θήκην, η οποία περιείχε τα οστά του, επάνω εις μίαν λαμπράν άμαξαν -αλλ’ ελησμόνησα να σε ειπώ, ότι τον έβαλαν εις την Βαστιλίαν εις εκείνον τον ίδιον τόπον της κρημνισμένης οικίας, όπου αληθώς εφυλακίσθη ζων, ανεγείραντες σωρόν από αυτούς τους λίθους της κρημνισμένης Βαστιλίας, επάνω εις τον οποίον έγραψαν τοιαύτην επιγραφήν: «Δέξαι, Βολταίρε, τας τιμάς της Πατρίδος σου, εις τούτον τον ίδιον τόπον όπου σε εφυλάκωσε δέσμιον η τυραννία».

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις, Ραδιόφωνο- Ταινιοθήκη- Θεάτρο Ποιείν

Mark Polizzotti, «Bob Dylan – Highway 61 revisited» (μετάφραση: Πάνος Τομαράς), εκδ. οξύ, 2022

Πρόλογος: Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης
Ανάμεσα στη διερευνητική κραυγή του “Bring It All Back Home” και τη μαγευτική υπερβολή του “Blonde on Blonde” στέκει ως η πλέον καθοριστική στιγμή όχι μόνο για την καριέρα του Ντίλαν αλλά και για την εξέλιξη της μουσικής στα μέσα της δεκαετίας του ’60. Πέρα όμως από την ιστορική του αξία, το “Highway 61” ξεχωρίζει κυρίως λόγω της αμείωτης συναισθηματικής του απήχησης. Ελάχιστοι τραγουδοποιοί πριν ή μετά τον Ντίλαν συνδύασαν τόσο αποτελεσματικά το έντονα προσωπικό με το ανεμπόδιστα οικουμενικό – και σ’ αυτό το βιβλίο ο Mark Polizzotti φωτίζει τόσο την εποχή της κυκλοφορίας του δίσκου και τα διαχρονικά του τραγούδια όσο και τον ίδιο τον καλλιτέχνη Μπομπ Ντίλαν.
(Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)
Διαβάστε περισσότερα