Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Δημήτρης Υφαντής, «Τεχνητή νοημοσύνη, φυσική ανοησία»

 

Μια νέα εποχή, πολλά νέα ονόματα για να την χαρακτηρίσουν. Ψηφιακή εποχή, τέταρτη βιομηχανική επανάσταση, ψηφιακή επανάσταση, βιομηχανία 4.0, αναρίθμητες έξυπνες λύσεις και εφαρμογές και ακόμα περισσότερα έξυπνα ή και εξυπνακίστικα ονόματα και σλόγκαν για να ζωγραφίσουν με τα καλύτερα χρώματα τη νέα φάση στην οποία φαίνεται πως μπαίνει ο ανθρώπινος πολιτισμός και η κοινωνία, τη νέα ρότα που ετοιμάζονται να πάρουν οι ζωές μας, μια ρότα που θα τρέχει με ταχύτητες αστραπιαίες, σαν αλγόριθμος μηχανικής μάθησης υπερσύγχρονης υπολογιστικής τεχνολογίας. Και μέσα σε όλο αυτό τον χείμαρρο των λέξεων και των αναφορών ένας όρος μοιάζει να κυριαρχεί παντού και πάντα, σε όλους τους τομείς, σε όλα τα επαγγέλματα, έχοντας ήδη κατά πως φαίνεται ξεκινήσει την εξάπλωση της παντοδύναμης και αδιαμφισβήτητης εξουσίας του, με τρόπο σιωπηλό και αδίστακτο, χωρίς οι περισσότεροι να το έχουν καν πάρει χαμπάρι: Τεχνητή νοημοσύνη! Δύο λέξεις που ακούγονται πλέον τόσο συχνά, με τέτοια ασυναγώνιστη συχνότητα που μοιάζουν να έχουν γίνει μία. Δυο λέξεις που εισχωρούν σε κάθε παρακλάδι της ζωής και της ανθρώπινης δραστηριότητας, από την υγεία μέχρι τη δημοσιογραφία, από τη τέχνη μέχρι την ιστορία, από τα βιντεοπαιχνίδια μέχρι τη νομική και από τη δημιουργική και ωφέλιμη επιστημονική έρευνα μέχρι τον καταστροφικό και χυδαίο πόλεμο, μα που πάνω από όλα έχουν εισχωρήσει και συνεχίζουν να εισχωρούν ακόμα περισσότερο μέρα με τη μέρα στην ίδια την καθημερινότητα μας. Δύο λέξεις πίσω από τις οποίες, όπως υποστηρίζουν διάφοροι επιφανείς τεχνοκράτες, κρύβεται ο παράδεισος επί της γης.

Και οι λέξεις αυτές δεν εισέβαλαν έτσι βίαια μόνο στη δική μας καθημερινότητα, μα και στη καθημερινότητα του Ηλία ενός νεαρού ανειδίκευτου εργαζόμενου που αφού δούλεψε για καμιά δεκαπενταριά χρόνια σε ένα μαγαζί, πουλώντας μελάνια για εκτυπωτές, αποφάσισε να κάνει τη μεγάλη στροφή στο τιμόνι της πολλά υποσχόμενης επαγγελματικής του καριέρας και να ασχοληθεί με τον τομέα εξυπηρέτησης πελατών, αρπάζοντας όπως αρπάζει και ο αετός το θήραμα του, μια τέτοια θέση που του πρόσφερε μια άγνωστη ξένη εταιρία με σκοτεινή προέλευση. Μα τι σημασία είχε η προέλευση της? Για κάποιον άλλον μπορεί να είχε και μάλιστα μεγάλη, μα για τον Ηλία η σημασία αυτή ήταν μηδαμινή. “Τι το ψάχνεις Λιάκο? Του είχε πει ο Θανάσης ο κολλητός του. Δουλειά να ‘ναι και ό,τι νά ‘ναι!” και ο Λιάκος ακολούθησε, όπως συνήθιζε τη συμβουλή του εγκάρδιου φίλου του και δέχθηκε με προθυμία τη νέα του θέση. Στην αρχή όλα έβαιναν καλώς και ο νέος δήλωνε με πλήρη ειλικρίνεια ευχαριστημένος από την καινούργια του εργασία. Έπειτα του είπαν πως η τεχνολογία εξελίχθηκε και πως δεν χρειάζεται να πηγαίνει με τα πόδια μέχρι το γραφείο. Έτσι λοιπόν, σαν άμεσο επακόλουθο αυτής της εξέλιξης, τον παρότρυναν να δουλεύει από το σπίτι, πίσω από την απατηλή ασφάλεια που του προσέφερε το προσωπικό του λάπτοπ. Η δουλειά ήταν απλή και εύκολη. Το κυρίως καθήκον του προέβλεπε να απαντάει στα γραπτά μηνύματα ή στις φωνητικές κλήσεις που δεχόταν, λύνοντας τα προβλήματα που αντιμετώπιζαν οι πελάτες, ρίχνοντας φως με τον οξυδερκή νου του στις μυστηριώδεις δυσκολίες που αντιμετώπιζαν διαρκώς και διαφωτίζοντας το προβληματισμένο τους μυαλό με τις ενδελεχείς γνώσεις του που όσο και αν ήταν προϊόντα της πιο πολύπλοκης νοητικής λειτουργίας, κατάφερνε πάντα να τις διατυπώσει με μια σχεδόν μαγική σαφήνεια και απλότητα. Τόσο καλός και ευσυνείδητος ήταν στο έργο του που όλοι οι πελάτες τον βαθμολογούσαν με πέντε αστέρια.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Κωνσταντίνος Κ. Χατούπης, «Ένα εικοσιτετράωρο από τη ζωή τού Λαέρτη»

 

Γι’ άλλους το σπίτι είναι φωλιά, γι’ άλλους με τάφο μοιάζει.

Nεκροί αν είν’ ή ζωντανοί, μια πλάκα τους σκεπάζει

 

Ο Λαέρτης είν’ ένας κοσμοκαλόγερος που έχει ξεπεράσει το μεσοστράτι τής ζωής προ πολλού. Έτσι τον αποκαλούν όσοι τον γνωρίζουν καλά, κι αυτοί που τον γνωρίζουν καλά, δηλαδή όσοι τον συναναστρέφονται χρόνια κι εκ των πραγμάτων έχουν καταλάβει, ως ένα βαθμό, την ιδιοσυγκρασία του, είναι λιγότεροι στον αριθμό απ’ τα δάχτυλα τού ενός χεριού.

Ο χαραχτηρισμός τούτος, βέβαια, δεν προκύπτει απ’ την αποστροφή του για τις εγκόσμιες απολαύσεις –αντίθετα, θα έδινε τα πάντα για να μην τις στερηθεί ούτε στιγμή–, απ’ την ευλαβική του προσήλωση στις πρακτικές και στις συνήθειες κάποιας θρησκευτικής παράδοσης, ή απ’ την δουλική προσκόλλησή του σε κάποια μεταφυσική αρχή –ο Λαέρτης δεν πιστεύει σε τέτοια–· προκύπτει απ’ τον τελείως μοναχικό βίο που διάγει μέσα στον κόσμο και τη ζωή. Ακόμα κι αυτοί οι ελαχιστότατοι γνωστοί του σπάνια τον βλέπουν, ιδιαίτερα τα τελευταία αρκετά χρόνια όταν είχε αρχίσει ν’ αναπτύσσει μέσα του την αντίληψη ότ’ οι άνθρωποι είναι σαν μια αναμμένη εστία τής οποίας τη ζέστη και τη θαλπωρή πρέπει να την απολαμβάνει κανείς μόνον από απόσταση.

Ο Λαέρτης δεν θέλει κανείς να ξέρει τι κάνει και πώς ζει αυτός, τι ώρα γυρίζει σπίτι και τι ώρα φεύγει, όχι τόσο γιατί ζει μια ζωή άξια παρακολούθησης και σχολιασμού, πράγμα που αν συνέβαινε θα τον έφερνε σε δύσκολη θέση, όσο γιατί θέλει να την περνάει σύμφωνα με τον μυστικό και μοναχικό τρόπο διαβίωσης στον οποίο είναι ταγμένος· μα πάν’ απ’ όλα επιθυμεί να διατηρεί αυτή την μυστικότητα, σύμφωνα μ’ ένα πνεύμα αντίδρασης που τον χαραχτηρίζει, για να μην καταντήσει η ύπαρξή του αντικείμενο κακόβουλων σχολίων απ’ τους κατοίκους αυτής τής πόλης που, ελλείψει ουσιαστικών ενδιαφερόντων και περίεργοι καθώς είναι, θέλουν να μαθαίνουν τι κάνει ο διπλανός τους.

Εξ ου, λοιπόν, αυτή η κρυψίνοιά του σ’ όλες του τις καθημερινές ενέργειες και σ’ όλες τις στιγμές τής μέρας, όπως αυτό τ’ απόγευμα μετά τη δουλειά, και κάθε απόγευμα, που για να μπει στο διαμέρισμά του προτιμάει να πάρει τις σκάλες υπηρεσίας απ’ την πίσω μεριά τού κτηρίου, όπου κατοικεί από τότε που γεννήθηκε.

Σκέφτεται ότι πρέπει ν’ ανέβει για πολλοστή φορά ένα σωρό σκαλοπάτια για να φτάσει λαχανιασμένος στον τέταρτο όροφο, κάτι που τον ενοχλεί και τον κουράζει αφάνταστα· θα προτιμούσε φυσικά να πάρει τον ανελκυστήρα όπως όλ’ οι άλλοι ένοικοι αλλά δεν θέλει απρόβλεπτες συναντήσεις, δεν θέλει να βλέπει τα μούτρα κανενός απλούστατα γιατί βαριέται τις χαιρετούρες και τις αδιάκριτες ερωτήσεις που του κάνουν κάθε φορά που τον βλέπουν.

Βαριέται όμως και την ίδια του τη ζωή γιατί κάθε μέρα του δεν διαφέρει απ’ την προηγούμενη σε τίποτα και κάθε επόμενη μέρα του δεν θα διαφέρει σε τίποτα απ’ την τρέχουσα· κι αυτό το γνωρίζει καλά. Για παράδειγμα, σε λίγο θα μπει στο διαμέρισμά του, θα βγάλει τα ρούχα του, θα φορέσει τις καθιερωμένες πυτζάμες του κι αφού κάνει τις ίδιες καθιερωμένες κινήσεις για να ετοιμάσει το καθιερωμένο του δείπνο και να φάει, θα κάτσει στο κρεβάτι του να διαβάσει την καθιερωμένη του επαγγελματική αλληλογραφία και ν’ απαντήσει σε κάποιες επιστολές, θα ξεφυλλίσει κανά δυο περιοδικά στα οποία είναι καθιερωμένος συνδρομητής πάν’ από τριάντα χρόνια και πριν πάει για ύπνο θα κάνει τον καθιερωμένο έλεγχο στα υπόλοιπα δωμάτια τού διαμερίσματος.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δήμητρα Πλουσίου, «Το Λιτσάκι»

 

 

«Μετατίθεσαι στην υπηρεσία της Πρόνοιας. Εντολή του υπουργείου, για όσο χρειαστεί». Μ’ αυτά τα λόγια έπαψα να ανεβαίνω στον έκτο όροφο του κτιρίου εσωτερικής διοίκησης και κατευθυνόμουν πια στον δεύτερο. Λιγότεροι οι όροφοι, λιγότερα και τα σκαλιά που θα ‘πρεπε να ανεβαίνω, σκέφτηκα αμέσως. Καθώς η κλειστοφοβία μου το απαγόρευε, δε χρησιμοποιούσα ποτέ το ασανσέρ. «Χρειάζομαι κάποιον υπεύθυνο για τη διανομή των γευμάτων στους μη έχοντες. Θα πας εσύ », με ενημέρωσε ο προϊστάμενος της νέας μου πια υπηρεσίας και ξεκίνησα να καταπιάνομαι με τις λίστες των απόρων,  να ζητώ δικαιολογητικά αποδείξεως του αληθούς και να παραγγέλνω από την ιδιωτική επιχείρηση τροφοδοσίας γευμάτων τις μερίδες: ογδόντα για σήμερα, ενενήντα αύριο, προέκυψαν νέοι ωφελούμενοι. Κάν’ τες ενενήντα εφτά, έχουμε και εφτά που τους απέρριψε η Εκκλησία. Το εισόδημά σου είναι μεγάλο για δωρεάν φαγητό, δε μπορώ να σε βάλω στη λίστα». «Εισόδημα; Τι είναι αυτό; Από τον λογιστή το παίρνω;». «Τα λεφτά σου εννοώ. Έχεις πολλά για να σου δίνουμε τζάμπα φαγητό». «Δεν έχω τίποτα, δε με βλέπεις πώς είμαι; Όλα στα φάρμακα πάνε. Σε παρακαλώ». «Καλά, θα δούμε τι θα κάνουμε. Έλα ξανά από βδομάδα». Λίγο- πολύ αυτή ήταν η καθημερινότητα. Είχα και ακόμη ένα καθήκον, να επιτηρώ τη διανομή τους. Κάθε μεσημέρι, στη μία, το πεζοδρόμιο έξω από το κτίριο της υπηρεσίας, σχηματίζονταν ουρές από τους ωφελούμενους του προγράμματος. Μικρή η κοινωνία, τους ξέραμε όλους, έτσι μόλις προσέρχονταν, βάζαμε ένα «τικ» στο όνομά τους δίπλα, ότι κάναμε το χρέος μας και όλα πήγαν καλά. Είχαμε αποδείξεις ότι ξοδέψαμε επαρκώς και ικανοποιητικά το κονδύλι μερικών εκατοντάδων ευρώ σε εκατό – όχι παραπάνω, με τίποτα, απαγορεύεται- μερίδες φαγητού. «Βρε παιδιά, λίγο ψωμάκι παραπάνω, θα πείραζε αν έβαζαν; Δυο φετούλες τι να μου κάνουν εμένα; Κανένα φρούτο, λίγη σαλατούλα, γιατί δε βάζετε; Και το σαββατοκύριακο; Γιατί δεν μοιράζετε; Μήπως δε πεινάμε και εκείνες τις μέρες, δε θέλουμε να φάμε;». «Καλά, θα δούμε παππού. Πάρε τώρα αυτό και καλή χώνεψη». Σε μισή ώρα είχαμε τελειώσει, όλοι τα είχαν παραλάβει, παρά τα όποια παράπονα. Πάντα όμως έμενε μια μερίδα για εκείνη που εμφανιζόταν κάθε φορά στις δύο το μεσημέρι για το δικό της . «Γιατί πάλι έτσι Λίτσα; Δεν είπαμε ότι δεν θα έρχεσαι από το γραφείο ό, τι ώρα θέλεις; Μαζί με τους άλλους θα στέκεσαι στην ουρά», της επεσήμαινα κάθε φορά. Το Λιτσάκι- όπως την ήξεραν όλοι- τέντωνε τα χείλη της σχηματίζοντας ένα ενοχικό χαμόγελο, άνοιγε το στόμα της φανερώνοντας τα λιγοστά δόντια που της είχαν απομείνει και ψέλλιζε: «δε θέλω να με βλέπουν οι άλλες… οι άλλες… οι… οι… καρακάξες, θεέ μου συγχώρα με», έλεγε και σταυροκοπιόταν.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Δημήτριος Μουζάκης, Τρία μικροκείμενα

Άρχισε να ξύνεται μέσα στη νύχτα, σα να πετάριζαν χίλια κουνούπια πάνω απ’ το δέρμα του, αποχύνοντας χυμούς τσουκνίδας στους πόρους του. Γρήγορα γέμισε πληγές, πόσο να αντέξει το δέρμα την τόση μανία, κι όπως στριφογύριζε στο κρεβάτι, το αίμα του άφηνε ίχνη στο σεντόνι. Όταν ξύπνησε αποκαμωμένος από την ταλαιπωρία, το τσούξιμο και την αιμορραγία, ένιωθε ότι είχε κάνει το σωστό. Πήρε το σεντόνι του και το κρέμασε στο πίνακα ανοικοινώσεων δίπλα από το ψυγείο. Η τέχνη θέλει θυσίες, μουρμούρισε, παρατηρώντας το έργο του γιομάτος περηφάνια. Ήταν το δίχως άλλο αριστούργημα, καμωμένο από αληθινά νύχια και αληθινό πόνο. Κι άνοιξε την πόρτα να βρει πιστούς για να γίνει θεός.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Νένα Φιλούση, «Φρούτα στο πιάτο και άλλες τρυφερότητες», εκδ. Βακχικόν, 2022 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Η αφοπλιστικα τολμηρη γραφη της Νένας Φιλούση!

 

Η Νένα Φιλούση, γνωστη ποιήτρια απο την Λεμεσο, επιδίδεται με αξιώσεις και στη πεζογραφία,γεγονος που καταδεικνύεται εμφανως και  στη νέα δουλεια-της. Το γενικο αυτο συμπέρασμα εξάγεται αβίαστα απο το πρόσφατα εκδομένο βιβλίο-της με διηγήματα που τιτλοφορείται ΄΄Φρούτα στο πιάτο και άλλες τρυφερότητες΄΄, το οποίο κυκλοφόρησε απο τις εκδόσεις Βακχικον, αυτο τον χρόνο (2022).

Σ’ ένα απο τα διηγήματά-της, συγκεκριμένα αυτο που τιτλοφορείται «Ο Τουταγχαμων και η μπο-μεκ», η συγγραφέας χαρακτηρίζει τη φωνη της ηρωίδας-της «μαλακια, βελούδινη και καυλιάρικη». Θα έλεγα όμως, χωριςπεριστροφες, πως αυτοι οι επιθετικοι προσδιορισμοι ταιριάζουν σε μεγάλο βαθμο και στη δικη-της λογοτεχνικη γραφη με την οποία δημιουργει τα 13 μικρα διηγήματα που συγκροτουν το καινούργιο βιβλίο-της. Γιατι, στο μεγαλύτερο μέρος-της,αυτη η γραφη είναι μαλαματένια αλλα είναι και άκρως αισθησιακη. Μπορει δηλαδη να δονήσει τις ερωτικες χορδες, και μάλιστα έντονα, του κάθε ενεργου σεξουαλικα ανθρώπου. Με άλλα λόγια, με τις ερωτικες σκηνες που περιγραφει μπορει να διεγείρει και ν’ αναστατώσει τη λίμπιντό-του.

Σίγουρα, η γραφη αυτη, με τη οποία υφαίνει τα διηγήματά-της η συγγραφέας, εντυπωσιάζει και συνάμα σοκάρει. Εντυπωσιάζει για τη στιβαρότητα, την ωριμότητα και τη νοηματικη επάρκειά-της. Σοκάρει για την ατίθαση και την απελευθερωμένη απο τις όποιες τυπικες δεσμεύσεις συμπεριφορα-της. Για την ακρίβεια είναι απαλλαγμένηαπο τον ηθικο μανδύα που πρέπει να μεταφέρει, σύμφωνα με την επικρατούσα αντίληψη, μία εξευγενισμένη γραφη, χωρις βέβαια με αυτο να υπαινίσσομαι πως η γραφη της Ν. Φιλούση καταλήγει να διαβάζεται  ως ένα πορνογραφικο, ή «πορνικο»,  κατα τη έκφρασή-της, κατασκεύασμα. Όμως, όλα είναπιθανα στη μικρη κοινωνία που ζούμε. Επομένως δεν αποκλείεται να βρεθουν κάποια μέρα άτομα, σεμνότυφα ή πουριτανα, που πιθανον να παρεξηγήσουν αυτο το στυλ γραψίματος και αβασάνιστα να το καταχωρίσουν στη κατηγορία της αθυροστομίας ή, κατα το λαϊκότερο, της βωμολοχίας .

Διαβάστε περισσότερα