Βασιλική Στούκα, «Ανεμώνες»
5Φεβ
Φορώντας το λευκό νυχτικό που δεν είχα ποτέ, βρέθηκα στη σιωπηλή αλέα του χειμερινού
μεσονυκτίου• χέρια και πόδια γυμνά, τα μάτια και τα χείλη μου εφιαλτικά παραδομένα στο
μαστίγωμα που έφερνε ο παγωμένος άνεμος κάθε λίγο. Τραβώντας με κείνο το άπιαστο,
άγνωστο χέρι του, κι από κάθε πτυχή, τα λυτά μαλλιά μου, μόνο για να με τιμωρήσει αμέσως
μετά, τυφλώνοντάς με στιγμιαία, έτσι όπως ελευθέρωνε τις μακριές μου τούφες, αφήνοντάς
τες να ραπίζουν με λύσσα τα δυο μου ανυπεράσπιστα, υγρά μάτια.
Τα δέντρα της οικεία ξεχασμένης λεωφόρου δεν με συνόδευσαν λεπτό στην προτετελεσμένη
μάχη μου• σαν σε θερινό λήθαργο, έμεναν ασυγκίνητα, ασάλευτα, αγέρωχα, όσο κάθε δική
μου σπιθαμή με εγκατέλειπε γρήγορα, γινόμενη ένα με τη χορογραφία του χειμώνα.
Μα δεν ήσαν μόνο οι φιγούρες των δέντρων ακίνητες μέσα στον ανάλγητο χιονιά• μήτε τα
παράθυρα κι οι πόρτες των αυλών γύρω μου υποτάχθηκαν στον φοβερό εκείνο άνεμο που
έμοιαζε πια με πληρωμένο εκτελεστή μου.
Κάποια μακρινά αλυχτίσματα, άξαφνοι θανατεροί δραπέτες της διαβολικής νύχτας, μονάχα κι
άλλο σκοτάδι κατάφεραν να φορτώσουν στην φοβισμένη μου ψυχή.
Ήξερα τότε πως θα πέθαινα εκεί, δίχως μνήμη, φωνή και λύπηση, ξένη για το σώμα που με
βασάνιζε τούτη τη στιγμή και για όποιον τον έφερνε η τύχη του εδώ, να με βρει και να με
θάψει.









