Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Βασιλική Στούκα, «Ανεμώνες»

Φορώντας το λευκό νυχτικό που δεν είχα ποτέ, βρέθηκα στη σιωπηλή αλέα του χειμερινού
μεσονυκτίου• χέρια και πόδια γυμνά, τα μάτια και τα χείλη μου εφιαλτικά παραδομένα στο
μαστίγωμα που έφερνε ο παγωμένος άνεμος κάθε λίγο. Τραβώντας με κείνο το άπιαστο,
άγνωστο χέρι του, κι από κάθε πτυχή, τα λυτά μαλλιά μου, μόνο για να με τιμωρήσει αμέσως
μετά, τυφλώνοντάς με στιγμιαία, έτσι όπως ελευθέρωνε τις μακριές μου τούφες, αφήνοντάς
τες να ραπίζουν με λύσσα τα δυο μου ανυπεράσπιστα, υγρά μάτια.
Τα δέντρα της οικεία ξεχασμένης λεωφόρου δεν με συνόδευσαν λεπτό στην προτετελεσμένη
μάχη μου• σαν σε θερινό λήθαργο, έμεναν ασυγκίνητα, ασάλευτα, αγέρωχα, όσο κάθε δική
μου σπιθαμή με εγκατέλειπε γρήγορα, γινόμενη ένα με τη χορογραφία του χειμώνα.
Μα δεν ήσαν μόνο οι φιγούρες των δέντρων ακίνητες μέσα στον ανάλγητο χιονιά• μήτε τα
παράθυρα κι οι πόρτες των αυλών γύρω μου υποτάχθηκαν στον φοβερό εκείνο άνεμο που
έμοιαζε πια με πληρωμένο εκτελεστή μου.
Κάποια μακρινά αλυχτίσματα, άξαφνοι θανατεροί δραπέτες της διαβολικής νύχτας, μονάχα κι
άλλο σκοτάδι κατάφεραν να φορτώσουν στην φοβισμένη μου ψυχή.
Ήξερα τότε πως θα πέθαινα εκεί, δίχως μνήμη, φωνή και λύπηση, ξένη για το σώμα που με
βασάνιζε τούτη τη στιγμή και για όποιον τον έφερνε η τύχη του εδώ, να με βρει και να με
θάψει.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Δάγλας, «Ταριχευτές πουλιών», εκδ. Κύμα, 2020 (γράφει ο Χρήστος Μαυρής)

Μία ηρωϊκη τραγωδία για τον σκληρα δοκιμαζόμενο αλλα ακατάβλητο άνθρωπο

 

Η τελευταία ποιητικη συλλογη του Γιώργου Δάγλα που τιτλοφορείται Ταριχευτες πουλιων” και εκδόθηκε το 2020 απο τις εκδόσεις “Κύμα”,  μεταφέρει μέσα-της ένα βαρυ, πένθιμο και υγρο κλίμα το οποίο αναπόφευκτα ξαπλώνεται και τυλίγει σαν πυκνη ομίχλη και τις απροετοίμαστες ψυχες των αναγνωστων-του, με κίνδυνο να τους επιφέρει  ασφυξία.

Αυτο το βαρυ κλίμα εκπηγάζει σίγουρα απο το ψυχικο και συναισθηματικο φορτίο που κατακυριεύει τον ποιητη, το οποίο απόθεσε και στις σελίδες και στα ποιήματα της καινούργιας συλλογης-του, που είναι γεμάτα με σύμβολα και λέξεις πληγωμένες αλλα και εξεγερμένα αισθήματα. Δεν είναι τυχαίο, εξάλλου, που στη συλλογη κυριαρχουν λέξεις όπως αίμα (7 φορες), μνήμη (7 φορες), πουλια, φόβος, όνειρο κ.α. «Δεν έχω άλλη μνήμη / δεν έχω άλλο αίμα», θα γράψει ο Γ. Δάγλας στο ποίημα που τιτλοφορείται «Σύρος», (σ. 18).

Ως εκ τούτου, είναι ποιήματα που αποπνέουν πόνο, θλίψη, μελαγχολία, πίκρα αλλα και νοσταλγία για τους νεκρους φίλους, τους χαμένους έρωτες, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, τα ματαιωμένα ταξίδια, τις απραγματοποίητες επαναστάσεις, ατομικες και ομαδικες. Γράφει, ανάμεσα σε άλλα, στο ποίημα «Ο καθρέπτης»:

 

Σε λίγο θα έγραφε ένα γράμμα.

Θα το περίμεναν.

Έπρεπε να το δώσει στο λιμάνι.

Μα όλο κάποιος

χτυπούσε την πόρτα-του,

για μια ασήμαντη δουλεια,

να τον βοηθήσει σ’ ένα μερεμέτι,

να παίξουν τάβλι στο καφενείο,

να του θυμίσει ένα παλιο έρωτα.

Όλο και κάποιος του ανέβαλε το ταξίδι.

σ. 7

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παύλος Χάλαρης, Μικρά διηγήματα

 

 

Περίοδος Ξηρασίας

«Κάτσε δίπλα µου, θα υποφέρουµε µαζί απόψε… Τι σου είναι µία ακόµη, πεταµένη νύχτα;
Πέταξες πολλές άλλες µε κάθε τρόπο… για κάποιες κλαις ακόµα… Πεταµένες στα σκουπίδια,
επιστρέφουν σε εφιάλτες και οράµατα, ανθρώπινοι σωροί που κάποτε έκαναν τους τοίχους και τα
παράθυρα να τρέµουν απ’ τις φωνές και τα γέλια και τα κακά αστεία… Αµέτρητες προφητικές
γόπες, σηµαδεµένα αποτσίγαρα… συντρίµµια της πολιορκίας του Τίποτα. Κάνεις δεν γλίτωσε απ’
τον πυρετό της Νύχτας…»
Χτες το βράδυ ξύπνησα από τον ήχο των βεγγαλικών, τα σκυλιά ορµήσαν στα παράθυρα
γαβγίζοντας µε λύσσα. «Ναι, τα θυµάµαι και τα δικά µας βεγγαλικά, το φεγγάρι και τους στίχους
που έγραφες στο µυαλό µου µε µια µατιά. Αυτά τα Χριστούγεννα, εκείνα και τα άλλα.»
Όλοι ζητούν τα φώτα, µια καρέκλα που περιµένει τον δικό σου κώλο να την ζεστάνει.
«Όµορφα κι απόψε!». Δεν είναι τυχαίο, κάθε χρόνο ο ίδιος πονοκέφαλος την ίδια µέρα.
Σήµερα το πρωί µας επισκέφτηκε, λίγο µετά τον πρωινό περίπατο που θα θέλαµε να είχαµε
κάνει… Δεν έχεις πια όρεξη, ούτε εγώ έχω. Πήρα ένα παυσίπονο. Δεν µιλούσαµε την ίδια γλώσσα
αλλά δεν είχε καµία σηµασία. Μιλούσε ευγενικά… «Σας περισσεύει ένα µπουκάλι µπίρα;» Τον
προσκάλεσα να πιει ένα φλιτζάνι καφέ µαζί µας.
«Καλύτερα όχι.» Τα παπούτσια του ήταν γεµάτα λάσπη. Του έδωσες το µπουκάλι…. Το
ήξερε καλά αυτό το χώµα, καλύτερα απ’ τον καθένα. Χάθηκε στην οµίχλη αποφεύγοντας τις
περιττές κουβέντες… Κάθε δεύτερη µέρα, ερχόταν ξανά! Ευγενέστατος, άφηνε πάντα µερικά
τσιγάρα ως αντάλλαγµα. Καλή ψυχή µε µακριά φρύδια… Κράτησα µερικές σηµειώσεις εκείνο το
πρωί, δεν ήξερα ακόµα γιατί, ούτε επιζητούσα απαραίτητα να µάθω. Οτιδήποτε συνεσταλµένο,
ώριµο, κοµµατιασµένο, µου φέρνει ναυτία αυτές τις µέρες. Υποφέρω από δυσκοιλιότητα αρκετό
καιρό τώρα. Που και που καλό είναι να αδειάζει κανείς… για να γεµίσει πάλι… Σκατά! Ναι…
«Ναι, Κύριε έκδοτα. Φυσικά Κύριε έκδοτα!» Σκατά στα µούτρα σου και σένα, χασάπη,
µπαµπουίνε!
…κανείς δεν παρατήρησε τα λουλούδια µπροστά απ’ το παράθυρο, εδώ και µία βδοµάδα
παραπονιέµαι ότι πεθαίνουν. Κανείς δεν είπε τίποτα, λέξη εις µνήµην τους… τώρα θέλουν
ξερίζωµα για τα καλά.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Πολιτισμός της εικόνας ή βλέπω, άρα υπάρχω» (γράφει η Τασούλα Καραϊσκάκη), εφ. Καθημερινή, 21.8.2022.

 

Οι εικόνες είναι η καρδιά του σημερινού επίγειου παραδείσου. Τρέφονται με ανθρώπινες πραγματικότητες, περικλείουν όλο το σφρίγος της γήινης ζωής, προσφέρουν εικονικά ό,τι δεν μπορεί να καταναλωθεί έμπρακτα. Κατακυριεύουν πεδία υποσκάπτοντας και απωθώντας άλλες κουλτούρες – της γραφής, του λόγου, της σκέψης, του φιλοσοφικού στοχασμού.

Βρίθουν εικόνων, στατικών και κινούμενων, τα τηλέφωνα των ανθρώπων. Με την ενθρόνιση της ψηφιακής κάμερας στα κινητά, το αλλοτινό προνόμιο του επαγγελματία να διαχειρίζεται χιλιάδες καρέ απέβη προνόμιο όλων, πυροδοτώντας τη μεγαλύτερη επανάσταση στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Να λαμβάνουν και να δημοσιοποιούν έναν ποταμό φωτογραφιών –το ’80 λαμβάνονταν έξι δισ. φωτογραφίες τον χρόνο, σήμερα ο ίδιος αριθμός συλλέγεται σε τρεις ημέρες–, στιγμιότυπα που ψυχαγωγούν, συγκινούν, εκπλήσσουν, αναστατώνουν, γαληνεύουν, οργίζουν, πονούν, αγγίζουν κάτι βαθύτερο, ένα αναπάντεχο νόημα, ένα σκίρτημα αναγνώρισης, μια λάμψη κατανόησης, σε μια ατμόσφαιρα γλυκύτητας ή σκληρότητας, μυστηρίου ή φωτός. Στιγμές ζωής που χάθηκαν για πάντα είναι εκεί, αλλά δεν θρηνούμε. Όλη η ζωή μας είναι εκεί. Είδωλα ζωής είναι εκεί. Ζουν στη θέση μας, μας παρηγορούν για όσα μας λείπουν αποσπώντας μας από εκείνα που μας έχουν δοθεί. Προτρέπουν στη μίμηση, παρέχουν το πρότυπο στην αναζήτηση της ευτυχίας. Καταπραΰνουν τις μη πραγματοποιήσιμες επιθυμίες, διεγείρουν τις ικανοποιήσιμες. Ενσωματώνουν στην κοινωνική ζωή. Ή παγιδεύουν μεταξύ πραγματικού
και φανταστικού σε ένα είδος πρόσκαιρης υπνοβασίας.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Αλμανάκ ΠΟΙΕΙΝ 2022: 4+1 κινηματογραφικές ταινίες τρόμου (γράφει ο Δημήτριος Μουζάκης)

Με την έλευση των καλικάντζαρων και τα παιχνίδια τους σε όλη τη γη, κλείνουμε τη χρονιά με 4+1 φιλμ από το σκοτεινό είδος του τρόμου, που άλλους τους τρομάζει, άλλους τους διασκεδάζει και σε άλλους δίνει την αφορμή να απευθύνουν το ανάθεμα της υποκρισίας τους.

  1. Fresh (Mimi Cave, 2022)

H Νόα, απογοητευμένη από τις γνωριμίες του διαδικτύου, αποφασίζει να δώσει μια ευκαιρία στον γοητευτικό άγνωστο που γνωρίζει στο παντοπωλείο. Μέγα λάθος! Ο γοητευτικός Στηβ είναι, κατά κυριολεξία, καννίβαλος, κι όταν δεν καταναλώνει ο ίδιος το ανθρώπινο κρέας, το εμπορεύεται, έχοντας για πελάτες βαθύπλουτους καννιβάλους που άλλο κρέας, εξόν του ανθρωπίνου, δεν καταδέχονται. Μόνη ελπίδα του θύματος: ο έρωτας του καννίβαλου για εκείνη. Το σενάριο δε διεκδικεί δάφνες πρωτοτυπίας, ούτε όμως και θλιβερές διακρίσεις κοινοτοπίας. Το έργο ρέει ομαλά, δίχως υποτονικές κοιλάδες, συντηρεί επαρκώς το μυϊκό τόνο της αγωνίας, λειτουργεί μέσα σ’ ένα διαρκή υπαινιγμό κλαυσίγελου, αφού αφενός δε γίνονται αυτά, αφετέρου ολόκληρος ο κόσμος κάπως έτσι ήταν και κάπως έτσι είναι: γιομάτος καννιβάλλους, δίχως, ίσως, καμία αδυναμία.

  1. Barbarian (Zach Cregger, 2022)

Δεν είναι μόνο οι διαδικτυακές εφαρμογές συνάντησης και έρωτος που κρύβουν τρόμο, αλλά και οι βραχυχρόνιες μισθώσεις. Στην εισαγωγή του το φιλμ ξεκινά όπως ξεκινούν όλα τα έργα του είδους που σέβονται τον εαυτό τους: με μια βροχερή νύχτα, έναν τρομακτικό δρόμο κι ένα σπίτι γιομάτο εκπλήξεις και μυστικά. Η ένταση είναι διαρκής και εκτείνεται ως το τελευταίο καρέ, το δε μεγάλο προσόν της ταινίας είναι η συνεχόμενη δημιουργία και άρση υπόπτων. Προοδευτικά παύεις να νοιάζεσαι για το ποιος ακριβώς είναι ο κακός και απολαμβάνεις τον αναζωογονητικό φόβο μιας μαεστρικά ενορχηστρωμένης δυστοπίας.

Διαβάστε περισσότερα