“Οι νεκροί δεν μιλούν. Ντυμένοι με την ωραιότητα του θανάτου, έχουν πάρει μαζί τους τόσα μυστικά, που καμιά άνοιξη, με όσα βλαστάρια, δεν μπορεί να μας φανερώσει. Έγκυα γη από αποκαλύψεις που δεν έγιναν, από απολογίες που δεν πρόφτασαν να ειπωθούν, από υπομνήματα και συνηγόρους, αιτήσεις εξαιρέσεων, κώδικες, ερμηνείες πραγμάτων που έχουν σφηνωθεί πάνω στα παγωμένα κόκαλα, σαν το αλάτι.

Οι νεκροί δεν ξέρουν πως φτιάχνεται η ιστορία. Με το αίμα τους την ποτίζουν και δεν μαθαίνουν ποτέ τι ακολούθησε το θάνατο τους. Είναι χωρίς επίγνωση της θυσίας τους και αυτό τους κάνει ακόμα πιο ωραίους. Οι πρώτοι χριστιανοί ξέραν γιατί θυσιάστηκαν. Πήγαιναν στο μαρτύριο εν γνώσει.Αλλά γιατί να πει κανείς σήμερα ότι θυσιάζεται, όταν αυτά που πιστεύει δεν είναι παρά η λογική, η κοινότατη λογική;

…Δεν είχε μέσα του κανένα αίσθημα ιεραποστολικό. Είχε μόνο γνωρίσει τη φτώχεια και τις αρρώστιες από πρώτο χέρι. Δουλειά του ήταν αυτή. Και ήξερε πως τα καλύτερα νοσοκομεία λιγοστεύουν τους πόνους. Ήξερε πως σε μια άλλη διάταξη των πραγμάτων απλουστεύονται πολλά από τα δυσεπίλυτα προβλήματα της εποχής μας. Αν μια σφαίρα στοιχίζει όσο ένα κιλό γάλα και ένα υποβρύχιο Πολάρις όσο να θρέψεις έναν ολόκληρο λαό για μια βδομάδα – και να τον θρέψεις καλά- που ήταν το παράλογο;

Κοινή, κοινότατη λογική και απ΄’ έξω το σκοτάδι. Σκοτάδι πηχτό που δεν συγχωρούσε ούτε τις αστραπές, ούτε τα φωτεινά διαλείμματα σε έναν σχιζοφρενικό. Έτσι έβλεπε αυτός τα πράγματα και για αυτό ήθελε να μιλήσει. Δεν ήταν κομμουνιστής. Αν είχε βγει βουλευτής με το κόμμα της αριστεράς, το έκανε γιατί ήταν το μόνο κόμμα που ταίριαζε κάπως με τις απόψεις του. Δεν ήταν θεωρητικός του μαρξισμού, άνθρωπος δηλαδή εντοιχισμένος σε μία θεωρία. Ήταν από παντού ανοιχτός και αισθανόταν τα ρεύματα να περνούν ανεμπόδιστα από μέσα του. Προτίμησε φυσικά αυτά που τον ζέσταιναν…

… Και α τι όμορφη που γίνεται η ζωή όταν πιστεύεις στους άλλους!

Οι νεκροί δεν μίλησαν ποτέ για αυτό τους βαραίνει μια μεγάλη κατηγόρια. Για αυτό και ξέχασαν για πάντα την αξία της φωνής. Πρέπει, λοιπόν, εμείς να μιλάμε για λογαριασμό τους. Πρέπει να υπερασπιζόμαστε το δίκιο της απουσίας τους.

*Απόσπασμα από το «Ζ».

 

************************************************************

 

Το «Ζ» γράφτηκε σε μεγάλο βαθμό χάρη σε μια μεγάλη προσωπικότητα της αριστερής διανόησης, τον εκδότη του Θεμέλιου Μίμη Δεσποτίδη –στη μνήμη του οποίου ο Βασίλης Βασιλικός αφιερώνει την έκδοση του Gutenberg. Η γνωριμία του Βασιλικού με τον Δεσποτίδη χρονολογούνταν από το 1961, όταν ο συγγραφέας ανέβηκε τα σκαλιά της «Επιθεώρησης Τέχνης» για να αφήσει ένα αντίτυπο του «Φύλλου» για τον κριτικό βιβλίου του περιοδικού, το οποίο είχε μόλις εκδώσει ιδίοις αναλώμασι. «Ανέβηκα τα σκαλιά μέχρι το τελευταίο πάτωμα όπου βρίσκονταν τα γραφεία του περιοδικού, ήταν νύχτα και ο Δεσποτίδης καθόταν μόνος του. Τα μάτια του ήταν φωτεινά, είχαν κάτι που σε μαγνήτιζε. Και δεν μιλούσε ποτέ για το παρελθόν του. Εγώ ήμουν σε μια καμπή, είχα μόλις γυρίσει από την Αμερική όπου γνώρισα τον γυμνό καπιταλισμό. Και πίστεψα μέσω του ανθρώπου στη φιλοσοφία που τον διέπνεε. Το 1962 είχα κερδίσει το Βραβείο των 12 και με καλεί ο Γ.Π. Σαββίδης να γράψω στον «Ταχυδρόμο». Εγραψα ένα άρθρο που λεγόταν «Η χώρα που δεν μας χωράει» και ο Σαββίδης, για να με στηρίξει, έβαλε τον Σκαλιώρα και τον Μπουσμπουρέλη να απαντήσουν ανοίγοντας διάλογο. Συνέχισα να γράφω για τον «Ταχυδρόμο» και ο Δεσποτίδης μου έδινε ιδέες για θέματα –ευτυχώς τα κείμενα αυτά έχουν συγκεντρωθεί στον τόμο «Εκτός των τειχών». Οταν έγινε η δολοφονία του Λαμπράκη, ο Δεσποτίδης με είδε στου Φλόκα –σύχναζα εκεί με Χατζιδάκι, Γκάτσο, Ελύτη κ.λπ. –και μου λέει: «Τι κάνεις εσύ εδώ; Εσύ έπρεπε να είσαι στη Θεσσαλονίκη». Εγώ διάβαζα ήδη τα ρεπορτάζ του Ρωμαίου, του Βούλτεψη, του Μπέρτσου και επειδή ήξερα τα μέρη αυτά, έμενα εκεί πριν, αναρωτιόμουν πώς είναι δυνατόν να ήταν τραμπούκοι οι μεροκαματιάρηδες της αγοράς Μοδιάνο. Ερχεται λοιπόν ο Δεσποτίδης και μου αφήνει δέκα κούτες προανακριτικό υλικό. Το έγραψε και ο Σαρτζετάκης –«Δεν ξέρω πώς έφτασαν σε μένα»» λέει ο Βασίλης Βασιλικός δείχνοντας χαρακτηριστικά με τα χέρια του τον εαυτό του. Ενιωθε όμως μεγάλη πίεση από την επιμονή του Δεσποτίδη και η πρώτη του απόπειρα, το «Ημερολόγιο του Ζ», ήταν απλώς μια περιγραφή του γιατί δεν μπορούσε να γράψει το βιβλίο. «Πολλοί έγραψαν για τη σχέση του «Ζ» με το «Εν ψυχρώ» του Τρούμαν Καπότε. Τα δύο βιβλία όμως δεν έχουν πραγματική σχέση, απλώς η ανάγνωση από μέρους μου του «Εν Ψυχρώ» ξεκλείδωσε κάτι μέσα μου και το βιβλίο μού βγήκε σχεδόν εύκολα».

Στην πρώτη μορφή του το βιβλίο λεγόταν «Ο Λαμπράκης ζει» και είχε τα πραγματικά ονόματα των πρωταγωνιστών. «Ο Παναγιώτης Μουλλάς, που διάβαζε πάντα πρώτος τα βιβλία μου πριν εκδοθούν, μου είπε: «Ωραίο βιβλίο αλλά θα πας φυλακή». Το είπε γιατί η δίκη ήταν σε εξέλιξη. Τα άλλαξα και βάζοντας ονόματα δήθεν προϊστορικών ζώων –π.χ. ο Μήτσου έγινε Μαστοδοντόσαυρος –εφηύρα άθελά μου πρόωρα το Τζουράσικ Παρκ. Οσο για τον τίτλο, διάβασα στην εφημερίδα ότι ένας κηπουρός συνελήφθη γιατί φύτεψε πανσέδες που σχημάτιζαν το γράμμα Ζ (χωρίς πρόθεση, όπως αποδείχθηκε). Αυτό μου έδωσε την ιδέα. Ώς τότε το «Ζει» για τον Λαμπράκη λεγόταν αλλά ολόκληρο» εξηγεί ο Βασίλης Βασιλικός.

 

Πιμπλής Μανώλης Πιμπλής, εφ. «Τα Νέα», 18/11/2016