Θέμις Άλφα, Δύο Κείμενα
19Ιου
Ο ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ
Τρέχα. Μη σκέφτεσαι, μόνο τα πόδια σου μετράνε, τίποτʼ άλλο, φεύγα. Στη θάλασσα, προσανατολίσου, μη χάνεις χρόνο, δεν προλαβαίνεις να σταθείς, άμα σε φτάσουν τέλειωσες, δεν έχεις περιθώρια, πρέπει νʼ αντέξεις ως τα βράχια, πού διάολο είναι τα βράχια; Δεξιά, όχι, αριστερά, τρέχα, δεν ακούς τις φωνές τους, προχώρα, στα ίχνη σου είναι ακόμα, γρήγορα, βγες από την άσφαλτο, πρόσεχε, διαόλου κοτρόνα μες στη μέση, μη σταματάς, προσπέρνα, φτάνεις, να τα βράχια, έφτασες, μη χαλαρώνεις, σκαρφάλωνε, στο παρά ένα βρίσκεσαι, πρόσεχε που πατάς, κοντεύεις, τελευταίο πάτημα, κρατήσου, λίγο ακόμα, να ʽσαι, αυτό ήταν. Ανάσα.
Κατέβαλε προσπάθεια να σηκωθεί ορθός. Ήταν μούσκεμα κι έτρεμε ολόκληρος. Του φαινόταν πως οι χτύποι της καρδιάς του αντιλαλούσαν ως απέναντι. Είχε διανύσει τρέχοντας απόσταση κάπου δέκα χιλιομέτρων με πνευμόνια και πόδια προπονημένου δρομέα. Η φυσιολογία της ανάγκης. Μέτρησε τη συνθήκη. Πίσω του οι ένοπλοι, κάτω απʼ τα πόδια του ο βραχώδης όγκος, από πάνω ξαστεριά κι ως πέρα η θάλασσα – λάδι. Δεν περίσσευε χρόνος, έπρεπε να βουτήξει. Μονόδρομος. Έκλεισε τα μάτια κι είδε τον εαυτό του πιτσιρικά, να βουτάει Γενάρη μήνα από ύψος δεκαπέντε μέτρων με την άνεση του πρωταθλητή. Ανάσανε βαθιά και συγκέντρωσε το βλέμμα του στα σκοτεινά νερά – τον κεραυνοβόλησε ακόμα μια φορά η επίγνωση της συνάφειας. Ξεφορτώθηκε παντελόνι και παπούτσια, προέταξε τον κορμό του, λύγισε τα γόνατα κι εξακοντίστηκε στο κενό.
Η Μαρία προσπαθούσε εδώ και ώρα να βολευτεί στο ντιβάνι έτσι που να μην πιάνεται η μέση της, δεν τα κατάφερνε. Τελευταία ένιωθε συνέχεια εξαντλημένη κι ας είχε μόλις πατήσει τα είκοσι εννιά. Δεν ήταν όμως η ταλαιπωρία. Σʼ άλλες εποχές έμενε δυο μέρες ξάγρυπνη χωρίς να επηρεάζεται στο ελάχιστο. Τότε που πέταγε η καρδιά της και δεν καταλάβαινε από κακουχίες. Τώρα η απόγνωση μπροστά στις μαζεμένες συμφορές και τα επακόλουθα την παρέλυαν. Ας της επαναλάμβανε η δικηγόρος πως δεν ήταν μόνη της, η καλύτερη ήταν η Πόπη αλλά δεν έπαυε να ʽναι άνθρωπος, σαν τη δική τους είχε άλλες δέκα υποθέσεις, πόσο θʼ άντεχε να παραστέκεται σʼ όλους. Aν ζούσε η μάνα της θα ʽταν αλλιώς, όχι πως δεν θα ʽχε και κείνη τις επιφυλάξεις που ʽχαν όλοι οι συγγενείς, αλλά θα ʽταν δεδομένο, σίγουρο στήριγμα. Τώρα ακόμα κι ο αδερφός της είχε κάνει πέρα. Φοβόταν, το ʼβλεπε στα μάτια του. Όλοι σχεδόν οι δικοί της φοβόντουσαν. Τους νοιάζονταν, ήταν σίγουρο, αλλά τους προβλημάτιζε τʼ ότι ο άντρας της είχε από καιρό ξεφύγει απʼ τα δικά τους μέτρα. Η δικηγόρος τους δικαιολογούσε. Τι να κάνουν κι αυτοί, δεν είναι εύκολο νʼ αποβάλλουν το φόβο απʼ τη μια στιγμή στην άλλη με τόσα που ʽχουν πάθει και καταπιεί, της έλεγε.
Έφερε ασυναίσθητα το πρόσωπό της Πόπης μπρος στα μάτια της – Καλλιόπη την έλεγαν τη δικηγορίνα αλλά Πόπη τη φώναζαν όλοι. Σκέφτηκε πως όσο βάθαιναν οι κύκλοι γύρω από τα μάτια της τόσο θέριευε. Χωρίς να ʽναι στο βάθος σκληρή. Ατρόμητη ήταν και διαβασμένη όσο κανένας άλλος, γι αυτό τη λογάριαζαν όλοι. Κι απόψε την περίμενε πάλι. Να ξαναδούν τη δικογραφία, και κυρίως μαζί με τον γέρο τον δικηγόρο, τον Πετράκη, να εξετάσουν την περίπτωση ενός καινούργιου μάρτυρα που φαίνεται πως είχε δει τον άντρα της νʼ απομακρύνεται απʼ την τράπεζα πριν απʼ τον υποτιθέμενο χρόνο της ληστείας, τρέχα – γύρευε που τον είχε ανακαλύψει πάλι αυτόν. Πέτρα δεν άφηνε ασήκωτη η Πόπη.














