Ο ΚΟΛΥΜΒΗΤΗΣ
Τρέχα. Μη σκέφτεσαι, μόνο τα πόδια σου μετράνε, τίποτʼ άλλο, φεύγα. Στη θάλασσα, προσανατολίσου, μη χάνεις χρόνο, δεν προλαβαίνεις να σταθείς, άμα σε φτάσουν τέλειωσες, δεν έχεις περιθώρια, πρέπει νʼ αντέξεις ως τα βράχια, πού διάολο είναι τα βράχια; Δεξιά, όχι, αριστερά, τρέχα, δεν ακούς τις φωνές τους, προχώρα, στα ίχνη σου είναι ακόμα, γρήγορα, βγες από την άσφαλτο, πρόσεχε, διαόλου κοτρόνα μες στη μέση, μη σταματάς, προσπέρνα, φτάνεις, να τα βράχια, έφτασες, μη χαλαρώνεις, σκαρφάλωνε, στο παρά ένα βρίσκεσαι, πρόσεχε που πατάς, κοντεύεις, τελευταίο πάτημα, κρατήσου, λίγο ακόμα, να ʽσαι, αυτό ήταν. Ανάσα.
Κατέβαλε προσπάθεια να σηκωθεί ορθός. Ήταν μούσκεμα κι έτρεμε ολόκληρος. Του φαινόταν πως οι χτύποι της καρδιάς του αντιλαλούσαν ως απέναντι. Είχε διανύσει τρέχοντας απόσταση κάπου δέκα χιλιομέτρων με πνευμόνια και πόδια προπονημένου δρομέα. Η φυσιολογία της ανάγκης. Μέτρησε τη συνθήκη. Πίσω του οι ένοπλοι, κάτω απʼ τα πόδια του ο βραχώδης όγκος, από πάνω ξαστεριά κι ως πέρα η θάλασσα – λάδι. Δεν περίσσευε χρόνος, έπρεπε να βουτήξει. Μονόδρομος. Έκλεισε τα μάτια κι είδε τον εαυτό του πιτσιρικά, να βουτάει Γενάρη μήνα από ύψος δεκαπέντε μέτρων με την άνεση του πρωταθλητή. Ανάσανε βαθιά και συγκέντρωσε το βλέμμα του στα σκοτεινά νερά – τον κεραυνοβόλησε ακόμα μια φορά η επίγνωση της συνάφειας. Ξεφορτώθηκε παντελόνι και παπούτσια, προέταξε τον κορμό του, λύγισε τα γόνατα κι εξακοντίστηκε στο κενό.
Η Μαρία προσπαθούσε εδώ και ώρα να βολευτεί στο ντιβάνι έτσι που να μην πιάνεται η μέση της, δεν τα κατάφερνε. Τελευταία ένιωθε συνέχεια εξαντλημένη κι ας είχε μόλις πατήσει τα είκοσι εννιά. Δεν ήταν όμως η ταλαιπωρία. Σʼ άλλες εποχές έμενε δυο μέρες ξάγρυπνη χωρίς να επηρεάζεται στο ελάχιστο. Τότε που πέταγε η καρδιά της και δεν καταλάβαινε από κακουχίες. Τώρα η απόγνωση μπροστά στις μαζεμένες συμφορές και τα επακόλουθα την παρέλυαν. Ας της επαναλάμβανε η δικηγόρος πως δεν ήταν μόνη της, η καλύτερη ήταν η Πόπη αλλά δεν έπαυε να ʽναι άνθρωπος, σαν τη δική τους είχε άλλες δέκα υποθέσεις, πόσο θʼ άντεχε να παραστέκεται σʼ όλους. Aν ζούσε η μάνα της θα ʽταν αλλιώς, όχι πως δεν θα ʽχε και κείνη τις επιφυλάξεις που ʽχαν όλοι οι συγγενείς, αλλά θα ʽταν δεδομένο, σίγουρο στήριγμα. Τώρα ακόμα κι ο αδερφός της είχε κάνει πέρα. Φοβόταν, το ʼβλεπε στα μάτια του. Όλοι σχεδόν οι δικοί της φοβόντουσαν. Τους νοιάζονταν, ήταν σίγουρο, αλλά τους προβλημάτιζε τʼ ότι ο άντρας της είχε από καιρό ξεφύγει απʼ τα δικά τους μέτρα. Η δικηγόρος τους δικαιολογούσε. Τι να κάνουν κι αυτοί, δεν είναι εύκολο νʼ αποβάλλουν το φόβο απʼ τη μια στιγμή στην άλλη με τόσα που ʽχουν πάθει και καταπιεί, της έλεγε.
Έφερε ασυναίσθητα το πρόσωπό της Πόπης μπρος στα μάτια της – Καλλιόπη την έλεγαν τη δικηγορίνα αλλά Πόπη τη φώναζαν όλοι. Σκέφτηκε πως όσο βάθαιναν οι κύκλοι γύρω από τα μάτια της τόσο θέριευε. Χωρίς να ʽναι στο βάθος σκληρή. Ατρόμητη ήταν και διαβασμένη όσο κανένας άλλος, γι αυτό τη λογάριαζαν όλοι. Κι απόψε την περίμενε πάλι. Να ξαναδούν τη δικογραφία, και κυρίως μαζί με τον γέρο τον δικηγόρο, τον Πετράκη, να εξετάσουν την περίπτωση ενός καινούργιου μάρτυρα που φαίνεται πως είχε δει τον άντρα της νʼ απομακρύνεται απʼ την τράπεζα πριν απʼ τον υποτιθέμενο χρόνο της ληστείας, τρέχα – γύρευε που τον είχε ανακαλύψει πάλι αυτόν. Πέτρα δεν άφηνε ασήκωτη η Πόπη.
Σηκώθηκε κι έπιασε να ετοιμάζεται, την πίεζε ο χρόνος, θα ʽτρωγαν και κανένα δίωρο μέχρι να τα εξαντλήσουν όλα και θα ʽφευγε ως συνήθως περασμένες δώδεκα. Εκείνη την ώρα δεν προλάβαινε νʼ αλλάξει δυο συγκοινωνίες, απʼ το Πέραμα ως την Κάνιγγος ήταν δρόμος κι ένα μέρος της διαδρομής θα ʽπρεπε έτσι κι αλλιώς να το καλύψει με το πόδι. Έξι μήνες πριν δεν θα το σκεφτόταν καν, θα ʽπαιρνε ταξί κι ας ήταν και διπλή ταρίφα. Έξι μήνες πριν βέβαια δεν είχε λόγους να ζορίζεται έτσι, δούλευε καλά κι είχε ήδη ένα γερό ποσό στην άκρη, και κυρίως, ο άντρα της ήταν παρών.
Όχι πως ήταν ιδιαίτερα καλά τα πράγματα. Έπινε άθεα πια, πήγαινε με το μπουκάλι στη δουλειά κι αργά ή γρήγορα τον έπαιρναν είδηση και τον έδιωχναν. Ποιος να τον κρατήσει, αφού δεν είναι για εμπιστοσύνη, της έλεγε η θεια της, ανασκουμπωθείτε αν θέλετε να βάλετε δυο φράγκα στην άκρη, νέοι είστε, σε δέκα, δώδεκα χρόνια θα ʽχετε αρκετά για νʼ αγοράσετε σπίτι, άμα φυλαχτείτε και δουλέψετε σκληρά όλα θα γίνουν. Την αλήθεια έλεγε. Έτσι ήταν.
Εκείνος όμως είχε διαφορετική άποψη για την αλήθεια. Και κυρίως, προσπερνούσε με διαολεμένη επιμονή τις πραγματικές τους δυνατότητες. Σιγά μη μείνουμε στην Αθήνα, της έλεγε. Εδώ δε ζούμε, ίσα τη μέρα βγάζουμε με τη ψυχή στο στόμα. Κι εκείνος δίκιο είχε. Αλλά που αλλού να πήγαιναν. Στις μικρότερες πόλεις ήταν τρις-χειρότερα, γινόσουν στόχος θέλοντας και μη. Στην Αθήνα τουλάχιστον χάνονταν μες στο πλήθος. Αυτό όμως όχι μόνο δεν έφτανε του άντρα της αλλά ήταν και το πρόβλημά του στην ουσία. Δεν άντεχε να ζει στο περιθώριο. Ήταν η αξίωση ενός πρώην πρωταθλητή, ή ήταν μια έτσι κι αλλιώς θεμιτή αξίωση ενός οποιουδήποτε ανθρώπου; Η Μαρία δεν το ʽχε απαντήσει αυτό κατηγορηματικά και τελεσίδικα.
Η ουσία ήταν ότι εκείνος ήθελε να είναι παντού καλοδεχούμενος, να ντύνεται ωραία και να τρώει τα Σαββατόβραδα σε φινετσάτα εστιατόρια, αυτό όμως που τον τρέλαινε ήταν τʼ ότι αναγκαζόταν καθημερινά να παλεύει για το πιο ασήμαντο πράγμα. Δεν είναι ζωή αυτή, της έλεγε. Απʼ το πρωί ως το βράδυ αγώνας, και που βγάζει; Τι έχουμε σίγουρο; Σκλαβιά κι απομόνωση. Ξέρεις ποιοι είναι τόποι για μας; Η Νέα Υόρκη, το Μαϊάμι, πόλεις μεγαθήρια. Λιμάνια των ωκεανών, καταλαβαίνεις τι σου λέω; Άλλα μεγέθη, άλλες ευκαιρίες. Εκεί θα μπορούσα να κάνω καριέρα σαν προπονητής κι αν πετύχαινα, θα τα ʽχαμε όλα. Και θα πετύχαινα, να το ξέρεις.
Της Μαρίας της ερχόταν τότε να του πει – δεν το ʽλεγε όμως – πως εκείνης θα της έφτανε μια πόλη όπου εκείνος δεν θα ʽπινε δεκαπέντε μπύρες μέσα σε δυο ώρες, όπου δεν θʼ αγρίευε για ψύλλου πήδημα κι ούτε θα ξέσπαγε κάθε λίγο και λιγάκι πάνω της κι όπου θα μπορούσε, αν χρειαζόταν, να πάει το παιδί της – αν έκαναν ποτέ – σʼ ένα νοσοκομείο και να ʽναι σίγουρη ότι θα το κοιτάξουν, όπου θα μπορούσε να βγαίνει στη γειτονιά για να παίξει με τʼ άλλα παιδιά, κι όπου οι γύρω τους στη δύσκολη ώρα, στην αρρώστια και στο θάνατο θα τους αντιμετώπιζαν μʼ ανθρωπιά. Κι όσο για τον ωκεανό και τις θεόρατες πόλεις το αχανές την τρόμαζε, είχε αγαπήσει την προσήνεια του Αιγαίου, το ʽνιωθε οικείο. Απʼ την άλλη καταλάβαινε τη λύσσα του, καταλάβαινε τη λύσσα πολλών δικών της, κυρίως νεότερων που ʽνιωθαν διαρκώς τον αποκλεισμό στο πετσί τους, η Μαρία όμως είχε ζήσει τα χειρότερα στην εφηβεία της, το θειο της να πέφτει πάνω της μουγκρίζοντας και κείνη να πολεμάει σκυλίσια και να μην τα βγάζει πέρα. Έμεινε τότε παγωμένη για καιρό και λίγο έλλειψε να πετρώσει. Σʼ ανύποπτη όμως στιγμή κάτι ζεστό κι επίμονο άρχισε να δουλεύει μέσα της και σιγά – σιγά έλιωσε ο πάγος, με τον καιρό πίστεψε πως ήταν η ευχή της μάνας της.
Τα χρόνια που ακολούθησαν συνειδητοποίησε πως παντού στον κόσμο γίνονταν αυτά, είχε πάντα πιο ανοιχτά αυτιά από στόμα κι ένα ένστικτο αλάθητο. Καταλάβαινε περισσότερα απʼ αυτά που της πίστωναν οι άλλοι, κατάφερνε μάλιστα να το απολαμβάνει αυτό. Και κυρίως, έχοντας χάσει μάνα και πατέρα πριν τα δεκαπέντε της ακόμα, όντας από μικρή εξοικειωμένη με την απώλεια κι έχοντας στερηθεί ένα σωρό πράματα που για τα περισσότερα παιδιά της πόλης ήταν αυτονόητα, έμαθε να ʽναι ολιγαρκής, τόσο που όταν την διεκδίκησε εκείνος δυσκολευόταν να το πιστέψει, της φαινόταν σαν ουρανοκατέβατη ευλογία. Και μέχρι τη ληστεία ή πιο σωστά, μέχρι το ξέσπασμα των συνεπειών, της έφτανε να θυμάται τον πρώτο καιρό στην Αθήνα, τότε ακόμα που την κοίταζε κι ηλεκτριζόταν το βλέμμα του. Ή πώς μοιράζονταν μια μπουκάλα κρασί και δυο μεζέδες με τους φίλους στη μικρή βεράντα τους. Πώς τη φίλαγε στα πιο απίθανα σημεία, τις πιο απίθανες στιγμές. Κι ακόμα, πως την είχε μυήσει με υπομονή στην τέλεια, την απόλυτη εξοικείωση που ʽχε ο ίδιος κατακτήσει στην επαφή του με τη θάλασσα. Ακόμα και το χειμώνα, παλιότερα τουλάχιστον, πριν αγριέψουν τα πράματα με το πιοτό, τις καλές μέρες στο Σούνιο τράβαγαν για να διώξουν την κούραση από πάνω τους και νʼ αερίσουν το κεφάλι τους. Εκείνος κολύμπαγε ώρες χωρίς να κουράζεται, και μετά από εντατικά μαθήματα που διακόπτονταν συχνότερα από γέλια παρά νεύρα, ανοιγόταν κι αυτή στα βαθιά με σίγουρες απλωτές.
Ντύθηκε βιαστικά και βγήκε στο δρόμο, η σκέψη της πήγε πάλι στον άντρα της και τη συνάντηση που ʽχαν στη φυλακή μαζί με τη δικηγορίνα. Βγάλε με από δω μέσα, φώναζε κείνος, δεν αντέχω κυρά Πόπη, θα τρελαθώ, κάνε λίγη υπομονή, είμαστε σε καλό δρόμο, του ʽπε η δικηγορίνα, κι εκείνη του πήρε τα χέρια και τα φίλαγε. Σου το ʽχα πει, τόσες φορές σου το ʽπα ότι δεν είναι αυτό μέρος για μας, φώναζε πάλι αυτός, κι η δικηγορίνα που ήταν μαθημένη στις θεωρίες του άρχισε να του λέει τα δικά της για το σύστημα και τους ανθρώπους και τις Αμερικάνικες πόλεις, πόσο εύκολα καταποντιζόταν εκεί ο άνθρωπος, αλλά αυτή τη φορά δεν κατάφερε να τον μαλακώσει, οι αντιδράσεις του ήταν αυτές ενός κουφού. Η Πόπη δεν έδειξε να κάμπτεται, στη συνέχεια όμως αναστάτωσε το σύμπαν και τους έκανε δυο παράδες για το ξύλο που του ʽχαν ρίξει πάλι εκεί μέσα – του ʽχε ξεφύγει κάτι για αίμα στα ούρα του – και τα χρειάστηκαν, την έτρεμαν τη δικηγορίνα οι θρασύδειλοι. Και της Μαρίας της ήρθε εκείνη την ώρα πως καλός τόπος για κείνους θα ʽταν αυτός όπου πίσω από τις προσόψεις δεν θα καραδοκούσε το μίσος κι η ταπείνωση, μόνο που αυτό που αρθρώθηκε τόσο καθαρά μες στο στομάχι της δεν έφτανε στα χείλη της, δεν ήταν έτσι κι αλλιώς μαθημένη να λέει λόγια.
Η σκέψη της ξαναγύρισε στην υπόθεση κι άρχισε πάλι να ψάχνει για φως, το δίχως άλλο η Πόπη θʼ αξιοποιούσε τον καινούργιο μάρτυρα με τον πιο κατάλληλο τρόπο, δεν μπορούσε όμως να ʽναι σίγουρη για το κατά πόσο αυτό θα ʽταν αρκετό.
Τάχυνε το βήμα της και την πήρε το γινάτι, κι έπιασε νʼ ανασκαλεύει με το νου της όλα τα δεδομένα, τα της ληστείας και της προφυλάκισης και της επικείμενης δίκης και κείνα που ʽλεγαν η Πόπη κι ο άντρας της και κείνα που πίστευε εκείνη, κι όπως πλησίαζε στη στάση τον είδε μπροστά της να την κοιτάει με κείνο το βλέμμα όπου καθρεφτίζονταν ένα βαθύ πηγάδι, αθόλωτο τώρα, γιατί είχαν καθαρίσει τα μάτια του τόσες βδομάδες χωρίς αλκοόλ, κι ήξερε πια τι να του πει την επόμενη φορά, εσύ είσαι όλοι οι τόποι, εσύ, και θʼ αντέξεις και θʼ αθωωθείς γιατί είναι δίκιο, θα του ʽλεγε, ίσως όχι έτσι ακριβώς μα κάπως έτσι. Στο μεταξύ είχε φτάσει στη στάση, δεν υπήρχε ψυχή μα δεν την ένοιαξε, η νύχτα ήταν φωτεινή κι ένιωθε μια ζέστη στο στέρνο της κι η Πόπη θα την περίμενε όπως πάντα με φρέσκο μυρωδάτο τσάι. Είδε το λεωφορείο να πλησιάζει κι ετοιμάστηκε νʼ ανέβει.
Έκλεισε το τηλέφωνο στα μούτρα του Πετράκη κι έδωσε μια με το χέρι της και σκόρπισαν όλα, χαρτιά ντοσιέ και φλυτζάνια, όχι, δε μπορεί, δε γίνεται, φώναξε κι έπεσε βαριά στην πολυθρόνα. Έκρυψε το πρόσωπό της στις παλάμες της, κι έμεινε εκεί, να τρίβει με λύσσα τα μάτια της, ώσπου ξαναχτύπησε το τηλέφωνο κι αλαφιάστηκε, η Μαρία θα ʽφτανε από στιγμή σε στιγμή κι εκείνη έπρεπε να είναι πανέτοιμη, έπρεπε να βρει τον τρόπο να της πει ότι ο άντρα της ήταν νεκρός.
Ο Βλαντιμίρ Βορόνιν, μετανάστης Μολδαβικής καταγωγής, είχε αποδράσει κατά τη μεταφορά του από τις φυλακές Κορυδαλλού στο νοσοκομείο «Ευαγγελισμός», είχε καταδιωχθεί από ένοπλες αστυνομικές δυνάμεις κι είχε χτυπηθεί από σφαίρες φρουρών τη στιγμή ακριβώς που βούταγε από ύψος είκοσι μέτρων στα νερά του Σαρωνικού. Αυτόπτης μάρτυς είχε καταγράψει στο κινητό του την τελευταία, τέλεια βουτιά.
ΛΕΓΕ ΜΕ ΝΤΙΚ
– Σας βλέπω καλύτερα.
– ….
– Δεν μου αρέσει να ενοχλώ τέτοιες ώρες αλλά υπάρχουν κάποιες εκκρεμότητες και η μητέρα σας θεώρησε σκόπιμο να σας ενημερώσω…
– ….
– Τα της κηδείας έχουν ρυθμιστεί λεπτομερώς, δεν ξέρω αν υπάρχει κάτι που θα θέλατε να με ρωτήσετε.
– ….
– Υπάρχει ένα ζήτημα με την οικογένεια της ε… συνοδηγού. Η μητέρα σας επέμεινε να διασφαλιστεί με κάθε τρόπο πως δεν θα εμφανιστεί κανένας τους, ούτε στην εκκλησία ούτε μετά. Να αποφύγουμε τέλος πάντων κάθε επαφή.
– ….
– Επικοινώνησα μαζί τους προσωπικά, και απʼ ότι κατάλαβα ούτε εκείνοι επιθυμούν να παρίστανται. Δεν πιστεύω να έχουμε δυσάρεστες εκπλήξεις.
– ….
– Άλλωστε γνωρίζουμε ότι η κηδεία της… είναι λίγο νωρίτερα την ίδια μέρα, στην άλλη άκρη του λεκανοπεδίου, δεν προλαβαίνουν ούτως ή άλλως.
– ….
– Να σας ενημερώσω και για το αυτοκίνητο. Ο οδηγός της νταλίκας έχει ήδη κάνει δήλωση, υπάρχουν και μάρτυρες όπως γνωρίζετε, ως εκ τούτου η υπαιτιότητα τεκμηριώνεται και τυπικά και η αποζημίωση περιέρχεται σε σας ως συζύγου, ήταν όρος του ασφαλιστικού συμβολαίου.
– ….
– Δυο – τρία ακόμα πρακτικά ζητήματα που ατυχώς αμέλησα να τακτοποιήσω νωρίτερα με τη μητέρα σας.
– ….
– Θα στείλω αύριο το μεσημέρι, για να σας αφήσω τον χρόνο να τα βρείτε με την ησυχία σας, τον νεαρό που έχω στο γραφείο, τον γνωρίζετε, για την ληξιαρχική πράξη γάμου και την ταυτότητα του συζύγου. Τα υπόλοιπα τα έχω, πιστοποιητικό θανάτου και πληρεξούσιο δικό σας και φωτοτυπία της ταυτότητάς σας. Δεν έχουμε άλλη εκκρεμότητα εδώ.
– ….
– Το Μιλένα είναι Μαρία – Ελένη. Καλώς. Ακούστε, αντιλαμβάνομαι πόσο οδυνηρή και δύσκολη είναι η κατάσταση, κι ελπίζω να μην ακουστεί ανάρμοστο αυτό που θα πω, αλλά εφόσον δεν υπάρχει διαθήκη και ο σύζυγος δεν είχε ούτε παιδιά ούτε αδέρφια, κατά τον νόμο είστε η αποκλειστική κληρονόμος και πρόκειται για μια σημαντική κληρονομιά, η ακίνητη περιουσία ιδίως είναι ανεκτίμητη. Δεν είστε ούτε πενήντα, τι λέω, πολύ νεότερη, η ζωή είναι μπροστά σας κι έχετε όλα τα μέσα…
– Δεν ήμουνα ποτέ Μιλένα.
– Συγγνώμη;
– Δεν ήμουν μια Μιλένα. Μόνο ο πατέρας μου το καταλάβαινε. Γιʼ αυτό και όσο ζούσε δεν με φώναξε ποτέ έτσι. Με φώναζε Μαριώ ή Μαριαλένα.
– Βεβαίως. Ακούστε, υπάρχει ακόμα ένα ζήτημα…
– Το Μιλένα ήταν απάτη. Απορώ πως την πάτησε ο Παυλόπουλος. Δεν κράτησε βέβαια πολύ, μέχρι το γάμο κι αυτό με το ζόρι.
– Υποθέτω ότι εννοείτε τον σύζυγο. Ακούστε, σας καταλαβαίνω, όμως υπάρχει αυτό το ζήτημα…
– Δεν είχα τα φόντα για Μιλένα. Το ανάλογο προφίλ. Δεν μου πήγαιναν τα μαύρα κολλητά φορέματα, δεν μου πήγαινε γενικά η ωτ-κουτύρ, δεν ήμουν φιλότεχνη, σκιέρ επιδόσεων, και κυρίως, δεν ήμουν αδιαπέραστη. Κυρίως αυτό.
– Είστε φορτισμένη, το αντιλαμβάνομαι, όμως η ώρα περνάει κι αυτό το ζήτημα είναι εξαιρετικά σοβαρό.
– Τον Παυλόπουλο τον παγίδεψε η μητέρα μου. Για λίγο. Όσο χρειαζόταν. Δεν υπάρχει δεύτερη στις παγίδες.
– Σας καταλαβαίνω. Πραγματικά. Αλλά δεν έχουμε πολλά περιθώρια και…
– Τον τελευταίο χρόνο με φώναζε Αζώρ. Για τον Παυλόπουλο μιλάω. Τον σύζυγό μου τέλος πάντων. Και Ντικ, καμιά φορά.
– Λοιπόν ακούστε, υπάρχει ένα ζήτημα με το περίστροφο που βρήκατε στο γραφείο του συζύγου σας. Υπάρχουν αδιάψευστα τεκμήρια ότι έχει χρησιμοποιηθεί, παραπάνω από μία φορά. Το παρέδωσα στο αρμόδιο τμήμα της Ασφάλειας. Δεν είχα επιλογή, όπως αντιλαμβάνεστε.
– Η μητέρα μου δεν με φώναζε τίποτα. Εδώ και χρόνια.
– Το θέμα είναι ότι…τέλος πάντων, θα σας μιλήσω απερίφραστα. Φαίνεται ότι ο…σύζυγος και κάποιοι άλλοι, γνωστοί, συνεργάτες, τι να σας πω, η Ασφάλεια έχει εντοπίσει κάποιους. Το παρακολουθεί καιρό το ζήτημα.
– Υιοθέτησα μια σκυλίτσα. Την βρήκα εδώ πιο κάτω. Είναι κούκλα.
– Δεν ξέρω τι ξέρετε, κι αν προσπαθείτε να μου πείτε κάτι. Τέλος πάντων, εγώ θα σας πω αυτά που οφείλω να σας πω, για να είστε προετοιμασμένη. Γιατί η Ασφάλεια θα σας καλέσει σύντομα ως μάρτυρα. Όχι αύριο, αλλά οσονούπω.
– Μου πήρε ώρες να την πλύνω.
– Λοιπόν, συνεχίζω. Φαντάζομαι ότι θα με είχατε σταματήσει αν υπήρχε πρόβλημα. Αυτή η παρέα όπως φαίνεται, ασκούνταν στη σκοποβολή πάνω σε…αδέσποτα. Στο Γραμματικό, σε κάποια οικοδομή, ίσως ανήκει σε κάποιον απʼ αυτούς, δεν είμαι σίγουρος.
– Θα γεννήσει όπου να ʽναι. Μπορώ και μόνη μου να την ξεγεννήσω, αλλά σκέπτομαι να φωνάξω έναν κτηνίατρο. Για σιγουριά.
– Τους πήρε είδηση ένας Αρβανίτης από την περιοχή, βοσκός, ειδοποίησε την αστυνομία, και κάποια στιγμή επιλήφθηκε η Ασφάλεια. Τέλος πάντων, αυτή είναι σε γενικές γραμμές η ιστορία. Είναι ενήμερη και η μητέρα σας, μόνον αυτή, και σε ότι με αφορά θα τηρηθεί απόλυτη εχεμύθεια, έχετε το λόγο μου. Δεν θέλω να σας ενοχλήσω περισσότερο. Θα σας στείλω αύριο τον νεαρό για τις εκκρεμότητες που είπαμε. Κι είμαι πάντα στη διάθεσή σας, για οτιδήποτε χρειαστείτε. Καληνύχτα σας.
– Τη φώναζα Μέριλυν, γιατί φέρνει σε ξανθιά βαμπ κι έχει θλιμμένο βλέμμα. Δεν ανταποκρινόταν όμως. Τώρα τη φωνάζω σκυλίτσα μου. Είναι πιο εύκολα έτσι, η ουδετερότητα αποφορτίζει τα πράγματα, καταλαβαίνετε…
Βιογραφικό;
Τί βιογραφικό, δεν υπάρχει, γεννήθηκα το 1959 στην Αθήνα, κατάγομαι από την Κάλυμνο και την Κω από την πλευρά του πατέρα μου, την Σμύρνη της Μ. Ασίας από την πλευρά της μάνας μου, σπούδασα οικονομικά , δεν έχω πάρει πτυχίο, κι αν εξαιρέσεις καμιά εικοσαριά ανακοινώσεις δεν έχω παρελθόν σαν γραφιάς. Αυτά είναι τα βασικά “βιογραφικά δεδομένα”, χρησιμοποίησε ότι κι όπως καταλαβαίνεις.











Ο Dawkins είναι καλή πηγή γέλιου.
Το ανάποδο ίδιο του Dan Brown.
Αυτό που αποκρύπτεται, είναι το τίποτα, πάντα. Αποκρύπτεται ότι δεν υπάρχει τίποτα να αποκρυφθεί.
Και το υποκείμενο είναι στη στρατηγική θέση της αυταπάτης και ως παρατηρητής αυτής και ως περιεχόμενο της. Αλλά πιάνουμε άλλα θέματα τώρα που είναι πέρα από τις δυνατότητες σας.
Ομολογώ ότι περίμενα κάτι πιο στέρεο – αν μη τι άλλο – απ’ αυτό το γαϊτανάκι της απροσχημάτιστης συγκατάβασης, το γεγονός ωστόσο παραμένει:
Ο δρόμος του “Ποιείν” είναι πολύτιμος, εύχομαι από καρδιάς να πλαταίνει και να μακραίνει.
Ευχαριστώ θερμά για την φιλοξενία.
Το σχόλιο αυτό είναι κρίκος αλυσίδας άλλων σχολίων που κατέβηκαν και καλώς.
Δυστυχώς αυτό παρέμεινε.