«Την αξιότητά μου δεν πρέπει να την αναζητήσω στο χώρο, αλλά στη ρύθμιση της σκέψης μου. Δε θα μου πρόσθετε τίποτα η κτήση όλης της γης. Δια του χώρου, το σύμπαν με περιέχει και με καταπίνει σαν ένα στίγμα∙ δια της σκέψεως, το περιέχω εγώ.»
Πασκάλ, Σκέψεις, «Ενδείξεις του ανθρώπινου μεγαλείου»
Τον Κάλας τον γνώρισα στη Νέα Υόρκη το φθινόπωρο του 1983. Ήταν πια εβδομήντα ετών. Την περίοδο εκείνη ετοίμαζε μια σειρά διαλέξεων για τον Ιερώνυμο Μπος. Λίγο αργότερα τις παρουσίασε στο Κούπερ Γιούνιον, ένα από τα παλαιότερα πολυτεχνεία των ΗΠΑ, στο Βίλατζ του Μανχάταν.
Ερχόταν να με δει στο γραφείο μου, αφού κατά κανόνα είχε προηγηθεί τηλεφώνημά του την προηγούμενη. Υπηρετούσα τότε ως Πρόξενος στο Γενικό Προξενείο της Νέας Υόρκης. Τον θυμάμαι να μπαίνει πάντα ευθυτενής, να κάθεται στην πολυθρόνα απέναντί μου, να καρφώνει αμέσως τα μεγάλα του μάτια απάνω μου. Κομψός, περιποιημένος. Ήρεμος. Μόνο κάποιες στιγμές διέκρινα μια νευρικότητα, κάτι σαν σκίρτημα, σαν κυματισμό αμυδρό και φευγαλέο στο πάνω μέρος του κορμιού. Μου έδινε την εντύπωση ότι προσπαθούσε μάταια να κρύψει το μπαστούνι του, να μην το δω.
Τον απασχολούσε για καιρό ένα μικρό διαμέρισμα που διατηρούσε στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν το τελευταίο που του απέμεινε. Ήθελε τη γνώμη μου για τη σύνταξη του κατάλληλου πληρεξουσίου. Τον προβλημάτιζε η συμπεριφορά του απαιτητικού ενοικιαστή του. Τα συναφή έγγραφα τα υπέγραφε πάντα ως Νικόλαος Καλαμάρης. Έφερνε όμως αλλού την κουβέντα και ανέπτυσσε, με την ίδια πάντα άνεση, μια μεγάλη ποικιλία θεμάτων. Φαίνονταν με τα πρώτα ακούσματα ετερόκλιτα, όπως ήταν φέρʼ ειπείν η σύγχρονη ζωγραφική, ιδίως η αμερικανική, ο νεοπλατωνικός φιλόσοφος Πορφύριος, στον οποίο έτρεφε ιδιαίτερη εκτίμηση, αλλά και η αρχιτεκτονική του Παρθενώνα. Επέμενε μάλιστα να υποστηρίζει συχνά πυκνά την αρχή του Μονταίνιου που ήθελε, ως γνωστόν, να μας φέρει όσο πλησιέστερα γινόταν στην αλήθεια των πραγμάτων. Δηλαδή: «Το ζήτημα πλέον δεν είναι να ερμηνεύουμε τις ερμηνείες, παρά να ερμηνεύσουμε τα πράγματα.»
Ως συζητητής υπήρξε απαράμιλλος. Ήξερε να ακούει και να διακρίνει τα ζητήματα εκείνα που χρειάζονταν διευκρινίσεις ή αντικρούσεις, προετοιμάζοντας με υπομονή την απάντησή του. Όταν ερχόταν η σειρά του ήταν σαρωτικός. Πρέπει να υπήρχε μια εσωτερική, αφανής αλλά καλά μεθοδευμένη στρατηγική που υποστήριζε την ανάπτυξη των επιχειρημάτων. Ενίοτε κατά τρόπο μαθηματικό. Δεν δογμάτιζε, ούτε κατέφευγε σε σχήματα κενά ουσιαστικού περιεχομένου για να μην δοθεί η εντύπωση ότι δήθεν νοηματικά ηττήθηκε κατά κράτος, όταν η άλλη πλευρά φαινόταν ότι προς στιγμήν υπερίσχυε διαλεκτικά. Εννοείται ότι οι αλληλουχίες των συλλογισμών δεν έκρυβαν τους αποδεικτικούς συσχετισμούς που προηγήθηκαν. Η ζωτικότητά του παρέμεινε ανεξάντλητη ως το βιολογικό του τέλος. Το ίδιο και η άτεγκτη κριτική του αποτίμηση. Αυτό το ήξεραν όλοι: δεν χαριζόταν σε κανέναν. Τα άκρως επιτυχή ευφυολογήματα διαδέχονταν το ένα το άλλο, οι κρίσεις του, οξυδερκείς και αυστηρά προσωποπαγείς, μαρτυρούσαν τον πλούτο των γνώσεών του. Η απόλαυση της σκέψης για τη σκέψη, του λόγου για το λόγο, φώτιζε έντονα το οστεώδες πρόσωπό του. Οι δε αναπόφευκτες παραδοξολογίες του συναγωνίζονταν συχνά επάξια την ακρίβεια των περιγραφών. Ο αεικίνητος νους του σε υποχρέωνε να πάρεις μέρος σε μια συνεχή ανάλυση μεταφορών, καταστατικών μύθων και αλληγοριών. Να παραθέσω μόνον αυτό από τα πολλά που έχω συγκρατήσει από τις διαδοχικές στιχομυθίες μας: «Αλήθεια, πείτε μου, πως σας φάνηκε η παρατήρησή μου, που έκανα προ ημερών, στην τρίτη διάλεξή μου για τον Μπος, σχετικά με εκείνη την ευδιάκριτη σκούπα, που ορθώνεται πίσω, στο βάθος εκείνου του πίνακα, θυμάστε – δεν είναι μια έμμεση, εύγλωττη πάντως αναφορά στον… Σκόπα;»
*
Ευρυμάθεια κραταιού αναγνώστη ή επινοημένη πολυμάθεια; Καλοστημένη εννοιολογική παραπλάνηση ή οραματική οντολογία; Πάντως διαλογιζόταν στον αντίποδα των όσων ειρωνευόταν ο Ηράκλειτος όταν μιλούσε για τον Πυθαγόρα. Οι ισχυρισμοί του επισκέπτη μου μπορεί να εντυπωσίαζαν τις περισσότερες φορές για την ανατρεπτική τους κατάληξη ή την κατεδαφιστική τους προοπτική, πλην όμως στοιχειοθετούσαν τη συγκεκριμένη τακτική ενός παραγωγικού αιφνιδιασμού. Τον άκουγα με την ίδια πάντα ένταση. Κι αυτός σα να το ήξερε, ήθελε να πρωτοτυπεί όσο καλύτερα γινόταν κάθε φορά.
*
Κάλας, ένας freudo-trotsko-sado-daliste. Το λεκτικό υβρίδιο ανήκει στον πολύ Raymond Queneau, ο οποίος μάλλον υπέπεσε στο εν πολλοίς αναμενόμενο σφάλμα της παρανάγνωσης του Κάλας. Ως κριτική απόφανση ακροβατεί μεταξύ πομπώδους σάτιρας και κακοπροαίρετης φάρσας. Έμεινε πάντως στην ιστορία των Γραμμάτων ως αυθεντική ετυμηγορία του Γάλλου μαιτρ.
*
Είχα αγοράσει στην Αθήνα, λίγο προτού μετατεθώ στη Νέα Υόρκη, τη συλλογή του Γραφή και Φως, που είχε κυκλοφορήσει ο εκδοτικός οίκος «Ίκαρος», το 1983. Του ζήτησα να μου την αφιερώσει τη δεύτερη φορά που τον συνάντησα. Άλλαξε ελαφρώς τον τίτλο και χωρίς μεγάλη προσπάθεια περισσότερο σχεδίασε παρά χάραξε στον ψευδότιτλο του βιβλίου τα εξής: « Με γραφή και με φως, στον Γιώργο Βέη». Λεπτά γράμματα, ελαφρώς πειραγμένα, να γέρνουν κάπως προς τα δεξιά. Σα να τα φυσούσε ένας δυνατός αέρας που κατέβαινε από τα Άγραφα ή τον Ατλαντικό κι αυτά ν΄ αντιστέκονταν με ευπρέπεια και πείσμα μαζί. Το ξεφυλλίζω τώρα που διορθώνω αυτές τις σημειώσεις. Στέκομαι στο ποίημα «Γόνος και Γόνυ»: «Αφότου ο Marquis de Sade αντικατέστησε τον Μωυσή / αποκλείεται επιστροφή του Αδάμ σε ουράνιο βασίλειο / παράδεισο ευνούχων και αγγέλων./ Γονυπετής μονάχα ο εραστής / Αιθιόπισσα ή Λευκορώσα για σένα / Το Άσμα Ασμάτων!»
*
Πολλές φορές πίστεψα ότι θα επέστρεφε στην Ελλάδα για να περάσει τα υπόλοιπα χρόνια του. Κι αυτό όχι τόσο από νοσταλγία, όσο από περιέργεια. Ήταν κάτι που τότε μου φαινόταν απολύτως φυσικό. Είχε άλλωστε τόσους φίλους, τόσους θαυμαστές που θα του εξασφάλιζαν αδιαλείπτως ό, τι το γήρας κατ΄ ανάγκην απαιτεί: συντροφικότητα. Έπεσα έξω: «η «μανχατανή Βαβυλώνα», όπως αποκαλούσε ο ίδιος την τότε πόλη μας, στάθηκε το οριστικό πέρας της δραματικής, συναρπαστικής από κάθε άποψης πορείας του. Ξεκινώντας από την Αθήνα της ματαιχμιακής δεκαετίας του 1930, o Κάλας δοκίμασε στην πράξη και σε όλη τους την έκταση τις πολλαπλές διακυμάνσεις του υπερρεαλιστικού κινήματος στο Παρίσι, για να καταφύγει στη συνέχεια στη Λισαβόνα κι από εκεί, το 1940, στην Αμερική. Να παραβάλω εδώ την παρεμφερή διατύπωση του Εμμανουήλ Λεβινάς από το σημαδιακό του έργο Το Ίχνος του άλλου: «Στον μύθο του Οδυσσέα που επιστρέφει στην Ιθάκη, θα θέλαμε να αντιτάξουμε την ιστορία του Αβραάμ που εγκαταλείπει δια παντός την πατρίδα του για μιαν άγνωστη ακόμα γη και απαγορεύει στον δούλο του να φέρει ακόμα και το παιδί του σε αυτό το αφετηριακό σημείο.»
*
«Η ποίηση είναι αποκάλυψη. Η αποκάλυψη είναι μια σαρωτική εμπειρία. Η τάξη είναι υποταγή. Η υποταγή είναι παραίτηση». Μʼ αυτούς τους αφορισμούς κλείνει ένα από τα τελευταία του άρθρα, με τίτλο Κατά της επιστροφής στην τάξη, το οποίο δημοσιεύτηκε το Δεκέμβριο του 1983 στο Art forum, ένα από τα γνωστότερα περιοδικά για τις εικαστικές τέχνες που κυκλοφορούν στις Η.Π.Α. Οι φράσεις αυτές περικλείουν μερικές από τις θεμελιώδεις αρχές της κοσμοθεωρίας του, αποτελώντας σταθερούς άξονες αναφοράς τόσο του ποιητικού όσο και του δοκιμιακού έργου του. Ανάλογα ισχύουν και για το παρακάτω χαρακτηριστικό πρόταγμα, όπως παρατίθεται στον Αληθινό ουμανισμό του: «Δεν είμαι τόσο ρομαντικός, ώστε να νομίσω πως η θέληση σου είναι αρκετά ανεξάρτητη να σ ΄ αφήσει να δώσεις ανεπηρέαστα μια απάντηση σε τόσα προβλήματα, οικονομικοί και σεξουαλικοί λόγοι θα βαρύνουν στην πλάστιγγα, αλλά πάλι [να] μην πέφτουμε στο άλλο άκρο, δεν είσαι μια άβουλη μηχανή, η κρίση σου μπορεί να επηρεάσει τις κατευθύνσεις σου.»
*
Απομονώνω για την περίσταση έναν από τους διασημότερους αφορισμούς του Νίτσε. Τον είχαμε μνημονεύσει μια μέρα όταν ο Κάλας επιχειρούσε να διερμηνεύσει την καταγωγή της ειδικότερης αισθητικής στρατηγικής του. Τον παραθέτω τώρα κατά λέξη από τη Χαρούμενη Γνώση: «Αιτία και αποτέλεσμα: Είναι ένας δυϊσμός που ίσως δεν θα υπάρξει ποτέ∙ πραγματικά, βρισκόμαστε μπροστά σε μια συνέχεια που απομονώνουμε μερικά μέρη της∙ όμοια, από την κίνηση, μόνο ορισμένα απομονωμένα σημεία διακρίνουμε, και δεν τα βλέπουμε, παρά τα συμπεραίνουμε. Το ότι ορισμένα αποτελέσματα παρουσιάζονται ξαφνικά μας ρίχνει σε πλάνη. Μα αυτό το ξαφνικό, μόνο για μας υπάρχει. Σ΄ αυτό το δευτερόλεπτο του ξαφνικού υπάρχουν ένα σωρό φαινόμενα που μας διαφεύγουν. Μια διάνοια που θα έβλεπε την αιτία και το αποτέλεσμα σαν μια συνέχεια και όχι, όπως εμείς, σαν ένα αυθαίρετο κατακερματισμό, η διάνοια δηλαδή που θα έβλεπε την ροή των γεγονότων, θα αρνιόταν την ιδέα της αιτίας και του αποτελέσματος, όπως και κάθε προσδιοριστικότητας». Η προσφυγή στους Δασκάλους των προηγούμενων εποχών δεν έχασε ποτέ το ενδιαφέρον της: ο Κάλας είχε το προνόμιο να συνενώνει το παρελθόν της δημιουργικής σκέψης και το τρέχον του στοχαστικού βιώματος με την άνεση εκείνη που ξέρει κατ΄ αρχήν να χειρίζεται η ποίηση.
*
Ας αναζητήσουμε τον Κάλας σε μιαν άλλη ήπειρο, εκεί που γεννήθηκε και ωρίμασε, εννοώ την Ευρώπη των μεγάλων ανακατατάξεων. Μισό και πλέον αιώνα πριν. Οι ανταποκρίσεις του από την περίοδο εκείνη διακρίνονται αμέσως από τη μαχητικότητα, που είναι συνυφασμένη με τις τύχες των απανταχού νεοφώτιστων ιδεοκρατών. Από τις εμφατικές δηλώσεις του διακρίνω τις τρεις, οι οποίες έχουν κατά καιρούς μνημονευθεί από τους περισσότερους μελετητές του. Η πολιτική σκοπιμότητα, οι παρερμηνείες των δογμάτων των κομμάτων και των περί αυτών ομάδων δεν είναι απλώς τα αντικείμενα της κριτικής ανάλυσης, αλλά οι μάστιγες των θεών: «Δεν μπορώ να μη σκεφτώ τον κόσμο όπως μας παρουσιάζεται αυτή τη στιγμή. Παντού κυριαρχεί η εικόνα της καταστροφής – είναι σύμβολο θανάτου. Κάθε αληθινά δημιουργική σκέψη καταδιώκεται αλύπητα, παντού ορθώνονται τείχη λογοκρισίας. Τα όντα που ωθούν τη σκέψη σε νέες προόδους, ένας Einstein, ένας Τρότσκι, ένας Freud, ζουν στην εξορία, τους καίνε τα βιβλία τους ∙ αλλού, στην Ισπανία, για να γεννηθεί ένας νέος κόσμος, φαίνεται ότι όλη η κληρονομιά του παρελθόντος πρέπει να χαθεί, κι αν αύριο ξεσπάσει ο πόλεμος, η ισπανική καταστροφή θ΄ αναπαραχθεί σε παγκόσμια κλίμακα. […] Γιατρεύω σημαίνει απελευθερώνω. […] Γιατρεύω σημαίνει δυναμώνω τα δηλητήρια, αντιτάσσω στις Δέκα Εντολές τις Εκατό Είκοσι Μέρες στα Σόδομα. Γιατρεύω σημαίνει παλεύω.» Η στάση του Donatien Alphonse François Marquis de Sade αναθεωρείται από τη σκοπιά ενός αγαθοεργού και ταυτοχρόνως οριακού ανθρωπισμού, που είδε τις μάζες των πολιτών όχι ως τα μοιραία σφάγια των ρευστών συγκυριών, αλλά ως υλικό ταχείας αναβάθμισης. Ο αμετάπειστος, ρομαντικός υπερασπιστής του ουτοπικού σε όλη του τη λάμψη. Αυτή την όψη του Κάλας θα τη διασώσει ένα έργο του, που κυκλοφόρησε στα γαλλικά το 1938, με τίτλο Εστίες πυρκαγιάς, από όπου και οι παραπάνω περικοπές.
*
Ήταν πρωί. Το πρώτο τηλεφώνημα της ημέρας: «Αύριο δε θα μπορέσω να έρθω στο γραφείο σας. Δε με βαστάνε πλέον τα πόδια μου» – ούτε ένα ράγισμα στη φωνή. Από τότε δεν τον ξανάκουσα.
*
«Ενδέχεται, μετά τον Σοφοκλή, να είμαστε όλοι κατάστικτοι πρωτόγονοι. Αλλά στην Τέχνη υπάρχει κάτι διαφορετικό από την ακρίβεια των γραμμών και τη στιλπνότητα των επιφανειών. Η πλαστικότητα του ύφους δεν είναι τόσο πλατιά όσο ολόκληρη η ιδέα… Διαθέτουμε πολυάριθμα πράγματα, αλλά όχι ισάριθμες μορφές.» Πολλές φορές οι εκτιμήσεις αυτές του Φλωμπέρ, όπως εκτίθενται στον Πρόλογο στη ζωή του συγγραφέα μου έφεραν στη σκηνή του νου μου τον Κάλας. Ίσως διότι το έργο του, ως σύνολο, να συνιστά μια οριακή προσαρμογή της Ιδέας στο Αντικείμενο.
*
Τον αποχαιρέτησα νοερώς στο Μανχάταν, σε μια ζεστή αίθουσα που παραχώρησε για την περίσταση το Κέντρο Ευρωπαϊκών Σπουδών του Πανεπιστημίου της Πόλης της Νέας Υόρκης. Ας πούμε ότι ήταν ένα φιλολογικό μνημόσυνο. Τη διοργάνωσή του την είχε αναλάβει το Κέντρο Βυζαντινών και Νεοελληνικών Σπουδών του Κουίνς Κόλετζ και το ελληνικό γραφείο Τύπου και Πληροφοριών. Μέτρησα τριάντα περίπου άτομα, μεταξύ των οποίων τη σύζυγό του Έλενα και τον Αμερικανό ποιητή Ντάγκλας Πένικ. Στο μακρόστενο τραπέζι, δίπλα σʼ ένα βάζο με λίγα λουλούδια, η απαραίτητη φωτογραφία του ποιητή. Θαμπά, ωχροκίτρινα χρώματα. Σύντομες αλλά περιεκτικές αναφορές στο έργο του δημιουργού της Οδού Νικήτα Ράντου έκαναν οι συγγραφείς Γιώργος Χουλιάρας, Ντίνος Σιώτης και Χρήστος Τσιάμης, ο οποίος είχε συνδεθεί στενά με τον Κάλας τα τελευταία χρόνια. Προς το τέλος της εκδήλωσης ακούστηκε από μαγνητόφωνο ή γνωστή ένρινη φωνή να απαγγέλει τα Πεφτάστρα. Καταγράφω: «Στην Περσία η γη τρέμει, εκεί οι μάγοι/μαγειρεύουν αποκρουστικά εδέσματα. / Στο Αραμπάτ ελέω των εργατών ρέει πάλι / το πετρέλαιο. Άμα φθάσεις στον κόλπο της Σαλαμίνας / θυμήσου τους Πέρσας. Τα πεφτάστρα θαύμαζε».
Η ώρα είχε πάει εννιά. Καληνύχτισα την Έλενα, τους φίλους και βγήκα στο δρόμο. Με περίμενε μια ασυνήθιστη, γλυκιά νύχτα. Παρά τον έντονο φωτισμό των 42 Δρόμων της Νέας Υόρκης, ξεχώρισα αμέσως κάποια αστέρια. Αναρωτήθηκα πότε θα πέσει το χιόνι να σκεπάσει την πόλη. Εκείνη τη χρονιά, θυμάμαι, είχε αργήσει πάρα πολύ.
*
Κάλας-Βιβλιογραφία παραθεμάτων
Πασκάλ Μπλεζ, Σκέψεις, μετάφραση: Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2000.
Νίτσε Φρίντριχ, Χαρούμενη Γνώση, μετάφραση Μίνας Ζωγράφου, εκδόσεις Δαρεμά, 1961.
Λεβινάς Εμμανουήλ, Το Ίχνος του Άλλου, βλ. Ζακ Ντεριντά, Η γραφή και η διαφορά, μετάφραση Κωστής Παπαγιώργης, εκδόσεις Καστανιώτη, 2003.
Νικόλας Κάλας, Εστίες πυρκαγιάς, μετάφραση: Γιάννα Σαββίδου, εκδόσεις Gutenberg, 1997.
Νικόλας Κάλας, Γραφή και Φως, εκδόσεις Ίκαρος, 1983.











να υπενθυμίσω και την πολιτική αλληλογραφία με τον Μιχάλη Ράπτη στα χρόνια της επταετίας εκδ. Άγρα. Όποιος το διαβάσει θα καταλάβει ορισμένα πραγματάκια για την Νέα Δημοκρατία σας και τις βυζαντινές σας αηδίες
για να μην αναφερθώ στο ΠΑΚ και την σκωπτικότητα του Κάλας για τον Ανδρέα κι έχουμε τίποτα εμφράγματα κι αφορισμούς
Ο Νικόλας Κάλας. Ο “άνθρωπος του αιώνος” που χαρακτήρισε τον Σαραντάρη “φασίστα”. Ο ήρως της ψαγμένης αριστεράς (βλ. αποτίμηση Αργυρίου: “ο Κάλας θα περάσει πολύ σύντομα και ακόμη πολύ νέος σε μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χρήση του τυπικού μαρξισμού”…).
Δεν ξέρω γιατί, αλλά το πολλά σχετικά(;) με τον Κάλας παραθέματα μου θύμισαν ενα άσχετο με τον Κάλας περίφημο απόφθεγμα του Flaubert:
ACADÉMIE FRANÇAISE. La dénigrer, mais tâcher d’en faire partie si l’on peut.
Αξιότιμε κύριε Βέη
Διαβάζοντας σας μαθαίνω
(αγράμματος γαρ έναντι υμών)
ότι δεν έμαθα όταν έπρεπε
μια και μου το απαγόρευε
η ασέλγεια της ζωής , όπως
την αποκαλώ .Θέλω να σταθώ
σε μια πρόταση σας που θα
έλεγα πως με χαρακτηρίζει
απόλυτα , με φωτογραφίζει
και παράλληλα με
γοητεύει .( ο αμετάπειστος ,
ρομαντικός υπερασπιστής
του ουτοπικού σε όλη του
τη λάμψη .)
για τον Μί(σ)χο. Των Θύσθλων
VaVou
123 λέξεις ταξιδεύοντας
η σκιά μου κι εγώ
εν αδαή τις ποιητικές κρίσεις
μ’ανάσκελα αντικλείδια
άσματα και μιάσματα
που ‘ναι βαθύ το δέρμα
βαθύ ‘ναι και το κόκκινο
ως δια χειρός διάττων αβρός
μ’ένα ποίημα για σένα
μ’ένα ηλιόδεντρο
και μια θάλασσα
ένας καιρός ζυμώσεων
ένας κακός μπελάς
και πάρε και κανέλα
πάρε και καφεϊνη
κιθαρωδέ κόκκινης κίσσας
λόγια σαν τα χρόνια (ω)ρέ κι όμορφα πράγματα από σένα
ουδέν
μα παραθέματα λόγου σαν παράλογο δάσος
μια παρείσακτη πάροδος ονείρων κι ένας περίπατος στη σιωπή από σπασμένα φεγγάρια σαν σταγόνες από μελάνι
για σταγόνες πολιτισμού από σχολική ιστορία στ’ άρωμα του τραγουδιού για να γεμίσει τα βυτία με πορτατίφ από φώτα της έκρηξης
τοις εντευξομένοις τορπιλών τα τσαλίμια στα φληναφήματα των φτερών
χαμένα κορμιά
σαν τη πατρίδα μου
παρακαλώ θερμά, αν είναι δυνατόν, κάποιος να παραθέσει το ποίημα του κάλας στο οποίο αποτυπώνει τη πλατεία ομονοίας ως μια κυκλοτερή θαυματουργία.
κι απορώ γιατί είναι δυσεύρετο.
Από το Τετράδιο Β’:
Αθήνα 1933
Τώρα που την σιωπή των ρητόρων, των σοφιστών, καταπατούν τέκνα άλλων αστών,
τεύτονες – πατρίκιοι εκπεσμένοι, ήρωες πολλών θανάτων στη Βενετιά –
Άγγλοι ποιητές με ουαλδική μορφή και σκάνδαλα βυρωνικά,
και μεταφέρονται στους στίβους και στα γήπεδά της νίκες αιγυπτιακές και ξένες,
και τακτικοί θαμώνες της ζωής της γενήκανε εκείνα τα παιδιά της Ρωμιοσύνης
που, από χώρες όπου θαυματουργούσεν ο Εφέσιος Μάξιμος,
από τόπους άλλων πίστεων
καθημερινά, πάνου σε καράβια πτωχευμένων εταιρειών, καταφθάνουν στην Αθήνα…
καιρός είναι εμείς να εγκαταλείψουμε τον περίβολο των γκρεμισμένων τειχών της.
Μόνη πια τα βράδια των θερινών μηνών ας παρακολουθεί
τον ήλιο να κρύβεται πίσω από σκουριασμένες στήλες
ενώ για τελευταία φορά παίζει με τις υδάτινες εικόνες του Ιλισού.
Έχουν κατασκευασθεί για να ποτισθούν τα πέρατα της γης
με τη δόξα πόλης που πλένεται σε άνυδρο ποτάμι
με ότι απομένει από την δόξα αυτή.
Και δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξει η σύνθεσή των
η κοίτη να σκεπασθεί με πιο πολύ νερό.
Για να πνιγούνε τώρα οι Αθηναίοι πρέπει αλλού να αναζητήσουνε για το λουτρό τους τάφο.
Xάντρες και καθρεφτάκια στους ιθαγενείς:
“Εκφέρει δε έναν λόγο οξύ και ριζοσπαστικό και προβάλλει προκλητικά τις κομμουνιστικές του θέσεις. […] με έντονα φουτουριστικά στοιχεία αρχικά και επιρροές από τους Ρώσους ποιητές της δεκαετίας του ’20, κατατείνει αργότερα προς τον υπερρεαλισμό[…] μεγαλοαστός και κοσμοπολίτης, αιρετικός κομμουνιστής και κάτοχος εκπληκτικής παιδείας, ασφυκτιούσε μάλλον στην επαρχιώτικη Αθήνα, γεγονός που επέτεινε και η αντισυμβατική του εμφάνιση και στάση ζωής […] συνδυάζει τη μαρξιστική οπτική, τον υπερρεαλισμό και την ψυχανάλυση και ασκεί με ακραία ρητορική, μια ριζοσπαστική συνολική κριτική στην υπάρχουσα κοινωνική οργάνωση και στις καθιερωμένες μορφές τέχνης[…] προκάλεσε αίσθηση στον καιρό του, επιβεβαιώνει και τη μεγάλη ιδεολογική, πολιτική και μορφωτική απόσταση του συγγραφέα από την ελληνική κατάσταση των πραγμάτων[…]διδάσκει σε διάφορα πανεπιστήμια, ασχολείται κυρίως με την τεχνοκριτική και αναδεικνύεται σ’ έναν από τους σημαντικότερους θεωρητικούς της Ποπ Αρτ[…]δραστηριοποιείται στην αντίσταση κατά της δικτατορίας των συνταγματαρχών[…]το έργο του παραμένει αποσιωπημένο και άγνωστο[…] Το 1977 εκδίδεται η συλλογή «Οδός Νικήτα Ράντου» (εκδ. «Ικαρος») με το σύνολο σχεδόν της μέχρι τότε ποιητικής παραγωγής του, η οποία παίρνει και το κρατικό βραβείο ποίησης[…] το ενδιαφέρον παραμένει ατονικό. Ξαφνικά όμως, το 1997, μεταφράζονται και κυκλοφορούν το γνωστό ήδη δοκίμιό του «Εστίες Πυρκαγιάς»[…] παρέχουν τη δυνατότητα για μια πιο σφαιρική προσέγγισή του και την επανεγγραφή και την επανατοποθέτησή του στο σύγχρονο ελληνικό διανοητικό ορίζοντα.”
http://archive.enet.gr/online/ss3?q=%EA%DC%EB%E1%F2&a=&pb=51&dt1=&dt2=&r=2&p=0&id=75596596
Από τον Δωδεκάλογο του Γύφτου:
Είµαι η σάλπιγγα εγώ µιας ανάστασης
κι είµαι η σκάλα που αρχίζει απ’ τη γη
και που χάνεται πέρα από τ’ άστρα˙
µιας σοφίας το χέρι είµ’ εγώ,
κι αν ο Αδάκρυτος είµαι, είµ’ ο αθόλωτος,
η µατιά µου τρυπάει τον Καιρό
…
Κάλας ωσάν το άλας
Γοητευτικός!
Υ.Γ. Κύριε Βέη,
άσμα εκ των ασματων…