Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Γιώργος Πήττας, Κωλοδάχτυλο και “ευαισθησία”

Ζευς ο Πυροφίαλος………………………

Φρύαξαν οι πατριώτες με το «ιερόσυλο» εξώφυλλο του Focus!
Λύσσαξαν από μένος ιερό, για την προσβολή του κορυφαίου και μοναδικού στο σύμπαν πολιτισμού και της «αποτρόπαιης» Photoshop-ικής παρέμβασης στην Αφροδίτη της Μήλου.
Προσβολή που μάλιστα έγινε από τους «άξεστους γερμαναράδες, τους φρίτσιδες, τα γερμανικά γουρουνάκια τα πρησμένα από τις μπύρες και τα λουκάνικα, τους βάρβαρους, αυτούς που τρώγανε βαλανίδια όταν εμείς κάναμε Παρθενώνες, αυτούς που οι γυναίκες τους έρχονται στην Ελλάδα για να…νιώσουν τι εστί πάθος» και άλλα πολλά φαιδρά και ακόμα φαιδρότερα..
Αυτά που αναφέρω πιο πάνω, είναι απλώς τα ελάχιστα, από όσα πρόλαβα να διαβάσω στο ελληνικό διαδίκτυο, είναι κάποια λίγα δείγματα των οργίλων αντιδράσεων της σύγχρονης ρωμιοσύνης που ξαφνικά αποφάσισε πως πρέπει να θιχτεί για λογαριασμό ενός πολιτισμού που η ίδια έχει κάνει προ πολλού κομμάτια και θρύψαλα.
Ενός πολιτισμού, που στο κάτω κάτω της γραφής, οι Γερμανοί τον καλλιέργησαν με φροντίδα και στοργή περισσή, όταν εμείς τον λιθοβολούσαμε ή και τον λογοκρίναμε.
Ωστόσο…«Αυτοί μας χρωστάνε και όχι εμείς!» κρώζουν ποικίλα εθνικιστικά κοράκια και μεταξύ αυτών και ο αρχιερέας Καρατζαφέρης.
Το αποκορύφωμα όμως της υποκρισίας έρχεται όταν ακούς όλες αυτές τις αερολογίες για τα «ιερά και τα όσια» από ανθρώπους που μόλις πριν από λίγο εξαπέλυαν μύδρους κατά των άξεστων Μουσουλμάνων όταν αυτοί είχαν σφόδρα προσβληθεί με τα περίφημα σκίτσα του Μωάμεθ της Δανέζικης εφημερίδας Jyllands-Posten το 2008.
Τότε, όλοι αυτοί που τώρα εξανίστανται μιλούσαν για τις ορδές των βάρβαρων Μουσουλμάνων έπλεκαν το εγκώμιο της Ευρωπαϊκής ελευθερίας και ανοχής και ξιφουλκούσαν (δικαίως) υπέρ του δικαιώματος της σάτιρας όλων προς όλα.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Θανάσης Τριαρίδης, “Θα μιλάμε για όλους”. Με αφορμή μια απόλυση και μερικές δημόσιες επιστολές


α.

Ένα από τα ωραιότερα (και χρησιμοποιώ τη λέξη κυριολεκτικά) πράγματα που μας δώρισε ο δυτικός πολιτισμός (μέσα από μια επίπονη και μακρά διαδρομή, από το στίχο 979 του Οιδίποδα Τυράννου και τον Αριστοφάνη μέχρι τον Τζορντάνο Μπρούνο και τον Βολταίρο και τον Καμύ) είναι η συνειδητοποίηση της δυνατότητας του καθενός να φαντάζεται ό,τι θέλει, να σκέφτεται ό,τι θέλει και να λέει ό,τι θέλει και όπως θέλει. Χρειάστηκε η Αναγέννηση και ο Διαφωτισμός (μαζί με κάμποσους καμένους στις φλόγες διαφόρων «ιερών εξετάσεων») για να αποφασίσουμε (τουλάχιστον ως Δύση) πως δεν υπάρχουν άβατα στη φαντασία, στη σκέψη, στη έκφραση — πως εντέλει δεν υπάρχουν ιερά και όσια. Αν κάποιος θέλει να γράψει πως ο Χριστός έκανε σεξουαλικά όργια έχει το δικαίωμα να το γράψει, αν κάποιος θέλει να ζωγραφίσει τον Μωάμεθ έχει το δικαίωμα να τον ζωγραφίσει, αν κάποιος θέλει να γράψει πως ο Ύμνος του Σολωμού είναι ένα ποίημα εθνοφασιστικού μίσους που υμνεί τη σφαγή αμάχων επίσης πρέπει να έχει αυτό το δικαίωμα. Μα κι από την άλλη, αν κάποιος θέλει να γράψει έναν ρατσιστικό λόγο, ένα κήρυγμα τυφλού μίσους, ή να αμφισβητήσει το Ολοκαύτωμα ή να προσβάλει τη μνήμη των θυμάτων του πρέπει επίσης να το μπορεί… Μπορεί συχνά τέτοιες θέσεις να μας προκαλούν αναγούλα (και όντως οι λογής αρνητές του Ολοκαυτώματος τέτοια αισθήματα μου προκαλούν), αλλά όσο έχουμε χρέος να σταθούμε απέναντί τους και να αντικρούσουμε τις απόψεις τους άλλο τόσο έχουμε ηθική υποχρέωση να παλέψουμε ώστε ακριβώς αυτές οι απόψεις να μη λογοκριθούν, να μη φιμωθούν, να μην πνιγούν (και αυτή η αντίφαση είναι που κάνει τόσο γοητευτική και τόσο οριακά δύσκολη την ελευθερία της έκφρασης).

Η γνωστή ρήση του Βολταίρου (διαφωνώ με ό,τι λες αλλά θα υπερασπιστώ μέχρι θανάτου το δικαίωμά σου να το λες) έχει προφανώς καθολική ισχύ — δεν μπορεί να ισχύει κατά περίπτωση, κρίνοντας ποιος είναι φίλος μας ή εχθρός μας, «σύντροφος» ή πολιτικός αντίπαλος, ομοϊδεάτης ή διαφωνών, γνωστός ή ολότελα άγνωστος, άνθρωπος με σημαντικό έργο που εκτιμούμε ή κάποιος του οποίου η δημόσια παρουσία μάς προκαλεί αισθήματα αποστροφής. Δέχομαι πως η απόλυτη συνέπεια δεν υπάρχει σε πραγματικές συνθήκες — όποιος τη γυρεύει ή την επικαλείται μου προκαλεί φόβο. Μα, για μένα τουλάχιστον, είναι αυτονόητο πως, όσο συνεπέστεροι είμαστε σε αυτήν την αρχή, τόσο μεγαλύτερη βαρύτητα, τόση μεγαλύτερη σοβαρότητα έχουν τα λόγια μας (και συνακόλουθα η στάση μας).

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ειρήνη εξ Απορρήτων: Η γραφή ως σύμβολο (Ένα παράθεμα στο Facebook και τα σχόλιά του)

Ειρήνη εξ Απορρήτων: Η γραφή ως σύμβολο

«Πιστεύαμε ότι οι Ναμπικουάρα δεν ήξεραν ούτε να γράφουν ούτε να ζωγραφίζουν, εκτός από μερικά διάστικτα και ελικοειδή σχέδια πάνω στις κολοκύθες τους. Όταν όμως τους μοίρασα, όπως είχα κάνει και με τους Καντουβέο, χαρτιά και μολύβια, στην αρχή δεν έκαναν τίποτα, αλλά μια μέρα τους είδα όλους να φτιάχνουν στο χαρτί οριζόντιες κυματιστές γραμμές. Αναρωτιόμουν τι προσπαθούσαν να κάνουν και τότε ξαφνικά κατάλαβα ότι έγραφαν ή μάλλον προσπαθούσαν να γράψουν με το μολύβι τους όπως έκανα εγώ – άλλωστε ήταν το μόνο πράγμα που μπορούσαν να κάνουν, μιας και δεν με είχαν δει ακόμα να σχεδιάζω. Οι περισσότεροι κάποια στιγμή σταμάτησαν τις προσπάθειές τους, αλλά ο αρχηγός, ο μόνος ίσως που είχε συλλάβει το νόημα της γραφής, είχε μεγαλύτερες φιλοδοξίες. Έτσι μου ζήτησε ένα μπλοκ για να μπορεί και αυτός να γράφει όταν δουλεύαμε μαζί. Δεν μου έδινε ποτέ προφορικά τις πληροφορίες που του ζητούσα, αλλά χάραζε πάνω στο χαρτί κυματιστές γραμμές και μου τις έδινε να τις διαβάσω, ως απάντηση στο δικό μου ερώτημα. Ενώ και ο ίδιος φαινόταν να πιστεύει σʼ αυτή την κωμωδία… (μια μέρα) αφού μάζεψε όλο τον κόσμο, τράβηξε από το καλάθι του ένα χαρτί γεμάτο κυματιστές γραμμές, όπου έκανε πως τις διάβαζε και πως αναζητούσε, με προσποιητό δισταγμό, τη λίστα των αντικειμένων που όφειλε να δώσει ως αντάλλαγμα για τα προσφερόμενα δώρα: στον έναν τόξο και βέλη, στον άλλο ένα μακρύ μαχαίρι, σε έναν άλλο χάντρες για τα κολιέ του! Αυτή η κωμωδία κράτησε δύο ώρες και δεν μπόρεσα να καταλάβω σε τι απέβλεπε. Ίσως να ήθελε να εξαπατήσει τον ίδιο του τον εαυτό, αλλά μάλλον ήθελε να καταπλήξει τους συντρόφους του, να τους πείσει ότι τα εμπορεύματα περνούσαν σʼ αυτούς με τη μεσολάβησή του, ότι είχε καταφέρει να συμμαχήσει με το λευκό άνθρωπο και ότι συμμετείχε στα μυστικά του… Μέσα από αυτό το επεισόδιο η γραφή είχε κάνει την εμφάνισή της στους Ναμπικουάρα αλλά όχι όπως θα περιμέναμε, δηλαδή ως αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης και επίπονης μάθησης, αλλά ως σύμβολο, του οποίου δεν γνώρισαν ποτέ την πραγματική σημασία και που ο ρόλος του είχε μάλλον ένα πρόσθετο δείγμα γοήτρου και κύρους για το άτομο που την κατείχε, ένα λειτούργημα που έδινε πλεονεκτική θέση σʼ αυτόν που το ασκούσε απέναντι στους άλλους.»

Claude Levi-Strauss – Θλιβεροί Τροπικοί, 1976.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γιώργος Κεντρωτής, “Το μοντέρνο στην ποίηση: αιτήματα και επιτελέσματα”

Για τον μέσο αναγνώστη η μοντέρνα ποίηση είναι σκοτεινή, ζοφώδης, ακατανόητη. Σπεύδω να διορθώσω την εισαγωγική μου πρόταση, προκειμένου να εκφράσω με ακρίβεια αυτό που θέλω να πω: για τον μέσο αναγνώστη κάθε εποχής η εκάστοτε μοντέρνα ποίηση είναι σκοτεινή, ζοφώδης, ακατανόητη. Για τον σχετικώς προετοιμασμένο αναγνώστη είναι απλώς αινιγματώδης. Για δε τους ήδη μεμυημένους αποτελεί μία επί πλέον αφορμή να καταδυθούν στη θάλασσα της γραπτής λυρικής γλώσσας για να αναζητήσουν τις αρχές του ποιητικού λόγου, ήτοι του λόγου του δημιουργικού, μέσα στη διάνοια των ποιητών. Να το ξεκαθαρίσουμε εξ αρχής: δεν υπάρχει εποχή χωρίς μοντέρνα ποίηση, παναπεί χωρίς ποίηση νεωτερική. Δεν εμφανίστηκε η μοντέρνα ποίηση –όπως εσφαλμένως πιστεύεται– για πρώτη φορά στον εικοστό αιώνα, εντελώς αιφνιδίως, ούτε μάς κατέλαβε εξ απίνης και εκτός διαλεκτικού ιστορικοκοινωνικού πλαισίου. Το Τί μοι μέλλει η ασπίς εκείνη; του Αρχιλόχου είναι, παραδείγματος χάριν, ήδη μοντέρνο –και μάλιστα πολύ μοντέρνο– εν σχέσει και συγκρίσει προς το ασπίδος κύκλος του Αισχύλου, που είναι ήδη μοντέρνο –και μάλιστα πολύ μοντέρνο– εν σχέσει και συγκρίσει προς το παρʼ ασπίδα του Ομήρου.

Να ξεκαθαρίσουμε, επίσης, ότι ο λεγόμενος μοντερνισμός είναι απλώς και μόνον άλλος ένας -ισμός, ένα υποσύνολο της μοντερνικότητας· γιʼ αυτό και δεν θα ασχοληθούμε ειδικά με αυτόν. Μέλημά μας εμάς εδώ είναι να εντοπίσουμε το μοντέρνο ως όρο και παράγοντα της ποίησης, με τον οποίον αρθρώνονται desiderata, ήτοι αιτήματα, που κατατείνουν σε επιτελέσματα, ήτοι σε performata. Ακριβώς επειδή ο λόγος θα είναι κατʼ ουσίαν περί ποιητικής και παρόλο που είναι κατάδηλο, θα πω ότι την ακολουθούσα προσέγγισή μου την υποδιαρρέει η θεμελιώδης τσομσκιανή διάκριση μεταξύ linguistic competence και linguistic performance, μεταξύ γλωσσικής ικανότητας και γλωσσικού επιτελέσματος τουτέστιν. Η άρθρωση ποιητικών αιτημάτων εντάσσεται άνευ ετέρου στο πλαίσιο της γλωσσικής ικανότητας· οσάκις δε η γλωσσική ικανότητα αποκρίνεται στα διατυπωμένα αιτήματα, τότε επιτελούνται ποιήματα… τότε σωματοποιείται τρόπον τινά ο πνέων λόγος. Πρόθεσή μας εμάς στις αράδες, που ακολουθούν, είναι να ανιχνεύσουμε, το κατά δύναμιν, τη διάδραση αιτημάτων και επιτελεσμάτων στην άρθρωση… στη σωματοποίηση… στην ουσίωση του μοντέρνου στοιχείου στην ποίηση.

Ο τάχιστος των λόγων, που έλεγαν και οι αρχαίοι πρόγονοί μας: με μια πρώτη, γρήγορη και αφαιρετική ματιά το εκάστοτε μοντέρνο στην ποίηση συντελείται μέσω αρνήσεως – είναι, δηλαδή, αποφατική η λογική του. Το νεωτερικό αρνείται εν όλω (ή και εν μέρει) το ήδη κατεστημένο, προκειμένου να το θέσει εκποδών και να κατασταθεί στη θέση του. Ανέκαθεν το νεωτερικό βασίζεται στην επιθετικότητά του, με την οποία καταλύει τα παλιά, που αμύνονται όσο αμύνονται, και με την οποία εμπεδώνει το ήθος του, το επικρατήσαν νέο ήθος, δηλονότι τον νέο τρόπο, τη νέα μανιέρα. Το μοντέρνο επιφέρει την καινοτροπία του με μέσα κατʼ εξοχήν πολεμικά. Αναρωτιέμαι, όμως, εάν υπάρχει έστω και μία απειροελάχιστη άκρη στην επικράτεια της γλώσσας, ώς εκφερόμενου και ως εκφραζόμενου λόγου, όπου να μην παρατηρούνται συρράξεις μεταξύ των εμπολέμων λέξεων, τρόπων του λέγειν, σχημάτων λόγου και διανοίας, διαλέκτων και ιδεών – για να μείνουμε μόνο σε αυτά τα ουσιώδη στοιχεία. Απαντώ και λέω: Όχι, δεν υπάρχει! Πώς, λοιπόν, θα μπορούσε να συμβαίνει κάτι διαφορετικό στην ποίηση; Ας μου επιτραπεί, παρακαλώ, η επόμενη αναλογία: αν στο βασικό επίπεδο της γλώσσας, που είναι η καθʼ ημέραν χρήση –η usage του Φερδινάνδου ντε Σωσύρ και η Verwendung του Λουδοβίκου Βιτγκενστάιν–, αντιμάχονται στρατιώτες, στο υπερδομικό επίπεδό της, που είναι η ποίηση, αντιμάχονται στρατηγοί.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Μέμη Κατσώνη, Μετά το μπιπ

Play

●●●
Με όλο το σεβασμό κύριοι, τι θα πει μετά το μπιπ; Πιστεύετε πως η ακριβής μεταγραφή αυτού του ήχου είναι μπιπ; και όχι τουτ; ή τριτ; Και ας δεχθούμε ότι είναι μπιπ. Είναι αυτή η ιδανική εισαγωγή που εξασφαλίζει στον καλούντα την στοιχειώδη ψυχική ηρεμία ώστε να βρει το θάρρος, την ενάργεια, την απαραίτητη νηφαλιότητα − συγνώμη επαναλαμβάνομαι − ώστε να αξιολογήσει τη μεταγραφή ενός ήχου που έχει ακούσει μια και μοναδική φορά και όχι υπό ιδανικές συνθήκες; Ελάτε στη θέση αυτού που αφήνει το μήνυμα, αν το αφήσει δεν θα μπορέσει ποτέ να το επανακτήσει, η οριστική απώλεια του μηνύματος είναι η σαρωτική επικράτηση του μέσου. Την εποχή της πρώτης μου νεότητας μου ενεφύσησαν την πεποίθηση ότι το μέσο είναι το μήνυμα − πλάνη, καλοί μου κύριοι, πλάνη οικτρά. Η επικράτηση του μέσου οφείλεται στην ανεπαρκή διερεύνηση των εννοιών, τι είναι το μέσο, τι είναι το μήνυμα, τι ώρα έγινε η σύγκρουση, τι είδους σύγκρουση ήταν, μιλάμε για σύγκρουση απόψεων αλλά για χάσμα γενεών. Είναι πιθανό στον επαγγελματικό σας χώρο να θεωρείτε τις συγκρούσεις δημιουργικές, έχετε όμως αξιολογήσει τη σύγκρουση με αντισεισμικό τοιχίο όταν το μέσο είναι ένα Mazda MX-5 καλοί μου κύριοι, μπορείτε να φανταστείτε ποιο είναι το μήνυμα; Απεχθάνομαι την ασάφεια, έχετε υπʼ όψη σας πως η ώρα που φεύγουν οι νέοι εν ευθυμία από τα κέντρα διασκεδάσεως ονομάζεται η ώρα του παιδιού; Ποιού παιδιού, όμως, κύριοι, μόλις ανέφερα το χάσμα γενεών, το εσωτερικό κενό όμως είναι μεγαλύτερο, ποιος προσεύχεται σήμερα, ποιος θα προσεύχεται αύριο, πού θα γίνει η κηδεία; Μπορεί κάποιος από σας να πει με ειλικρίνεια ότι αυτό το μήνυμα, στο μέτρο που δεν το καταβροχθίζει το μέσον, ότι αυτό το μήνυμα δεν είναι συμβατό με τις μύχιες επιθυμίες σας, ότι το πολιτισμικό σας κέντρο δεν είναι ο θάνατος του υιού;

Διαβάστε περισσότερα