Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Γιάννης Σουλιώτης, «Λόρκα: Ο Θάνατος του Πήγασου», εκδ. Αρμός 2012

 

Τετάρτη, 16 Μαίου 2012/ Ομιλία στο “Θερβάντες”

 

Για τον Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, τον «ΕΘΝΙΚΟ ΜΑΣ ΠΟΙΗΤΗ»,όπως συνηθίζεται να ονομάζεται, θα σας μιλήσουν απόψε η Αθηνά Σχινά κι ο Βασίλης Λαλιώτης. Από πλευράς μου, θα περιοριστώ σ’ ένα σύντομο κείμενο που αναδεικνύει την προσωπικότητα του μεγάλου αυτού ποιητή.

 

Αγαπητοί φίλοι,
Είναι καιρός που πήρα τη σταθερή απόφαση να αποκρούω κάθε είδους τιμητικές εκδηλώσεις, γεύματα και πανηγυρισμούς που γίνονται για το ταπεινό πρόσωπό μου· Πρώτον, γιατί νιώθω πως καθετί παρόμοιο βάζει ένα λιθαράκι στο φιλολογικό μας τάφο και δεύτερον, γιατί διαπίστωσα πως δεν υπάρχει πιο δυσάρεστο πράγμα από έναν ψυχρό λόγο προς τιμή μας ούτε και πιο θλιβερή στιγμή απ’ το οργανωμένο χειροκρότημα, ακόμα κι όταν είναι καλόπιστο.
Εξάλλου, πιστεύω πως γεύματα επίσημα και περγαμηνές φέρνουν δυστυχία και κακοτυχία στον άνθρωπο που τα δέχεται. Κακοτυχία και δυστυχία γεννάει η βολική στάση των φίλων που σκέφτονται: «Τώρα ξοφλήσαμε μαζί του». Ένα επίσημο γεύμα είναι μια επαγγελματική συγκέντρωση προσώπων που τρώνε μαζί μας κι όπου βρίσκονται, θέλοντας και μη, οι άνθρωποι που μας αγαπούν λιγότερο. Για τους ποιητές και τους θεατρικούς συγγραφείς θα οργάνωνα, μαζί με τις τιμητικές εκδηλώσεις, επιθέσεις εναντίον τους και αντεγκλήσεις όπου θ’ ακούγαμε να μας λένε παλικαρίσια και μ’ αληθινή οργή: «Γιατί δεν έκρινες πως αξίζει να κάνεις αυτό; Γιατί δεν κατάφερες να εκφράσεις την αγωνία της θάλασσας σ’ ένα θεατρικό πρόσωπο; Γιατί δεν τόλμησες ν’ αναμετρήσεις την απόγνωση των εχθρών στρατιωτών στον πόλεμο;». Η απαιτητικότητα μ’ ένα φόντο αγάπης αυστηρής τονώνουν την ψυχή του καλλιτέχνη που χάνει τη λεβεντιά του και καταστρέφεται με την εύκολη κολακεία. Τα θέατρα είναι γεμάτα από απατηλές σειρήνες στεφανωμένες με ρόδα θερμοκηπίου και το Κοινό είναι ικανοποιημένο, και χειροκροτεί βλέποντας καρδιές από πριονίδι και διαλόγους που λέγονται με νάζι·

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Index Librorum Prohibitorum» (“Κατάλογος Απαγορευμένων Βιβλίων”)

   (Η αρχική σελίδα του Καταλόγου Απαγορευμένων Βιβλίων, έκδοση Βενετίας, 1564.)

 

Με αφορμή τα γεγονότα στο Θέατρο Χυτήριο θυμόμαστε σήμερα την ιστορία του «Καταλογου Απαγορευμένων Βιβλίων».

 

Το Index Librorum Prohibitorum (“Κατάλογος Απαγορευμένων Βιβλίων”) είναι ένα κατάλογος εντύπων τα οποία λογοκρίθηκαν από την Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία καθώς τα θεωρούσε επικίνδυνα για την ίδια και για την πίστη των μελών της. Στις διάφορες εκδόσεις του περιέχονται οι εκκλησιαστικοί κανόνες σχετικά με την ανάγνωση, την πώληση και τη λογοκρισία των βιβλίων.

Ο σκοπός του καταλόγου ήταν η αποτροπή της ανάγνωσης ανήθικων βιβλίων και έργων, τα οποία περιείχαν θεολογικά σφάλματα, και της διαφθοράς των πιστών. Ο κατάλογος δεν συμπληρωνόταν αποκλειστικά ως αντίδραση σε βιβλία που είχαν ήδη κυκλοφορήσει. Οι Καθολικοί συγγραφείς είχαν τη δυνατότητα να υπερασπίσουν τα γραφόμενά τους και μπορούσαν στη συνέχεια να ετοιμάσουν μια νέα έκδοση του έργου τους με τις απαιτούμενες διορθώσεις ή περικοπές έτσι ώστε να αποφύγουν ή έστω να περιορίσουν την απαγόρευσή του. Η λογοκρισία πριν την έκδοση των βιβλίων ενθαρρυνόταν.

 

Ο πρώτος κατάλογος αυτού του είδους δεν δημοσιεύθηκε στην Ρώμη, αλλά στην Ολλανδία το 1529. Η Βενετία και το Παρίσι ακολούθησαν αυτό το παράδειγμα (1543 και 1551). Το πρώτο ρωμαϊκό Index (Κατάλογος) ήταν έργο του Πάπα Παύλου Δ’ (1557, 1559). Το έργο της λογοκρισίας θεωρήθηκε πολύ αυστηρό και, μετά από τον επαναπροσδιορισμό της εκκλησιαστικής νομοθεσίας στο ζήτημα της απαγόρευσης των βιβλίων, ο Πάπας Πίος Δ΄ ανακοίνωσε επίσημα το λεγόμενο Tridentine Index (Κατάλογος του Τριέδου), την βάση όλων των μετέπειτα καταλόγων μέχρι που ο Πάπας Λέων ΙΓ΄, το 1897, δημοσίευσε το Index Leonianus (Λεόντειος Κατάλογος). Οι πολύ πρώιμοι κατάλογοι ήταν έργο της Επιτροπής της Ιερής Υπηρεσίας (Congregation of the Holy Office) της Καθολικής Εκκλησίας (πρόκειται για την Επιτροπή της Ιεράς Εξέτασης [Sacred Congregation of the Inquisition], αργότερα γνωστή ως Επιτροπή για τo Δόγμα της Πίστης [Congregation for the Doctrine of the Faith]).

 

Διάσημοι συγγραφείς που περιλήφθηκαν στον Κατάλογο

 
Τζόζεφ Άντισον
Φράνσις Μπέικον
Ονορέ ντε Μπαλζάκ
Τζορτ Μπέρκελεϊ
Τζιορντάνο Μπρούνο
Τζιάκομο Καζανόβα
Νικόλαος Κοπέρνικος
Ντάνιελ Ντεφόε
Ρενέ Ντεκάρτ

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Λίλιαν Χαρασίμου, «στο ψυχομετρικό σαδισμό των επισήμων» (Ανοικτή Επιστολή)

 

Κοντεύω να κλείσω χρόνο που επιτέλους αναπνέω, ώρες ώρες με πιάνει τρόμος πως πάλι θα εξαφανιστώ για αόριστο χρόνο κι όμως τότε ίσως για κάποιους να είμαι πιο αποδεκτή. Πόσα χρόνια η ανάμνηση του εαυτού μου να λείπει, να είναι εξ ορισμού λάθος, άρρωστη, βιολογικά ανισσόροπη. Κι όσες φορές θέλησα να πάψω να υπάρχω δεν ήταν άρνηση της ζωής αλλά της ανυπαρξίας. Πόσο να αντέξεις να είσαι μια διεκπεραίωση της ζωής; Ύπνος, φαγητό, φάρμακα και οι αποφάσεις να μετατρέπονται σε διαρκή ερώτηση αποδοχής, όλα είναι υπό έλεγχο και τελικά παρεπιπτόντως σαν ένα τυχαίο λάθος, για ένα δευτερόλεπτο, νιώθεις ότι δεν υπάρχεις δεν είσαι εσύ, αλλά ένα αντικείμενο που τρέφεται, μετακινείται, καθαρίζεται, στολίζεται, νιώθει τα πάντα διυλισμένα σε πλαστικό, σίγουρη λύση, για να μην σπάει, κι όμως εγώ δεν θέλω να είμαι ασφαλής, θέλω να νιώθω, τη φρίκη και τη χαρά, να είμαι ζωντανή όπως συνήθιζα δηλαδή μέχρι τη διάγνωση της ζωή μου. Κι όταν ξεπήδησε ξανά ο θάνατος, τον διώξανε οι άνθρωποι κι όχι τα αντικαταθλιπτικά ανίκανα να αντιμετωπίσουν την απελπισία του απόβλητου, του μη προσιτού του διαρκώς περιπλανώμενου, του παρατηρητή σαν τότε στο σίριαλ του ’80, να κοιτάζω από το τζάμι τον παραλογισμό πάντα απέξω μα πάντα εγώ η παράλογη είτε αδυνατώντας να μείνω αδρανής να φέρνω μια πρόσκαιρη καταστροφή, πιστέψατε με τίποτα δεν θα μπορούσε να οριστικοποιηθεί εάν επιλέγαμε την κίνηση και όχι τη σωτηρία.

 
Και η ζωή; Μου; Ποσό να κρατήσει; Βαριέμαι αφάνταστα συνήθως κι όμως πάντα ονειρευόμουν ένα ένδοξο θάνατο άλλων εποχών, ήταν δεδομένος, τι πλάκα! κι όμως ο θάνατος να παραμονεύει υποχθόνια καθιστώντας σε απλά αόρατο, στιγμές; Η για πάντα; ζώντας νομίζουμε θα λυθεί το αίνιγμα; Η απλά μιλάμε για ένα ανεξάντλητο χτύπημα του κεφαλιού στον τοίχο; Φυτεύοντας ευτυχώς πότε και πότε τίποτε ανακουφίζεται κανεις. Κι η ζωή μου; Από γεννησιμιού κρίθηκε λάθος αλλά ενδιαφέρουσα για λογοτέχνημα και σταθηκα τόσο ηλιθία που το πίστεψα πως ναι όλοι πρέπει να είμαστε να προσπαθούμε να γίνουμε αποδεκτοί, μα αυτό δεν θα συμβεί ποτέ, έτσι δεκτηκα το παράλογο, όχι συνειδητά μα μες στη καθημερινότητα και οι ασυνείδητες αντιστάσεις έκρυβαν και άλλες διαγνώσεις κι όμως εγώ πάντα να ντρέπομαι για τη διαρκή απουσία μου.

 
Κι όμως γυρνώντας πίσω καταλήγω πως ίσως η διαφορά που με χαρακτήρισε ασθενή είναι πως από παιδί έμαθα να υπάρχω με ένα, δια παντώς για κάποιους, μη συνήθη τρόπο. Ευτυχώς μπροστά στην συνήθη πραγματικότητα υπήρχε για μένα σωτήρια η επινόηση μιας άλλης. Και πόσο θα θελα να τη συμβιώσω μα αυτό γίνεται μόνο εν μέρει, έστω αυτό μου έσωσε τη ζωή, υπήρξε ο τόπος και η συμπαρουσία, η εμπιστοσύνη, όπως έρχεται μερικές φορές απρόσκοπτα και απρόοπτα και αυτό αρκεί για να συνεχίσεις να αγαπάς τον κόσμο τη ζωή.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Jose Maria Arguedas, «Τα Βαθιά ποτάμια» (μετφρ.:Χριστίνα Ρόρρη-Μίχου), 4ο Μέρος [Τέλος]

 

ΤΟ Α΄ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ: http://www.poiein.gr/archives/18673/index.html

ΤΟ Β΄ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ: http://www.poiein.gr/archives/18686/index.html

ΤΟ Γ’ ΜΕΡΟΣ ΕΔΩ: http://www.poiein.gr/archives/18684/index.html

 

 

3.

Ο ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ

Μέχρι που μια μέρα, ο πατέρας μου, με ένα ύφος πιο σοβαρό από το συνηθισμένο, μου εξομολογήθηκε, ότι η οδοιπορία μας θα τελείωνε στο Αμπανκάι.
Έπρεπε να διασχίσουμε τρία γεωγραφικά διαμερίσματα για να φτάσουμε σε αυτή τη μικρή και σιωπηλή πόλη. Ήταν το πιο μακρινό και παράξενο ταξίδι που κάναμε μαζί, περίπου πεντακόσιες λεύγες μοιρασμένες σε ίσες ημερήσιες πορείες που τηρήθηκαν με ευλάβεια. Πέρασε από το Κούσκο, όπου γεννήθηκε, σπούδασε και σταδιοδρόμησε, όμως δεν σταμάτησε, το αντίθετο, πέρασε από εκεί σαν να πέρναγε μέσα από τη φωτιά.
Διασχίζαμε τον Απουρίμακ, και στα γαλανά και αθώα μάτια του πατέρα μου, είδα την χαρακτηριστική έκφραση που είχαν όταν η απογοήτευση τον έκανε να πάρει την απόφαση για καινούρια ταξίδια. Ενώ εγώ πάλευα στον καύσωνα της κοιλάδας, εκείνος βάδιζε σιωπηλός και αφηρημένος.
«Έχει παραμείνει ο ίδιος αναθεματισμένος άνθρωπος» είπε μια φορά.
Και όταν τον ρώτησα σε ποιόν αναφερόταν, μου απάντησε: «Ο Γέρος!»
Δίνουν το όνομα αμανκʼάι σε ένα αγριολούλουδο με κίτρινα πέταλα, και αουανκάι στο ζύγιασμα των μεγάλων πτηνών. Αουανκάι σημαίνει να πετάς αιωρούμενος, κατοπτεύοντας την άβυσσο. Αμπανκάι! Σίγουρα ήταν ένα χωριό χαμένο ανάμεσα στα δάση από πισονάι* και άγνωστα δέντρα, σε μια κοιλάδα από τεράστια καλαμποκοχώραφα που έφταναν μέχρι το ποτάμι. Στις μέρες μας, οι σκεπές από γαλβανισμένη λαμαρίνα έχουν μια κραυγαλέα λάμψη, περιβόλια με βατομουριές χωρίζουν τις μικρές γειτονιές και οι καλαμιώνες εκτείνονται από το χωριό μέχρι το Πατσατσάκα. Είναι ένα χωριό αιχμάλωτο, χτισμένο στην ξένη γη ενός τσιφλικιού.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Anonymous, «Τo Love and To be Loved»

Κυριακή, 23 Σεπτεμβρίου 2012, 11:12 μμ η ακριβής ώρα στο laptop. Μόλις είδα την ταινία του Αλμοδόβαρ «The skin I live in» έτσι, για να περάσει η ώρα, και κάθισα να γράψω, μετά από πολλά χρόνια, κάτι σαν ημερολόγιο. Πώς πέρασα μια μέρα που δεν κατάλαβα, μήπως και την καταλάβω. Δεν βγήκα παρά μόνο για να απλώσω τα ρούχα που έπλυνα εχθές και άπλωσα σήμερα. Σκοτάδι. Ένα σπίτι σκοτάδι. Ανοίγω, κλείνω κουρτίνες, ανεβάζω ρολά, το ίδιο ελάχιστο φως. Μια ζωή χωρίς φως, χωρίς σκιές, ακούγεται τρομακτική, και μόνον η σκόνη πάνω στα έπιπλα που δεν φαίνεται συνιστά ένα κάποιο πλεονέκτημα. Χωρίς φως, χωρίς σκιές, χωρίς σκόνη. Θρίλερ χειρότερο και από αυτό που πήγε να στήσει ο Αλμοδόβαρ. «The skin I live in», «The house I live in», «The grave l live in». Why?

Χα! Υπαρξιακές ερωτήσεις σαιξπηρικού τύπου «to be or not to be». Δεν ξέρουμε και τίποτα άλλο να ρωτάμε. Ταινία που αποφάσισα να δω κι εγώ… Ένας psycho γιατρός αλλάζει φύλο, δέρμα, πρόσωπο στον κατʼ υποψία βιαστή της κόρης του και το μόνο που διατηρείται αλώβητο στο νεαρό αγόρι χωρίς να μπορεί να ελεγχθεί από την επιστήμη, είναι η μνήμη μιας ζωής προγενέστερης και μιας χαμένης ταυτότητας η ανάμνηση. Μπούρδες! Σιγά που δεν ελέγχεται η μνήμη. Ελέγχεται και παραελέγχεται. Λειτουργεί σαν χαλασμένο τηλέφωνο δηλώνουν οι νευροεπιστήμονες, ενώ οι φυσικοί παίζουν με το φως και τα κλάσματα του δευτερολέπτου, δημιουργώντας ακόμη και συσκευές απόκρυψης γεγονότων και εξαφάνισης του χρόνου για να μας τρελάνουν.

Όχι δεν είμαι μηδενίστρια, ούτε τα ισοπεδώνω όλα. Υστερική του αίσχιστου βαθμού είμαι και μη με παρακολουθεί κανείς. Μπούρδες γράφω κι ας δηλώνω ομοίως επιστήμων. Μια ολόκληρη μέρα χωρίς να μπει κανείς στο σπίτι μου, χωρίς να βγει κανείς παρά μόνον απʼ την πίσω πόρτα για το άπλωμα, χωρίς να χτυπήσει τηλέφωνο. Πήρα τηλέφωνο έναν φίλο μου. «Να σου πω; Έτσι κάνεις εσύ;» με ρωτά. «Μπαίνεις για τα καλά στη ζωή κάποιου και μετά εξαφανίζεσαι;» «Έτσι κάνω» του απαντώ γιατί δεν μπορώ να του πω την αλήθεια. Τι να του πω; Πώς τον έχει μικρό και δεν του σηκώνεται γι αυτό και προσπαθώ να τον αποφύγω; Πώς γουστάρω την παρέα του τρελά, πώς θέλω να βγαίνω μαζί του, πως θα θελα να δούμε μαζί απόψε την ταινία, πως θα θελα να περάσει με το αυτοκίνητο και να με πάρει για μια βόλτα μέχρι τη θάλασσα, ή να ανέβουμε το βουνό, αλλά δεν θα θελα να ξαπλώσω μαζί του διότι θα αναγκαστώ και πάλι (εντός των πέντε πρώτων λεπτών) να προσποιηθώ έναν πολλαπλό οργασμό, ως είθισται, και μετά (μέσα στο επόμενο πεντάλεπτο) να απαντήσω ή να αποφύγω την απάντηση στην ερώτηση «είμαι καλός εραστής;» Αθώα ερώτηση ακούγεται, αλλά δεν είναι.

Ας μην κλαίγομαι και κυρίως ας μην οικτίρω. Προχθές, Παρασκευή, βγήκα με έναν άλλο φίλο μου. Καλό παιδί κι αυτός, φάτσα σκληρή όμως κι ακόμη σκληρότερη η σεξουαλική του συμπεριφορά. Κάθε φορά αισθάνομαι σαν δαρμένο σκυλί την άλλη μέρα. Η μέση μου πονάει, τα πόδια μου πονάνε, οι γοφοί μου το ίδιο, το στήθος μου, και φυσικά ολόκληρη έχω πάρει ένα χρώμα μπλε-μαρέν – απʼ τα φιλιά του. Και τα χάδια του. Σʼ αυτόν πάλι τι να πω; Πως είναι 47 χρονών γαϊδούρι και παρότι τον έχει μεγάλο και σκληρό, άρα διαθέτει την ανάλογη εμπειρία, δεν έχει μάθει ακόμη πως το γυναικείο σώμα δεν είναι από πέτρα, ούτε από άχυρα, αλλά από κύτταρα, μύες, οστά, ευαισθησία, λαχτάρα να αγαπηθεί; The skin I live in is the skin that I love and I need someone to love it. I need to love and to be loved. Όχι να γίνω μαύρη στο ξύλο απʼ την αγάπη, αλλά κόκκινη απʼ τα φιλιά. Τα δικά μου φιλιά όπως έχουν αποτυπωθεί πάνω στα δικά του χείλη και τανάπαλιν στο δικό μου σώμα. Δεν φορώ κραγιόν, μα θα φορούσα το πιο κόκκινο αν ήταν να αγαπηθώ. Ποιος μπορεί όμως να αγαπήσει; Ανίκανοι όλοι μας κι ευνουχισμένοι. Κανείς. Ούτε κι εγώ.

Διαβάστε περισσότερα