Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Γιώργος Βουτυρόπουλος, «Ορειβατική Λογοτεχνία»

 

Ορειβατική Λογοτεχνία
‘Great things happen when men and mountains meet..’
William Blake

Υπάρχει κάτι στα βουνά που εμπνέει τον άνθρωπο να γράφει γιʼ αυτά. Λίγο διαφορετικά ίσως από ότι για άλλα πράγματα. Μπορεί αυτό να οφείλεται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας αφήνεται να καταπιαστεί με κάτι λιγότερο θνητό και ελεύθερο από υποκειμενισμό ή μήπως είναι γιατί τα υποκείμενα του τοποθετούνται σε ένα περιβάλλον που τα ξεπερνάει, τα προκαλεί και τα υποβάλλει;
Η απήχηση που έχουν τα βουνά στην ανθρώπινη σκέψη είναι έκδηλη ακόμη και στα πρώιμα στάδια του πολιτισμού. Η σύνδεση τους με το θείο είναι παρούσα και επίμονη σε πολλούς αρχαϊκούς λαούς. Ενώ η επίπεδη γη πάντοτε συνδεόταν με το ανθρώπινο και το εγκόσμιο, οι εξάρσεις της αποτελούσαν το πιο πρόσφορο αντικείμενο για αλληγορικές προσεγγίσεις, εσωτερικές πνευματικές αναζητήσεις, υπερβατικές συνειδησιακές καταστάσεις και …μυθοπλασία υπερκόσμιων υπάρξεων. Από το έπος του Γκιλγκαμές και τη πρώτη κατακλυσμιαία αναφορά, στους θεούς του Όλυμπου και τα φοβερά Troll, τα βουνά εξυμνούνται σαν μέρη ιδιαίτερης ενέργειας και παράδοξων μορφών ζωής. Θεοτήτων, τεράτων, ηρώων και υπεράνθρωπων. Άλλοτε, αποκτούν τα ίδια θεϊκή υπόσταση, όπως η θεά μητέρα της γης Chomolungma (το θιβετιανό όνομα του όρους Έβερεστ). Στην ανθρώπινη ιστορία η προσέγγιση των βουνών δεν ήταν βέβαια πάντοτε η ίδια. Την εποχή που ο μυστήριος ποιητής Han Shan ή Παγωμένο Βουνό, πρόσφερε μια εξαίρετη παράδοση βουκολικής ποίησης στη Κίνα, στη Μεσαιωνική Ευρώπη και μέχρι τον 17ο αιώνα, η επικρατέστερη άποψη ήθελε τα βουνά σαν το όχι και τόσο ευχάριστο αποτέλεσμα του βιβλικού κατακλυσμού. «Σπυριά στο πρόσωπο της γης», όπως χαρακτηριστικά έγραφε ο T. Burnet στην Ιερή Θεωρία της Γης του. Φωτεινή εξαίρεση ο ουμανιστής Πετράρχης και η προσωπική του εμπειρία ανάβασης στο Mt Vertoux. Ο Νεύτωνας με την οπτιμιστική διάσταση του κόσμου, όπου καθετί λογίζεται σαν μέρος ενός σύμπαντος, θα άλλαζε οριστικά τις απόψεις για τη μορφολογία της επιφάνειας της γης και θα έφερνε την έννοια του μεγαλείου στις περιγραφές για τα βουνά. Αν και η ακριβής ερμηνεία του όρου, αντικείμενο αντιπαραθέσεων στην ιστορία της φιλοσοφίας και λογοτεχνίας, δεν είναι πάντα εύκολη, σαν μεγαλείο, μπορεί να περιγραφεί η ευγενής αίσθηση που προκαλείται από εμπειρίες τόσο δυνατές που είναι αδύνατον να ερμηνευτούν απλά σαν υπέροχες, από τις αισθήσεις. Το δέος που προκαλεί μια απόκρημνη ορθοπλαγιά ή ο τρόμος που μπορεί να κυριεύσει κάποιον από την ένταση μιας ξαφνικής ηλεκτρικής καταιγίδας, αποτελούν μια ικανοποιητική προσέγγιση του μεγαλείου. Σαν έννοια το μεγαλείο των βουνών, πρωτοεμφανίζεται στα γράμματα στην πραμάτεια Περί Ύψους του Διονυσίου Λογγίνου τον πρώτο αιώνα. Όταν τον 17ο αιώνα θα μεταφραστεί το έργο στη Δύση, η έννοια θα αποκτήσει μια αισθητική ποιότητα και μια ιδιαίτερη ερμηνευτική προσέγγιση, κυρίως μέσα από τις εργασίες των E. Burke και E. Kant. Η καντιανή ενόραση ήταν αυτή που τελικά άνοιξε το δρόμο προς τη ρομαντική αίσθηση που προκαλεί το ορεινό περιβάλλον. Στις Παρατηρήσεις πάνω στο Αίσθημα του Ωραίου και του Υπέροχου ο Kant προσεγγίζει το μεγαλείο σαν την απόκριση της λογικής στην ιδέα του απεριόριστου, του άπειρου, του υπερβολικού, του ακραίου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

«Η Πούλια και ο Αυγερινός» από το βιβλίο «Λαϊκά παραμύθια της Ζακύνθου», εκδ. Τρίμορφο 2012

Επιλογή, διασκευή, εικονογράφηση: Ζωή Νικητάκη       

 

         
                            
                                 Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας βασιλιάς και μια βασίλισσα και είχανε ένα κοριτσάκι και το λέγανε Πούλια κι ήταν όμορφο πολύ σαν τ΄άστρα και το φεγγάρι μαζί. Μια μέρα πέθανε η μάνα της Πούλιας κι ο βασιλιάς και το κοριτσάκι του βυθίστηκαν στη θλίψη. Μα ο χρόνος λένε πως είναι ο καλύτερος γιατρός κι έτσι γιάτρεψε και τον πόνο του βασιλιά, τον πήρε μακριά και τον ταξίδεψε πέρα από τις θάλασσες.  Μετά από καιρό, παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα, που όμως δεν αγαπούσε την Πούλια. Τη ζήλευε που ήτανε όμορφη και ακτινοβολούσε το πρόσωπό της μέρα τη μέρα όλο και πιο πολύ. Κι όσο ολόδροσο και μοσχομυριστό γινότανε το κοριτσάκι, τόσο μαραινόταν η φθονερή βασίλισσα κι ολοένα σκεφτόταν πως θα μπορέσει να το βγάλει από τη μέση τ΄ολάνθιστο αυτό λουλούδι.
                                Μία ημέρα, είπε στον βασιλιά η βασίλισσα: “Δεν πουλάμε, λέω, την Πούλια, να πάρουμε φλουριά πολλά, που είναι τόσο όμορφη;”
Με τα πολλά ο βασιλιάς, για να μην τρώγεται η βασίλισσα, το πήρε απόφαση και την έβαλε στο κατώι και για κάμποσες μέρες, την τάιζε σύκα, καρύδια και λογής λογής γλυκίσματα και καλούδια, για να παχύνει, να την μοσχοπουλήσουν. Τα ΄βλεπε η Πούλια όλα αυτά και δεν ήξερε γιατί της κάνουν τόσα. Τα ΄βλεπε και ο Αυγερινός, που ΄ταν γιος της δεύτερης γυναίκας του βασιλιά και απορούσε. Αγαπούσε πολύ την Πούλια, την αδερφούλα του.
                                 Άκουσε μια μέρα που ΄λεγε η μάνα του στο βασιλιά πως ήρθε η ώρα να πουλήσουνε την Πούλια. Πάει και πιάνει  τότε ο Αυγερινός μια γριά γειτόνισσα και της λέει πως η μάνα του κάνει σχέδια να πουλήσει την αδερφή του.
“ Πες μου κυρούλα μου καλή, τι να κάνω, για να γλιτώσει η αδερφούλα μου;”
 “ Άκουσε παιδί μου”, του λέει εκείνη. “Τη μέρα που η μάνα σου θα βγάλει την Πούλια για να την πουλήσει, εκεί που θα τη χτενίζει, να της αρπάξεις τις κορδέλες που βάζει στα μαλλιά της και να φύγετε. Άμα σας φτάσει η μάνα σου, να τις πετάξεις πίσω, κι έπειτα, άμα δεις πως σας ζυγώνει πάλι, να πετάξεις το χτένι πίσω σου.”

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Επιστολή Γιώργου Σεφέρη στον Γιώργο Θεοτοκά

[Γιώργος Θεοτοκάς-Γιώργος Σεφέρης, Προπύλαια]

 

Λονδίνο 13 του Γενάρη 1931

Νομίζω πως η αρρώστια στην Ελλάδα είναι σήμερα καθαρά πνευματική. Λέω στην Ελλάδα γιατί νομίζω ακόμη πως θολώνουμε τα προβλήματα όταν βάζουμε τα ζητήματα του τόπου μας πάνω στον πίνακα των παγκόσμιων ζητημάτων. Από ιδιοσυγκρασία άλλωστε έχω μία ροπή προς τον περιορισμό. Ένα από τα συμπτώματα της αρρώστιας αυτής είναι π.χ ο πρώτος δάσκαλος, ο πρώτος δημοσιογράφος κτλ να λύσει τα βαθύτερα προβλήματα στο γόνατο, επιπόλαια και ακατάρτιστα. Έτσι πχ. ο Γληνός, επειδή ήταν ένας ηγέτης (ας πούμε) στο ζήτημα του δημοτικισμού, θέλησε ή παρασύρθηκε να γίνει πνευματικός ηγέτης σε όλα. Εν τω μεταξύ, δεν έκανε καλά την δουλειά του (ποια είναι η θετική συνεισφορά του Γληνού στον δημοτικό αγώνα;), απεναντίας διέλυσε τον εκπαιδευτικό όμιλο.
Μου φάνηκε για αυτό πολύ παράξενο, όταν διάβασα στον Κύκλο το άρθρο του, όπου φώναζε για την προδοσία του Παλαμά. Ο Παλαμάς ήταν ποιητής, και μακάρι ο καθένας στον κλάδο του να τα κατάφερνε τόσο καλά. Εκείνος που πρόδωσε ασφαλώς ήταν ο άλλος. Γενικότερα, θα ονόμαζα προδότη του πνεύματος όποιον από ματαιοδοξία ή χρηματισμό (να βγάλει το ψωμάκι του κτλ) ασχολείται χωρίς πίστη με πνευματικά ζητήματα. Η κατάσταση είναι γενική, δεν χρειάζεται να φλυαρήσω περισσότερο, την ξέρεις. Ξέρεις και τις ελάχιστες εξαιρέσεις. Για να συγκεφαλαιώσω, νομίζω ότι εκείνο που λείπει στην Ελλάδα είναι η πίστη σε ορισμένες διαρκείς ανθρώπινες αξίες. (Μιλώ για τους μορφωμένους, το ψάρι από το κεφάλι βρωμά.) Έτσι δεν είναι καθόλου παράξενο να βλέπεις σοβαρούς ανθρώπους να ισχυρίζουνται και να προφητεύουν ότι θα αλλάξει η όψη του κόσμου έπεσε η στερλίνα, και άλλες να σου μιλούν για ανησυχίες με το ίδιο ύφος που θα παράγγελναν ένα φλιτζάνι καφέ στου Ζαχαράτου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Οδυσσέας Ελύτης, «Τι φταίει για την κακοδαιμονία της ελληνικής ζωής;», συνεντευξη στο Ρένο Ηρ. Απστολίδη (15/07/1958)

 

Ἀπό τό βιβλίο Ὁδυσσέας Ἐλύτης Σύν τοῖς ἄλλοις, ἐκδόσεις Ὕψιλον, 2011

Ἐφημερίδα Ἐλευθερία, 15 Ιουλίου 1958

ΟΙ ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ ΠΡΑΞΕΙΣ ΕΚΤΕΛΟΥΝΤΑΙ ΕΡΗΜΗΝ ΤΩΝ ΑΝΤΙΛΗΨΕΩΝ ΓΙΑ ΤΗ ΖΩΗ

– Ζητεῖται ἡ γνώμη σας, κύριε Ἐλύτη, ἡ ἐντελῶς ἀνεπιφύλακτη καί ἀδέσμευτη, ἐπάνω σέ ὅ,τι θεωρεῖτε ὡς τήν πιό κεφαλαιώδη κακοδαιμονία τοῦ τόπου. Ἀπό τί κυρίως πάσχουμε καί τί πρωτίστως μᾶς λείπει; Ποιά θά ὀνομάζατε «πρώτη μάστιγα» τῆς νεοελληνικῆς ζωῆς;

– Ἀπό τί πάσχουμε κυρίως; Θά σᾶς τό πῶ ἀμέσως: ἀπό μιά μόνιμο, πλήρη, καί κακοήθη ἀσυμφωνία μεταξύ τοῦ πνεύματος τῆς ἑκάστοτε ἡγεσίας μας καί τοῦ “ἤθους” πού χαρακτηρίζει τόν βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό τοῦ ἑλληνικοῦ λαοῦ στό σύνολο του!

– Ἄ! Ἀρχίσαμε!… Μόνιμος, πλήρης καί κακοήθης ἀσυμφωνία!…

– Βεβαίως! Ἀλλ᾿ ἀφῆστε με νά συνεχίσω. Αὐτή ἡ ασυμφωνία δέν εἶναι μιά συγκεκριμένη κακοδαιμονία, εἶναι, ὃμως, μιά αἰτία πού ἐξηγεῖ ὃλες τίς κακοδαιμονίες, μικρές καί μεγάλες, τοῦ τόπου αὐτοῦ. Ἀπό τήν ἡμέρα πού ἔγινε ἡ Ἑλλάδα κράτος ἕως σήμερα, οἱ πολιτικές πράξεις, θά ἔλεγε κανένας, ὅτι σχεδιάζονται καί ἐκτελοῦνται ἐρήμην τῶν ἀντιλήψεων γιά τή ζωή, καί γενικότερα τῶν ἰδανικῶν πού εἶχε διαμορφώσει ὁ Ἑλληνισμός μέσα στήν ὑγιή κοινοτική τοῦ ὀργάνωση καί στήν παράδοση τῶν μεγάλων ἀγώνων γιά τήν άνεξαρτησία του. Ἡ φωνή τοῦ Μακρυγιάννη δέν ἔχει χάσει, οὔτε σήμερα ἀκόμη, τήν ἐπικαιρότητά της.

»Σημειῶστε ὅτι δέν βλέπω τό πρόβλημα ἀπό τήν ἀποκλειστική κοινωνική του πλευρά, οὔτε κάνω δημοκοπία.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ντίνος Χριστιανόπουλος-Περικλής Σφυρίδης, «Tα αλαμπουρνέζικα ή η γλώσσα των σημερινών κουλτουριάρηδων», εκδ. Μπιλιέτο 2003

Α΄ Έκδοση: 1990, «Τα τραμάκια»- Από τη συζήτηση του Ντίνου Χριστιανόπουλου με τον Περικλή Σφυρίδη.

 

Κουλτουριάρηδες είναι οι διανοούμενοι που δίνουν μεγαλύτερη σημασία στη γνώση και την πληροφόρηση και λιγότερη στο αίσθημα και το βίωμα. Ότι έμαθαν ή δεν έμαθαν έχει γι’ αυτούς μεγαλύτερη αξία από τη σκέψη. Κουλτουριάρηδες βρίσκονται σ’ όλες τις εποχές. Στην αρχαία Ελλάδα τους κοροϊδεύει πολύ άσχημα ο Αριστοφάνης επειδή χρησιμοποιούσαν πάντα καινούριες και παράξενες λέξεις για να ξιπάσουν τον κόσμο. Και οι σοφιστές ήταν ένα είδος κουλτουριάρηδων της εποχής τους, γιατί έδωσαν πολλή σημασία στη γνώση και όχι στη σωστή κρίση. Αλλά και παλαιότερα όταν λέγαμε «οι διανοούμενοι» ή «οι άνθρωποι των γραμμάτων» νιώθαμε κάτι σαν δυσφορία και ενόχληση, γιατί καταλαβαίναμε ότι αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεφύγει πολύ από τη ζωή εν ονόματι δήθεν της τέχνης. Αυτοί νομίζανε ότι, επειδή ήτανε άνθρωποι των γραμμάτων, έπρεπε να μιλούν με ειδικό λεξιλόγιο, να καταλαβαίνονται μεταξύ τους, κι ας μην τους καταλαβαίνουν οι άλλοι. Σε τελική ανάλυση, οι κουλτουριάρηδες είναι ψευτομορφωμένοι. Μόνο ένας ψευτομορφωμένος μπορεί να χρησιμοποιεί λεξιλόγιο που ξιπάζει και ξαφνιάζει, ή να μεταχειρίζεται ωραίες λέξεις και φράσεις για να κάνει εντύπωση, ενώ καταβάθος δεν κατέχει τη γλώσσα και δεν την χρησιμοποιεί σωστά.

Αυτό που σήμερα αποκαλούμε γλώσσα των κουλτουριάρηδων, είναι ένα κουρκούτι από νεόκοπες λέξεις, από ξένες αμετάφραστες λέξεις και από λέξεις παρμένες από διάφορες επιστήμες, λ.χ. «η μεταστοιχείωση της ντεμί νομενκλατούρας». Μ’ ένα τέτοιο κουρκούτι στο τέλος δε βγάζουν νόημα ούτε αυτοί, ούτε φυσικά κι εμείς.

Διαβάστε περισσότερα