Το κείμενο που ακολουθεί αφορά στην παρουσίαση του βιβλίου του Τάσου Μελίτη, Το Κέρασμα που Άργησε, Εκδόσεις Παρουσία, 2012. Οι σκέψεις που παρατίθενται, δεν προέρχονται από έναν ειδικό της λογοτεχνίας, αλλά από ένα μέλος ενός ευρύτερου συντροφικού κύκλου από τον οποίο ο συγγραφέας έχει εμπνευσθεί ορισμένες από τις ιστορίες που περιλαμβάνονται στο βιβλίο (αλλά και στο προηγούμενό του, Παπαλάμπραινα by Gibson και άλλα διηγήματα, Οσελότος, 2009). Ας πούμε, λοιπόν, πως εκφράζω τις εντυπώσεις μου, κατά κάποιο τρόπο, ως «συμμετοχικός παρατηρητής».
Όπως δηλώνεται στον υπότιτλο στις μέσα σελίδες του βιβλίου, Το Κέρασμα που Άργησε αποτελείται από πέντε κύκλους πεζογραφημάτων απʼ αφορμή την τελευταία διετία. Και αφού το βιβλίο εκδόθηκε πρόσφατα (Αύγουστος 2012), αυτή η διετία είναι το χρονικό διάστημα που έγιναν και στην δική μας κοινωνία εμφανέστατα τα σημάδια της οικονομικής κρίσης, που ως γνωστόν ξεκίνησε ήδη από το 2008 στις Η.Π.Α. Η δική μου λοιπόν συμβολή στην παρουσίαση του βιβλίου στο ευρύτερο κοινό έχει να κάνει ακριβώς με την επισήμανση ορισμένων χαρακτηριστικών που, κατά τη γνώμη μου, ξεπηδούν από τη γραφή του Τάσου Μελίτη και διαγράφουν σε –αδρές γραμμές– ορισμένες όψεις της κοινωνίας μας την διετία 2010-2011.
Παρατήρηση πρώτη.
Στο βιβλίο των 150 περίπου σελίδων, αναφορές στην λιτότητα, την τρόικα, το προτεκτοράτο, το χρέος, την οικονομική κρίση, το δάνειο, το μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, την κρίση χρέους, τις μειώσεις μισθών, την ανασφάλεια και, ιδιαίτερα, το μνημόνιο, γίνονται σε όλα ανεξαιρέτως τα διηγήματα (17 τον αριθμό). Συνολικά μέτρησα περισσότερες από εξήντα τέτοιες ονομαστικές αναφορές, με πιο συχνή τη λέξη μνημόνιο (αναφορά που σε συγκεκομμένη μορφή υπάρχει και στον τίτλο του τρίτου διηγήματος του πρώτου κύκλου –«΄μώ το Μνημό», σελ. 23, 29). Αν μάλιστα αργούσε λίγο ακόμη η έκδοση του βιβλίου, είμαι σίγουρος ότι στις παραπάνω αναφορές θα συμπεριλαμβάνονταν ορισμένες ακόμη, όπως, π.χ., πράξεις νομοθετικού περιεχομένου, παράκαμψη συνταγματικών διατάξεων ή καταστρατήγηση του συντάγματος κλπ. Κάποιος που δεν έχει διαβάσει ακόμη το βιβλίο, θα νόμιζε ίσως πώς ο συγγραφέας στα διηγήματά του καταπιάνεται λεπτομερώς με αυτά τα ζητήματα, τα αναλύει διεξοδικά και στέκεται με κριτική διάθεση απέναντί τους. Κάθε άλλο… Τα θέματα με τα οποία ασχολείται αφορούν στις ανθρώπινες σχέσεις, στον έρωτα, στις τριβές με τις δημόσιες και μη υπηρεσίες, στην αναζήτηση εργασίας, στη διάθεση του ελεύθερου χρόνου, με δυο λέξεις σε ζητήματα που αφορούν διαχρονικά την καθημερινότητα λίγο-πολύ συνηθισμένων, μέσων ανθρώπων. Ο καμβάς όμως, πάνω στον οποίο ο Τάσος Μελίτης υφαίνει τις ιστορίες του, είναι έντονα χρωματισμένος από τις ανασφάλειες και τις δυσκολίες της τρέχουσας πολιτικής και οικονομικής συγκυρίας.
Παρατήρηση δεύτερη.
Αν και, όπως ήδη είπαμε, ο συγγραφέας ασχολείται με θέματα της καθημερινότητας συνηθισμένων ανθρώπων, προβαίνει εν τούτοις σε ορισμένες εξαιρετικά εύστοχες, κατά τη γνώμη μου, παρατηρήσεις πολιτικού-κοινωνιολογικού περιεχομένου. Σε αυτό μάλλον συντελεί η περιρρέουσα ατμόσφαιρα, η τρέχουσα κοινωνική και οικονομική συγκυρία μέσα στην οποία ξετυλίγονται οι ιστορίες του. Ενώ σε αρκετά σημεία οι ήρωες των διηγημάτων του καταγγέλλουν και καταδικάζουν άμεσα και απερίφραστα τις ειδικότερες μνημονιακές πολιτικές, με πιο τρανταχτή αυτή που ήδη αναφέραμε και που εμφανίζεται σε τίτλο διηγήματος –«΄μώ το Μνημό», σελ. 23, 29–, ο Τάσος Μελίτης προσθέτει και μερικές ακόμη με έναν έμμεσο τρόπο, μέσα από τις οποίες διαφαίνεται καθαρά η δική του, έντονα κριτική στάση όχι τόσο απέναντι στις πολιτικές της τρέχουσας συγκυρίας (αυτό είπαμε ότι κάνουν οι ήρωές του), όσο απέναντι στο γενικότερο πολιτικό πρόβλημα της χώρας μας. Θα ήθελα, λοιπόν, να μοιραστώ μαζί σας δύο από αυτές. Αναφερόμενος στον ποιητή-στιχουργό του γνωστού ρεμπέτικου τραγουδιού «Το Δίχτυ», σημειώνει: «…η Ελλάδα πορεύεται μέσα στις δυσκολίες με μικρά διαλείμματα εύκολης ζωής. …το φορτίο της καλούνται πάντα οι απλοί και ανώνυμοι να σηκώσουνε στις πλάτες τους» (σελ. 88, Η πέστροφα). Και σε ένα άλλο διήγημά του (Έργα ΔΕΗ, σελ. 35) εξηγεί γιατί ο ήρωας στις πολιτικές εφημερίδες πηγαίνει κατευθείαν στα καλλιτεχνικά νέα, αποφεύγοντας να διαβάσει για πολιτική: «Δεν πίστευε εδώ και καιρό, ότι θα μπορούσε να γίνει κάτι θετικό στον τόπο από το υπάρχον πολιτικό προσωπικό».
Παρατήρηση τρίτη και τελευταία.
Και νομίζω απαραίτητη, αφού αν σταματούσα εδώ, πιθανόν να άφηνα να εννοηθεί ότι αυτό που μένει στον αναγνώστη όταν τελειώσει το βιβλίο είναι ένα αίσθημα κατάθλιψης, απογοήτευσης, ματαιότητας. Δεν είναι. Πρώτον, γιατί ακόμα και μέσα σε αυτές τις ζοφερές συνθήκες («Είχε ήδη βγάλει κέρατα η ανεργία στη Θεσσαλονίκη», Πλευρά Σπασμένα, σελ. 45, «Ένας δύσκολος χειμώνας του Μνημονίου», Βρυγμός Οδόντων, σελ. 70, «οι μισθοί θα μειωθούνε κι άλλο», σελ. 149, «το μισό προσωπικό … έχει απολυθεί», Τι κακό κάναμε κύριε Κώστα;, σελ. 153), η ελπίδα πάντοτε καραδοκεί από τη χαραμάδα: «Η κρίση έχει βγάλει κέρατα, αλλά αυτοί μέχρι στιγμής καλά περνάνε! Ήδη σχεδιάζουν διακοπές», Στου Κόλια, σελ. 16. Και, δεύτερον, γιατί ακόμη κάτι που συνδέει τα –θεματολογικά– διαφορετικά διηγήματα του Τάσου Μελίτη είναι μία πολύ προσωπική και ιδιαίτερη αίσθηση του χιούμορ. Ένα χιούμορ που διατρέχει το βιβλίο από την αρχή μέχρι το τέλος, και που άλλοτε αναβλύζει κελαρυστό και άμεσο, άλλοτε εκφράζεται με έναν υποδόριο, σαρκαστικό υπαινιγμό και, άλλοτε, αναδύεται γλυκόπικρο, αφήνοντας την τελική επιλογή στον αναγνώστη.
`
* Ο Μανώλης Αλεξάκης είναι Επίκουρος Καθηγητής Τμήματος Κοινωνιολογίας Πανεπιστημίου Κρήτης.











Μια επίκαιρη και μακάβρια οικολογική ιστορία από το κοντινό μέλλον, αφιερωμένη εξαιρετικά , με την ελπίδα να γινουμε πιο αισιοδοξοι 😉
Ψάρεμα με παραγάδι (γραμμένη αρχές 2012)
…………..
. Πήραν τα σύνεργα ψαρέματος απʼ την αποθηκούλα και μπήκαν στο αυτοκίνητο.
-Μην πας από ΑΤΤΙΚΗ να πληρώσουμε 3,5 ευρώ, πάμε από τον παλιό για Λαύριο.
– Ναι δίκιο έχεις, είπε ο Χάρης.
Η διαδρομή ήταν καλή, δεν υπήρχε πολύ κίνηση το χειμωνιάτικο απομεσήμερο. Πέρασαν την Κερατέα και σε λίγο, στα αριστερά τους, φάνηκαν οι καμινάδες της ΔΕΗ. Το παλιό LADA έστριψε δεξιά, πέρασε μέσα από την πόλη και σταμάτησε έξω από ένα σουβλατζίδικο.
Η κοιλιά του Φάνη, που είχε “πέσει” λόγω της κρίσης, γουργούριζε..
[….]
Πήραν από ένα διπλό πιτόγυρο, 3 ευρώ έκαστος και έτρεξαν να πάρουν απʼ το διπλανό σουπερμάρκετ μια εξάδα ολλανδικές μπύρες, τις πιο φτηνές .
Τρώγοντας τον γύρο με διπλή πίττα , άνοιξαν 2 κουτιά και άρχισαν να πίνουν και να τρώνε. Έστω και αν είναι άνοιξη του 2015, αυτό είναι ευτυχία : παρέα , ένα γύρος με διπλή πίττα και 2 μπύρες ο καθένας, σκέφτηκε ο Φάνης., μου θυμίζει την εφηβεία μας το τέλος της δικτατορίας.
[….]
-Πάμε να ρίξουμε τα παραγάδια στην ξέρα στην νότια μύτη της Μακρονήσου; ρώτησε ο Φάνης .
-Δεν πάω εκεί, είναι τόπος μαρτυρίου, του λέει κοφτά ο Χάρης.
– Λοιπόν ξεκόλλα, άσε με με τα ψευτοκομμουνιστικά σου, πάνε 65 χρόνια από τότε,, φώναξε ο Φάνης.
Mόλις έφαγαν, επιβιβάσθηκαν στο αυτοκίνητο, πετάξαν στο πίσω κάθισμα τα άδεια κουτιά σε μια σακούλα για ανακύκλωση αλουμινίου (50 κουτιά 1 ευρώ), προσπέρασαν την μαρίνα, που είχε σχεδόν αδειάσει ήδη από το 2013, μόνον τουρίστες και ξένοι που διέμεναν σχεδόν μόνιμα στην χωρά, έδεναν εκεί τα σκάφη τους, γιατί το ενοίκιο για ένα δεκάμετρο παλιό σκάφος σαν του Χάρη κόστιζε 4.500 το έτος, σχεδόν όσο οι ετήσιες αποδοχές ενός μισθωτού στα 24 , που έπιανε την πρώτη του δουλειά., και έφθασαν σε ένα λιμανάκι οπού είχε ρίξει άγκυρα ο Χάρης στο σκάφος του, διπλά στο σπίτι ενός φίλου του από τα καράβια, που του το πρόσεχε από κλεφτρόνια και την θαλασσοταραχή.
Ο captain Νίκος καθισμένος στην βεράντα τους χαιρέτισε.
-2 καφέδες στο 4, φώναξε ο Χάρης.
– έφτασαν!!! απάντησε μάγκικα ο Νίκος.
Έβγαλαν από το LADA δυο πανέρια , το ένα άδειο και άλλο με τα παραγάδια, την σακούλα με το δόλωμα και κάθισαν στις καρέκλες της βεράντας περιμένοντας τον Νίκο να φέρει τους τούρκικους καφέδες.
-Άντε βιάσου , θα νυχτώσει, βοήθα με να δολώσουμε , φώναξε ο Φάνης.
– Χωρίς να πιω τον καφέ μου δεν πιάνω δουλειά, είπε ο Χάρης
– Παλιοκομμουνιστή, τις 6.46 εργάσιμες ώρες το οκτάωρο τις κάνατε 4, κακοί εργαζόμενοι με βαλκάνιους εργοδότες, για αυτό έφτασε η χώρα σʼ αυτή την κατάντια, άρχισε νʼ αγορεύει ο Φάνης ……
[….]
Το σούρουπο, πήραν τα παραγάδια, τις προμήθειες σε σάντουιτς και πόσιμο νερό, χαιρέτισαν τον Νίκο και επιβιβασθήκαν στο σκάφος. Έβαλαν μπρος την 37 ίππων ντηζελομηχανή που κατανάλωνε μίγμα βιοντήζελ από τηγανέλαια και ντήζελ από την Βουλγαρία που έμπαινε λαθραία με μικρά εμπορικά πλοία.
-Να ανοίξουμε και τα πανιά είπε ο Φάνης.
– Ρε βλάκα δεν αντιλαμβάνεσαι ότι επικρατεί νηνεμία;
-Kαλά , ίσως στον γυρισμό αύριο το πρωί να φυσάει και να κάνουμε οικονομία.
-Το σκάφος πήγαινε σιγά, η μηχανή λίγο παραπάνω από το ρελαντί.
Η αντίσταση του σκάφους είναι ανάλογη με την τρίτη δύναμη της ταχύτητας του, σκέφτηκε ο Φάνης, οπότε αν διπλασίαζαν την ταχύτητα, η κατανάλωση θα οκταπλασιαζόταν.
Στην διαδρομή συνάντησε βάρκες ερασιτεχνών και επαγγελματιών ψαράδων που έριχναν δίκτυα η παραγάδια, που θα τα σήκωναν με την ανατολή του ηλίου. Παρά τις αρχικές αντιρρήσεις του, ο Χάρης, τελικά οδήγησε το σκάφος με κατεύθυνση ΝΑΑ, προς την ξέρα στο νότιο άκρο της Μακρονήσου, γιατί υπήρχε ένας κολπίσκος, οπού θα μπορούσαν να ρίξουν άγκυρα. Για λόγους οικονομίας θα κοιμόντουσαν στο σκάφος και θα μάζευαν τα παραγάδια μόλις ξύπναγαν.
Έριξαν την σημαδούρα και στην συνεχεία άρχισαν να απλώνουν τα παραγάδια στο σκοτεινό νερό που φώτιζε αμυδρά μια γκρίζα ημισέληνος
[….]
Συνέχισαν σιωπηλά να απλώνουν τα παραγάδια και όταν τέλειωσαν κατευθύνθηκαν προς τον μικρό κολπίσκο.
Πλέοντας προς τα κει, μόλις διακρίνονταν τα ερειπωμένα κτίρια του Παρθενώνα του φιλοσόφου, ακαδημαϊκού και πολιτικού Παναγιώτη Κανελλόπουλου.
Ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Νίκος Κούνδουρος συναντά τον Μπιθικώτση, τον Βέγγο,….
Έριξαν άγκυρα κι ο Χάρης έσβησε την μηχανή. Έβγαλαν τα σάντουιτς και τις μπύρες και άρχισαν να τρώνε το βραδινό τους.
-Τελικά, ρε χοντρέ, η κρίση σου έκανε καλό, ποσά κιλά έχεις χάσει; ρώτησε ο Χάρης.
-Καμιά δεκαριά από την συντεταγμένη πτώχευση, τον Δεκέμβρη του 2013.
– Αντέχεις ακόμη, έχεις να κάψεις ακόμη …αρκετό λίπος.
-Δεν στο έλεγα, με είκοσι κιλά παραπάνω το 2012, και ετήσια κατανάλωση 4 κιλά θα αντέξω έως τον Ιανουάριο του 2017, οπότε παίρνω σύνταξη σχεδόν το 40% απʼ αυτήν που πρόβλεπα, 1000 ευρώ , μ΄ άλλα λόγια 333 σουβλάκια με διπλή πίττα .
-Καλά το μυαλό σου είναι συνέχεια στο φαγητό.
-Δεν βλέπεις τι γίνεται; Άνθρωποι πεθαίνουν κυριολεκτικά από την πείνα, εδώ και δυο χρόνια. Γιατί κάποιοι υπουργοί από προμήθειες και δημόσια έργα άρπαξαν μόνον την περίοδο του υψηλού δανεισμού από το 2000 έως το 2009, από 100 εκατομμύρια κατά μέσο όρο .ο καθένας, ενώ σκορπίζανε μίζες σε μεσαία στελέχη που ξεπερνούσαν το δεκαπλάσιο του μισθού τους.
…………………..
-Οι Έλληνες έχουν εξαιρετική ευφυΐα , δες πόσους καθηγητές έχουμε σε όλη την γη, αλλά ταυτόχρονα είμαστε παιδιά –θαύματα, ανεξαρτήτως ηλικίας, με πολύ χαμηλή συναισθηματική νοημοσύνη, ανώριμοι και πολύ εγωιστές, άρχισε νʼ αγορεύει ο Φάνης και συνέχισε.
[….]
Το πληρες βλ. σχολιο 14 στο
http://www.poiein.gr/archives/16782