`

«Στους ονειροπόλους» είναι αφιερωμένο το βιβλίο του Παναγιώτη Μανιάτη με τον τίτλο «Η ποίηση στην Οκτωβριανή Επανάσταση». Και αξίζει όντως να σημειώσουμε πως από μόνος του καθένας από τους όρους «ποίηση» και «επανάσταση» αποτελεί κι έναν πόλο ονείρων που συνδέονται δυνάμει με ποικίλες «ουτοπίες» – αντίβαρα σε μια καθόλα αντίθετη πραγματικότητα, θλιβερά πεζή και πνιγηρά στατική. Ωστόσο, πολύ περισσότερο, το δίπολο «ποίηση και επανάσταση» παραπέμπει σε μια ιδεατή ευτοπία, όπου η ποίηση-φυγή και η ποίηση-όνειρο συμπίπτει με τη μεγάλη κατάφαση, την απόφαση για εξέγερση, το ξέσπασμα μιας επανάστασης.
Παρατηρείτε, όμως, πως από τον τίτλο του βιβλίου λησμονήσαμε ως τώρα τον όρο «Οκτωβριανή». Σφηνωμένος κυριολεκτικά ανάμεσα στους όρους ποίηση και επανάσταση, μαγνητίζει ταυτόχρονα και τις δύο με την απέραντη παραδειγματική δύναμη του συγκεκριμένου ιστορικού –ή ορθότερα κοσμοϊστορικού- γεγονότος: Στο πλαίσιο μιας ευτυχούς ιστορικής συγκυρίας, ενός ιδεώδους χρονότοπου, για να θυμηθούμε τον Μπαχτίν, τον Οκτώβρη του 1917 η ποίηση και γενικότερα η τέχνη κλήθηκε να υπερβεί το παρελθόν της και να δοκιμάσει τις δυνάμεις της σε ένα διαφορετικό, τιτάνιο πραγματικά έργο: να ψυχώσει μια επανάσταση που άνοιγε νέους δρόμους για την ανθρωπότητα, μετέβαλλε άρδην τους όρους του ιστορικού γίγνεσθαι, μετέτρεπε την ποσοτική συσσώρευση σε πρωτοφανέρωτο ποιοτικό άλμα, συγκροτούσε ένα νέο ιστορικό υπόδειγμα.
Αυτό το κοσμοϊστορικό γεγονός αποτελεί και την αφετηρία του βιβλίου του Παναγιώτη Μανιάτη. «Οκτώβρης 1917», σημειώνει στην εναρκτήρια παράγραφο της εισαγωγής, στη σελ. 11: «Η εξέγερση πλανιέται στην ατμόσφαιρα. Η εποχή της μεγάλης ανατροπής έφτασε». Και στην επόμενη παράγραφο συμπληρώνει: «Η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση, ως το μεγαλύτερο γεγονός στον 20ό αιώνα, εγκαινίασε μια νέα εποχή όχι μόνο στον τομέα της πολιτικής και της οικονομίας αλλά και στον τομέα του πολιτισμού. Η πολιτιστική επανάσταση, ως αναπόσπαστο στοιχείο της σοσιαλιστικής οικοδόμησης, έδωσε τη δυνατότητα στους εργαζόμενους να γνωρίσουν τις κατακτήσεις του ανθρώπινου πολιτισμού και να συμμετέχουν στην πολιτιστική ζωή.»
`

Με αφετηρία και συνάμα πηγή έμπνευσης την Οκτωβριανή Επανάσταση σπεύδει ο συγγραφέας να δηλώσει τους –αρκετά φιλόδοξους, είναι η αλήθεια- στόχους του πονήματός του. «Το βιβλίο αυτό», σημειώνει, «είναι το πρώτο μιας σειράς που πραγματεύεται το ζήτημα της σοβιετικής πρωτοπορίας στον τομέα της κουλτούρας. Επισκοπεί την εξέλιξη της ποίησης στη Ρωσία από την προεπαναστατική στη μετεπαναστατική περίοδο και συγκεκριμένα μέχρι και τα χρόνια του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου. Οι πρωταγωνιστές, τα κινήματα, η διαπάλη καθώς και άγνωστες πτυχές της ποιητικής δημιουργίας ιστορούνται μέσα από ένα ταξίδι σε εκείνη την εποχή που η Ιστορία θα διατηρήσει ακέραια την εικόνα της.» (σελ. 11)


`

Ξεκινώντας το σχολιασμό μας από αυτή τη σκοποθεσία επισημαίνουμε τις μεγάλες δυσκολίες ενός τέτοιου εγχειρήματος. Οι πρωτογενείς πηγές είναι εξαιρετικά περιορισμένες και αυτή τη δυσκολία την έχουν ήδη επισημάνει και άλλοι έγκυροι μελετητές, που ασχολήθηκαν πολύ νωρίτερα με το ίδιο θέμα. Είναι ενδεικτική η περίπτωσης της Κάμιλας Γκραίη, που έγραψε την περισπούδαστη μελέτη της για τη Ρωσική Πρωτοπορία καλύπτοντας επαρκώς την περίοδο 1863-1922. Στον πρόλογο του έργου αυτού σημειώνει η Μάριαν Μπέρλη-Μότλυ:
«Η Γκραίη άρχισε τις έρευνές της συναντώντας τους Ρώσους καλλιτέχνες που ζούσαν ακόμα την εποχή εκείνη [αναφέρεται στο 1957) στο Παρίσι και μελετώντας την πλούσια συλλογή σχετικών έργων του Μουσείου Μοντέρνας Τέχνης της Νέας Υόρκης.» (σελ. 13)
`

Και παρακάτω (σελ. 14):
«Επίσης, το νεαρό της ηλικίας της [ήταν τότε γύρω στα 27 της] της έδωσε το κουράγιο να προσπαθήσει να ταξινομήσει τις διάφορες ομάδες ρώσων καλλιτεχνών που έδρασαν πριν και μετά την επανάσταση του 1917. Κι αυτό παρά το γεγονός ότι ελάχιστα στοιχεία υπήρχαν την εποχή εκείνη γι’ αυτές τις ομάδες, ενώ παράλληλα τα σοβιετικά αρχεία αποτελούσαν ‘άγνωστη γη’ για τους δυτικούς μελετητές».


`

Φυσικά, αργότερα, με την αναθέρμανση του γενικότερου ενδιαφέροντος για τη Ρωσική Πρωτοπορία, κάποια από τα προβλήματα αυτού του είδους περιορίστηκαν.
Ωστόσο ο Παναγιώτης Μανιάτης επιχείρησε να αξιοποιήσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό τις διαθέσιμες εγχώριες πηγές που, αν μη τι άλλο, μπορούν να αναδείξουν με σχετική επάρκεια την πρόσληψη της ρωσικής ποίησης και γενικότερα της ρωσικής κουλτούρας από τους Έλληνες καλλιτέχνες, ιδίως της ελληνικής Αριστεράς. Τόσο στην εισαγωγή του βιβλίου όσο και στη βιβλιογραφία αναφέρει τις βασικές πηγές που χρησιμοποίησε όσο και σχετικές δυσκολίες που συνάντησε. Δυσκολίες που σε κάθε περίπτωση ενισχύονται από τον τρόπο με τον οποίο είναι οργανωμένες και λειτουργούν οι βιβλιοθήκες και τα αρχεία στον τόπο μας.
`

Το πιο σημαντικό πρόβλημα που συναντά κανείς όταν καταπιάνεται με τέτοιου είδους έργα αφορά τον τρόπο με τον οποίο θα δομήσει, θα οργανώσει και θα παρουσιάσει το σχετικό υλικό. Η χρονολογική διάταξή του, για παράδειγμα, εγείρει αμέσως πρόβλημα περιοδολόγησης. Η δομή των περιεχομένων είναι ενδεικτική του τρόπου με τον οποίο ο συγγραφέας επιχείρησε να αντιμετωπίσει αυτό το πρόβλημα. Έχουμε λοιπόν το πρώτο κεφάλαιο με τον τίτλο «Η προεπαναστατική περίοδος», το δεύτερο με τον τίτλο «Η Μεγάλη Οκτωβριανή Σοσιαλιστική Επανάσταση», το τρίτο που αναφέρεται στην «επαναστατική καλλιτεχνική διαπάλη» και –αφήνοντας προσωρινά το τέταρτο-, το τελευταίο, πέμπτο κεφάλαιο, που αναφέρεται στην περίοδο «Από τα Πεντάχρονα Πλάνα στον Πόλεμο», στο τέλος της δεκαετίας του ΄30. Το τέταρτο κεφάλαιο δεν υπακούει σε αυτή τη χρονολογική διάταξη. Ο συγγραφέας θεωρεί εδώ αναγκαίο να αφιερώσει ένα ξεχωριστό κεφάλαιο στον Βλαντιμίρ Μαγιακόφσκι, θεωρώντας τον –όχι αδικαιολόγητα- τον κατεξοχήν ποιητικό εκφραστή της επαναστατικής ορμής αυτής της περιόδου.
`

Είναι φανερό ότι η αδρή διάκριση ανάμεσα στην προεπαναστατική και τη μετεπαναστατική περίοδο, με σαφές και καθόλα νόμιμο κριτήριο την επανάσταση του 1917, είναι γενικά αποδεκτή. Είναι σύνηθες φαινόμενο, ωστόσο, οι ιστορικοί να προχωρούν σε αναλυτικότερες οριοθετήσεις τόσο της προεπαναστατικής όσο και της μετεπαναστατικής περιόδου, με όλα τα πλεονεκτήματα και τα μειονεκτήματα που έχει μια τέτοια διάκριση. Τέτοιες αναλυτικότερες διακρίσεις διαφαίνονται και στη μελέτη του Παναγιώτη Μανιάτη, όταν για παράδειγμα αναφέρεται στα λογοτεχνικά ρεύματα που συγκρότησαν κάθε μείζονα περίοδο και στα αντίστοιχα χρονικά όριά τους.
`

Ένα δεύτερο πρόβλημα αφορά τη συγκρότηση και την αλληλουχία του παρατιθέμενου υλικού. Όσο δυσχερές είναι να συγκεντρώσει, να επιλέξει και να κατατάξει κανείς την ποιητική δημιουργία που αποτελεί ουσιαστικά το βασικό κορμό της συγγραφής, άλλο τόσο δύσκολο είναι να την παρουσιάσει με συνοχή και αλληλουχία, ώστε να διακρίνονται με σαφήνεια τόσο οι συνέχεις και αλληλεπιδράσεις όσο και οι τομές και οι υπερβάσεις. Οι αδυναμίες που μπορεί να εντοπίσει ο ενημερωμένος αναγνώστης σε αυτό τον τομέα, και αναφέρομαι σε μελετητές που ξεπερνούν τις δικές μου, περιορισμένες γνώσεις αυτού του πεδίου, είναι υπαρκτές και σε τελευταία ανάλυση είναι ενδεικτικές των μεγάλων απαιτήσεων που προϋποθέτει ένα τέτοιο έργο, ιδίως όταν κινείται σε μάλλον αχαρτογράφητα νερά.
`

Στο υπόλοιπο μέρος της εισήγησής μου θα σας παρακινούσα να στραφούμε στην απόλαυση της ποίησης που με τόσο μεράκι αλλά και με περισσή ευσυνειδησία μας ανθολόγησε ο Παναγιώτης Μανιάτης. Ακολουθώντας σε γενικές γραμμές το ταξινομικό σχήμα που ο ίδιος επέλεξε για να οργανώσει το υλικό του, ξεχώρισα τρία ποιήματα για το υπόλοιπο της ομιλίας μου.
Από την προεπαναστατική περίοδο θα προτιμήσω το ποίημα «Ο φουτουριστής» του Βασίλι Καμένσκι, που περιλήφθηκε στην έκδοσή της του 1924 «Σύγχρονοι Ρώσσοι ποιηταί της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής περιόδου». Ένα ποίημα που πάνω στο βασικό καμβά της αντιπαράθεσης ανάμεσα στο νέο λογοτεχνικό ρεύμα, το φουτουρισμό, και τις καθεστηκυίες λογοτεχνικές παραδόσεις, όπως το συμβολισμό και το ρομαντισμό, ενσωματώνει και στοιχεία μιας γενικότερης αντιπαράθεσης ανάμεσα στο παλιό, καταδικασμένο τελεσίδικα στη φθορά και την υποχώρηση, και στο καινούριο, που εισβάλλει ορμητικά σε όλα τα πεδία της κοινωνίας και του πολιτισμού.
`

Συνηθίσατε να δοξάζετε και να τιμάτε τους νεκρούς,
Βρίζοντάς τους με ακαδημίες και μνημεία,
με καλιακούδες.
Και μας, τους ζωντανούς,
Τους λεύτερους, τους περήφανους, τους αληθινούς,
Θα θέλατε να μας πατάν οι αρκούδες.
Τι αθρώποι είστε σεις, κακοί και αναίσθητοι,
Που η φωτιά δεν σας θερμαίνει του φουτουριστή.
Νάμε, προφήτης μόνος φλογερός εγώ,
Και καίω ως την ιδέα του αναρχισμού.
Τι παράξενη και ανάξια κοινωνία,
Ξέρω – τα ύψη δεν σας συγκινούν.
Μ’ αεροπλάνο φερμένος απ’ τη Βαρσοβία,
Συχνά σας είδα κάτω σα μυρμήγκια που περνούν
Και κανενός η προσοχή να κινηθεί δεν είδα
Στο πέταμα του φουτουριστή-αεροπόρου

`

Την ορμή και την ένταση της Οκτωβριανής Επανάστασης επιχειρεί να αναδείξει, συχνά με εκφραστικά μέσα οικεία στο ευρύ κοινό, η επαναστατική ποίηση της περιόδου 1917-1921, της λεγόμενης περιόδου του πολεμικού κομμουνισμού. Χαρακτηριστικό δείγμα αυτής της περιόδου είναι το ποίημα του Σάρεντς «Κόκκινα Άλογα».
`

Τα κόκκινα άλογα πετούν ανάερα
τα κόκκινα άλογα έχουν αφριστά, ασπρισμένα ρουθούνια
Οι οπλές τους φλογίζουνε και αστράφτουν
κι απ’ τα πόδια τους τινάζουνται κόκκινες σπίθες.
Πυρκαγιές ξεχύνουνται σαν κόκκινη φλόγα πάνω στη γη.
Τούτα τα κόκκινα άλογα έβαλαν φωτιά σ’ όλη τη γη.
Σαν θύελλα, ορμούν ασυγκράτητα…
Η έκσταση της εξέγερσης, κι η ορμή του κυνηγιού.
Όλο και πιο βαθύς, πιο ξεκάθαρος ο αχός απ’ τις οπλές.
Οι σπίθες τρύπησαν το μέλλον σα βέλη,
Και τα θεμέλια των παλατιών συντρίβουνται στην καταιγίδα
Η πυρκαγιά ορμά και τυλίγει απ’ άκρη σ’ άκρη τη γη.

Τέλος, τις δυσκολίες και τα προβλήματα, αλλά και την αισιοδοξία και τις προσδοκίες της μετεπαναστατικής περιόδου εκφράζει εύγλωττα και παραστατικά το ποίημα του Ντεμιάν Μπέντνι «Ολοταχώς».

`

Οι σαπισμένοι κ’ οι δειλοί τις νίκες μας τρομάζουν
«Μην πάτε τόσο βιαστικά προς το σκοπό!» φωνάζουν.
Αλλά η γερή ατμομηχανή της ιστορίας τραβά
Στο δρόμο της θριαμβευτικά.

Να! Δεκαπέντε πια σταθμούς περάσαμε και πάμε.
Σίγουρος ο μηχανικός γερά το τραίνο τ’ οδηγά.
Και ξεφωνίζουν οι δειλοί: «Θε μου! Για πού τραβάμε;
«Ω, σώστε μας, γλυτώστε μας! Σφίχτε τα φρένα βιαστικά!»

«Ω! ακούστε! Τρίζουνε οι αρμοί!
«Ω! ιδέστε! Πάμε σε καταστροφή!»

Εμπόδια βάζουν οι δειλοί στου αγωνιστή το δρόμο,
Μα δεκαπέντε χρόνια πια, για τον οχτρό σκληρά,
Το δρόμο ανοίγουν σ’ οδηγό που δε γνωρίζει τρόμο
Κι’ ολοταχώς το τραίνο πάει μπροστά!

`

Επιστρέφω, καταληκτικά, σε όσα ανέφερα στην αρχή της ομιλίας μου, για να τονίσω την έγγραφη δέσμευση που έχει αναλάβει ο Παναγιώτης Μανιάτης να συνεχίσει την εργασία του σχετικά με τη μελέτη της σοβιετικής πρωτοπορίας στον τομέα της κουλτούρας. Το πρώτο βήμα είναι ενθαρρυντικό και μπορεί να αποτελέσει το έναυσμα για μια γενικότερη αναθέρμανση του ενδιαφέροντος γύρω από πολλά παρεμφερή θέματα που τα τελευταία τουλάχιστον χρόνια έχουν υποτιμηθεί.

`

**************************************************************


`
Ο Παναγιώτης Μανιάτης γεννήθηκε στην Αθήνα στις 2 Απριλίου 1986. Γράφει ποίηση και ασχολείται με τη μετάφραση κειμένων πρωτοποριακών καλλιτεχνικών κινημάτων. Έχει πραγματοποιήσει σεμινάρια για τον σοβιετικό και τον μοντερνιστικό κινηματογράφο και έχει δώσει διαλέξεις σε μια σειρά εργατικών χώρων. Σε εξέλιξη βρίσκεται και το φωτογραφικό του project “Αναζητώντας τον Σοσιαλισμό” με υλικό από τις περιγήσεις τους σε χώρες όπως Ρωσία, Γερμανία, Κίνα, Βιετνάμ, Λάος, Καμπότζη, Αλβανία, Γιουγκοσλαβία ενώ συμμετείχε, ως μέλος του Ελληνοκουβνικού Συνδέσμου Φιλίας, στην Πρωτομαγιάτικη μπριγάδα αλληλεγγύης για την Κούβα το 2013.

`

* Το κείμενο του Παύλου Χαραμή αναγνώστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου