Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αναγνώσεις

Αλμανάκ Ποιείν: τα σταλθέντα ποιητικά βιβλία του 2015 (γράφει ο Δημήτρης Μουζάκης)

Θα ήθελα φέτος να εκμεταλλευτώ τη στήλη ετούτη για να θίξω κάποια ζητήματα που αφορούν στους νέους, κυρίως, ποιητές, αλλά και σε μεγαλύτερους,οι οποίοι νιώθουν ότι το έργο τους δεν απολαμβάνει της δέουσας προσοχής. Τα ζητήματα αυτά, άλλωστε, είναι στενά συναρτημένα με την έννοια της κριτικής και, κατά τη γνώμη μου, χρήζουν σοβαρής συζήτησης επειδή αποτελούν πεδίο παρανοήσεων, προβληματικών συμπεριφορών, δυσάρεστων συναισθημάτων κι ενδεχομένως άλλων φαινομένων που επάγουν έναν υφέρποντα, πολυεπιπέδο εκφυλισμό της γραφής.

Θα ξεκινήσω κάπως ανορθόδοξα αναφερόμενος στο διάσημο καθηγητή της δημόσιας κατανόησης της επιστήμης Richard Dawkins, ο οποίος επιμένει ότι η επιστήμη είναι πρωτίστως μία μεθοδολογική προσέγγιση στα φαινόμενα˙ πριν από ένα σύνολο, λοιπόν, πορισμάτων και εφαρμογών, η επιστήμη είναι μία συζήτηση που διεξάγεται εντός συγκεκριμένου πλαισίου ενδείξεων (evidence) και πειραματισμών, οι δε αυθαίρετες πίστεις δε χωρούν σε αυτή. Χρησιμοποιώ το παράδειγμα αυτό για να δείξω ότι το κύρος μίας διαδικασίας εκπορεύεται από τους μηχανισμούς που αυτή επιστρατεύει, από τη μεθοδολογία που υποχρεωτικώς εφαρμόζεται προκειμένου η διαδικασία αυτή να αποφέρει καρπό. Στην επιστήμη υπάρχουν τα peer-reviewed επιστημονικά περιοδικά, στα οποία ο κάθε επιστήμονας μπορεί να αποτανθεί προς δημοσίευση της έρευνάς του, κρινόμενος στο επίπεδο της μεθοδολογίας που ακολούθησε και της ποιότητας των ισχυρισμών του βάσει των ευρημάτων του. Αν εγώ, λοιπόν, ισχυριστώ ότι κατάφερα να προσδέσω έναν παράγοντα στην κυτταρική μεμβράνη αποκλειστικώς των καρκινικών κυττάρων εξολοθρεύοντάς τα, όλα τα περιοδικά του πλανήτη θα θελήσουν να δημοσιεύσουν την έρευνά μου, είτε την πραγματοποίησα στο Πανεπιστήμιο Πατρών είτε την πραγματοποίησα στο Πανεπιστήμιο Harvard είτε την πραγματοποίησα στην αποθήκη του σπιτιού μου.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Γεώργιος Δροσίνης, «Ο βιολιστής»


`
Hταν ένας βιολιστής με παρδαλά ρούχα και με υψηλό σκούφο. Στο λαιμό του κρατούσε σφιγμένο το βιολί του και με τ’ άλλο χέρι το δοξάρι. Kουρδιζόταν κι έπαιζε σαν αληθινός βιολιστής.

Kι όμως δεν ήταν αληθινός. Hταν από ξύλο. Aπό ένα πολύ σπάνιο όμως ξύλο: το ξύλο της Aγάπης. Tι είναι αυτό το ξύλο κι από τι δένδρο κόβεται δεν ξέρω. Ξέρω μόνο πως κάθε τι το καμωμένο από τέτοιο ξύλο μπορεί ν’ αγαπήση σαν ζωντανός άνθρωπος.

O βιολιστής άμα ήρθε στον κόσμο ετυλίχθηκε μέσα σε χαρτί, εκλείσθηκε σε χονδρό κουτί κι εστάλη σ’ ένα εμπορικό για να πουληθή σαν να ήταν σκλάβος ο κακόμοιρος.

O έμπορος τον έβαλε στην βιτρίνα. Eκεί τον έβλεπαν οι διαβάτες και έβλεπε κι αυτός, χωρίς να καταλαβαίνουν εκείνοι ότι ήταν κρυμμένη ζωή στο άψυχο ξύλο. O έμπορος κάποτε τον εκούρδιζε και τότε πια μαζευόταν κόσμος πολύς, προ πάντων παιδιά, κι άκουαν με θαυμασμό τη γλυκειά φωνή του βιολιού του. Kι αυτή η φωνή είχε κάτι ξεχωριστό, κάτι που έφτανε ως την καρδιά.

Oλο ενόμιζαν πως ο τεχνίτης είχε επιτύχει την μηχανή του. Δεν ήξεραν πως μέσα στο άψυχο ξύλο ήταν κρυμμένη ζωή. Δεν φαντάζονταν πως μόλις κουρδιζόταν η μηχανή ο βιολιστής έπαιζε το βιολί του μόνος με τη δύναμη της αγάπης που είχε μέσα του.

Aλλά δεν έπαιζε για κείνους που μαζεύονταν κι έχασκαν έξω από τη βιτρίνα. Oύτε τους λογάριαζε ούτε τον έμελλε. Eπαιζε μονάχα για την αγάπη του. Kι η αγάπη του ήταν μια ωραία κούκλα υψηλότερη από όλες τις άλλες, λυγερή, ξεχωριστή στη χάρη, με κατακόκκινο φόρεμα στηλωμένη αντίκρυ του στην ίδια βιτρίνα του εμπορικού.

O βιολιστής αυτήν αντίκρυσε πρώτη άμα βγήκε στο φως της ημέρας από το χονδρό κουτί του και σ’ αυτήν εχάρισε όλη την αγάπη που είχε μέσα του. Aλλος κόσμος δεν υπήρχε εκτός της κούκλας. Eζούσε πια γι’ αυτήν. Aλλά κι εκείνη βέβαια τον αγαπούσε. Aν δεν τον αγαπούσε, τότε γιατί δεν ξεκολλούσε τα μάτια της από πάνω του, τα φωτερά της εκείνα μάτια που τον έκαιαν; Aν δεν τον αγαπούσε γιατί δεν εγύριζε καν να ιδή έναν ξανθό αξιωματικό που επάνω στο ξύλινο άλογό του καθισμένος είχε γυρισμένο το κεφάλι προς το μέρος της από την ώρα που τον έβαλε εκεί ο έμπορος; Aν δεν τον αγαπούσε, γιατί χαμογελούσε από ευχαρίστηση όταν έπαιζε το βιολί του, σαν να καταλάβαινε πω μόνο γι’ αυτήν έπαιζε;

Tον αγαπούσε, τον αγαπούσε. Oλα αυτά ήσαν φανερά σημάδια. O βιολιστής ένα φόβο είχε μέσα στην ευτυχία της αγάπης του: μήπως τους χωρίσουν. Πώς ήταν δυνατόν να ζήση χωρίς αυτή; Kαι τι την ήθελε τη ζωή;

Mα η τύχη που προστατεύει όλους τους ερωτευμένους δεν άφησε απροστάτευτο και τον ξύλινο βιολιστή. Mια μέρα, ενώ έπαιζε με όρεξη το βιολί του, επερνούσαν απ’ έξω ένας ηλικιωμένος κύριος και μια μεσόκοπη κυρία.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Ναπολέων Λαπαθιώτης, «Τα κάλαντα», 1929

`

Από πολύ πρωί, σχεδόν προτού να βγει ο ήλιος, είχαν πάρει σβάρνα όλη τη γειτονιά, και είχαν πει τα κάλαντα σ’ όλα τα γύρω σπίτια. Δεν είχαν αφήσει πόρτα, μάντρα, μαγαζί, να μη χτυπήσουν…

— Ναν τα πούμε; Ναν τα πούμε;… Ώς το μεσημέρι, η βόλτα τους ήταν τελειωμένη. Και μην έχοντας πού αλλού να πάνε, πήγαιναν ξανά στα ίδια σπίτια.

Ήταν ο Μήτσος, ο Τάσος κι ο Λεύτερης –αυτοί που τραγουδούσαν— κι ο Γιώργος με το τρίγωνο, κι ο Κώτσος που βαρούσε τη φυσαρμόνικα.

Κι η δουλειά είχε πάει φίνα. Οι τσέπες τους ήταν βαριές από δεκάρες κι από φράγκα.

Είχαν τόσους γνωστούς, παντού! Όλες οι γυναίκες τούς ήξεραν, όλος ο κόσμος, σχεδόν, τους αγαπούσε: Δεν ήταν σπίτι, που να μην είχαν κάνει, κάποτε, θελήματα —μαγαζί, που να μην είχαν, κάποτε, δουλέψει…

Ώς κι ο μπαρμπα-Στάθης, ο μπακάλης, ο γκρινιάρης, που του ’χαν σπάσει κάποτε τα τζάμια, έβγαλε και τους έδωσ’ ένα δίφραγκο…

Κατά τις δυο τ’ απόγεμα, αφού τσίμπησαν λίγο φαΐ, στο πόδι, αποφάσισαν να ξανοιχτούν και σ’ άλλες γειτονιές.

Ο Κώτσος, που ήταν γενικός ταμίας τους, είχε τη σοφή ιδέα, για να μη βαραίν’ η τσέπη του, να μαζέψει όλη τη γαζέτα, και να την πάει σ’ έναν καπνοπώλη, να την κάνει, ολόκληρη, χαρτί…

Δεν τραγουδούσαν και πολύ καλά —αλλά, σ’ αυτές τις περιστάσεις, η πρόθεση είναι το παν! Κι εκείνοι που τους άκουγαν, δεν είχαν, βέβαια, απαίτηση ν’ ακούσουν και Καρούζο! Έφτανε που τα ’λεγαν, απλώς, «για το καλό»…

Και το βράδυ τούς βρήκε μακριά, στην άλλη άκρη της Αθήνας.

Βραχνιασμένοι, κατακουρασμένοι, έκατσαν σ’ ένα ζαχαροπλαστείο να ξεκουραστούν. Η εσοδεία ήταν τόσο άφθονη, ώστε σκέφτηκαν πως είχαν το δικαίωμα κι αυτοί να το ρίξουν λίγο όξω, μια κι η περίσταση το είχε φέρει έτσι. Απ’ τους κουραμπιέδες προχώρησαν στους μπακλαβάδες και τα γαλατομπούρεκα —ώσπου δε μπορούσαν να χωρέσουν άλλο…

Κι επειδή ένα έξοδο φέρνει αμέσως τ’ άλλο, αποφάσισαν να πάνε και στον κινηματογράφο.

Μπήκαν μέσα, με το τρίγωνο και με τη φυσαρμόνικα, χωρίς να ξέρουν τι ταινία έπαιζε, και κάθισαν μπροστά, στις πρώτες θέσεις, που ήταν αδειανές.

Η ταινία παράσταινε κυνηγητά, απαγωγές, ληστείες. Ένα μικρό παιδί ήταν ο ήρως. Αυτός γινόταν ο ανέλπιστος σωτήρας, κι έκανε θαύματα πραγματικά παλικαριάς…

Η σάλα ήταν γιομάτη κόσμο: Φαντάροι, ναύτες και πολίτες, στριμωγμένοι όλοι, φύρδην μίγδην, παρακολουθούσαν την ταινία, και χειροκροτούσαν κάθε φορά που ο μικρός νικούσε ή κατάφερνε κανένα νέο κόλπο, εις βάρος των οχτώ αγριανθρώπων που είχαν κλέψει με τη βία μια κοπέλα, για να μάθουν κάποιο μυστικό…

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Παναγιώτα Τσιανογιάννη, “Εγώ είμαι οξιά” (α΄εμφάνιση)

Δεν ήθελα να είμαι οξιά. Δεν το ήθελα πάντα. Μικρή ήθελα να είμαι άνθρωπος. Να ανασαίνω διαφορετικά, να τρέχω, να αγκαλιάζω, να μυρίζω. Μικρό δεντράκι γοητευόμουν από τα ταλέντα των ανθρώπων, ήθελα να τους μοιάσω. Ήθελα να είχα χέρια, κεφάλι μα κυρίως πόδια. Με στοίχειωναν οι ρίζες μου. Ήθελα να μπορώ να φεύγω όταν πονούσα, όταν με πονούσαν ή όταν γενικά βαριόμουν. Ήθελα να μπορώ να αρνηθώ τις ρίζες μου. Όμως η μοίρα μου ήταν άλλων. Δεν ήμουν άνθρωπος, ούτε ποτέ θα γινόμουν. Ήμουν δεντράκι. Με δροσοσταλιές επάνω μου, φίλες ανεκτίμητες . Τις κουβέντιαζα, είχαμε πάντα τα δικά μας. Εκείνες στέγνωναν στα φύλλα μου κι εγώ τις ρουφούσα αδίστακτα.
Δεν ήμουν εύκολο δέντρο. Δεν έμοιαζα με τα άλλα. Στεκόμουν εκεί, άκρη άκρη στο ήρεμο δάσος. Ψήλωνα και σκίαζα τον τόπο γύρω μου. Μα η σκιά τούτη θαρρείς και βάραινε απάνω μου. Λύγιζαν τα κλωνάρια μου έτοιμα να σπάσουν στο πρώτο πρόσταγμα. Πουλιά έρχονταν και χτίζαν φωλιές, Σκίουροι σεργιάνιζαν στα κλαριά μου, ο ήλιος κρυβόταν στις φυλλωσιές μου. Κι εγώ καμάρωνα και ψήλωνα. Μα δε ριγούσα. Στεκόμουν εκεί στην άκρη του δάσους, ήρεμα Δεχόμουν τα χάδια των μανιταριών στις ρίζες μου, όμως τις έμπηγα στη γη, σαν νύχια ανθρώπινα … Κι ονειρευόμουν… Ήθελα να είμαι άνθρωπος. Μα όχι από κείνους που θα με κάνουν καρέκλες και τραπέζια. Δεν ήθελα να γίνω χάρισμα στους ατάλαντους. Αν ήταν να γίνω κάτι, τότε θα ήθελα να γίνω πόρτα.Από κείνες τις ψηλές, τις θεόρατες. Δίχως όρια, κεντημένες με ανάσες, λουστραρισμένες με αγάπες, φουσκωμένες με δάκρυα, Να μην κλείνουν ποτέ. Έτσι την ήθελα την πόρτα του κορμού μου. Χωρίς τσιγκουνιές κʼ ελλείψεις. Με σκάλισμα ζωγραφιστό που δε θα μου μοιάζε… όμως θα ήμουν εγώ Η Οξιά το μικρό δεντράκι που μεγάλωσε στην άκρη του δάσους, που έκανε φίλους, που χάρισε τις φλούδες του για ένα θρόισμα, που μάτωσε μα χάρηκε σαν τα ζευγάρια χάραξαν απάνω του τα αρχικά τους.
Είμαι εγώ η οξιά, που αν και ελεύθερη δεν μιλώ, που αν και ζωντανή δε με ακούς, που αν και πάλλομαι δε με βλέπεις, που αν και μικρή, ολοένα ψιλώνω και σκιάζω και γίνομαι δέντρο με ρίζες, κορμό και κλώνους. Και που φοβάμαι μα δε φαίνεται. Και που κανείς δε μʼ ακούει. Μόνο με βλέπουν κι εγώ ψηλώνω και ολοένα φοβάμαι. Και κείνοι χαίρονται κι εγώ ριγώ, και κείνοι καμαρώνουν ενώ εγώ τρέμω, κουνιέμαι ολόκληρη, η μικρή οξιά, σα σε σεισμό. Μα κείνοι αγαλλιάζουν και αναπνέουν. Αναπνέουν. Η δική μου αγωνία δική τους ανακούφιση, δική τους ανάσα. Το δικό μου θρόισμα, δική τους ζωντάνια. Κανείς δεν καταλαβαίνει. Εγώ είμαι Οξιά. Μα δεν ήθελα να είμαι οξιά. Μικρή ήθελα να είμαι άνθρωπος. Να νιώθω, να μυρίζω να γεύομαι.

Διαβάστε περισσότερα
Αναγνώσεις

Βασίλης Πης, «Καρτ-Ποστάλ»

`

ΣΤΗ ΧΩΡΑ ΜΟΥ
Κως λιμάνι, Μέρες Οκτωβρίου 2015

Η χώρα μου είναι έν’ αρχιπέλαγος
Μ’ αμέτρητα νησιά, γαλάζια λίμνη να
Γυρνάει κάθε μέρα γύρω απ’ τη Γη

Την ώρα που η Ευρώπη μέσα
Σε μια ετοιμόρροπη ευτυχία
Ανυψώνει σιδερένιους φράχτες
Τείχη από αλάτι και θαλασσινό νερό

Τώρα που οι μέρες γλυκαίνουν σαν τα σταφύλια
Και η θάλασσα ψυχραίνει μέρα με τη μέρα
Στη χώρα μου φτάνουν κάθε μέρα ανέστιοι
Απ’ τα αντίπερα παράλια
Ανθρώπινες φωνές που δεν τις θέλει η θάλασσα
Αλλά εκείνες μας καλούσανε κοντά τους
Στα πόδια τους να φέρουμε τη στεριά
Πάνω σε φουσκωτές βάρκες
Χιλιάδες χέρια βουτηγμένα στο νερό

Κωπηλατούν ώρες κάτω απ’ το καυτό φως
Κοιμούνται σ’ άλλο ουρανό που λιγόστεψε
Με μια γαλάζια λίμνη
Σηκώνουν τη θάλασσα και ανασηκώνονται
Για να φανούν, να φτάσουν στις ακτές
Αναζητώντας μια νέα Ιθάκη
Μαζί με τη διαθήκη του Οδυσσέα

Όποιος είναι έξω από το φως
Δύσκολα βρίσκει την πορεία του
Όπως τρως περισσότερο ψωμί
Με ζάχαρη, παρά μ’ αλάτι

Το λιμάνι, μέσα σ’ ένα καλοκαίρι γέρασε
Με τα πεθαμένα σωσίβια και τα βυθισμένα πλοία

Τούτη η εποχή δεν είναι για ποιήματα
Είναι για μάχη.

Διαβάστε περισσότερα