`

1. Μπερναρ Μαρί Κολτές, «Ρομπέρτο Τσούκο», “η παράσταση της χρονιάς”

Χάρη στην ΆΝΤΖΕΛΑ ΜΠΡΟΥΣΚΟΥ, την ΠΑΡΘΕΝΟΠΗ ΜΠΟΥΖΟΥΡΗ και τον ΣΤΡΑΤΟ ΤΖΩΡΤΖΟΓΛΟΥ που επιστρέφει στο θρυλικό Υπόγειο, όπου είχε την τύχη να τον σκηνοθετήσει στο κύκνειο άσμα του ο Κουν, σε έναν “Ήχο του όπλου” που δεν έχει σιγάσει ακόμα. Η Άντζελα Μπρούσκου μετά τον Βέλτσο ανασταίνει και τον αθάνατο Κολτές και δικαιώνει τον ευριπιδικό φονιά Ρομπέρτο Τσούκο στο θρυλικό Υπόγειο του Θεάτρου Τέχνης. Θα ήταν μια πραγματικά τέλεια αναβίωση του αρχετυπικού έργου του Κολτές αν δεν είχε γίνει μια βασική μεταφραστική παρανόηση του κειμένου: είναι άλλο πράγμα «ο φαλλός του Ήλιου» κι άλλο το «σεξουαλικό όργανο του ήλιου». Η μετάφραση του πολύ-συζητημένου Δημήτρη Δημητριάδη υποβίβασε τη συμβολική του έργου στο επίπεδο του «Καυγατζή» ενός Ζενέ σκηνοθετημένου από τον Φασμπίντερ. Δεν είναι όλα τα πράγματα σεξουαλικά. Ο Κολτές είναι ποιητής της σκηνής ενώ ο Ζενέ παρέμεινε πεζογράφος και ο Φασμπίντερ κινηματογραφιστής. Ας μην εξομοιώνουμε κι εξω-μειώνουμε τα πάντα. Ο Τσούκο είναι ηλιακό ον σαν τη Μήδεια, είναι ήρως αρχαίας τραγωδίας δεν είναι ένα περιφερόμενο κορμί προς βρώσιν και πόσιν.

Η Μπρούσκου, κινηματογραφίστρια επί σκηνής βινετοσκοπεί ζωντανά την εκπληκτική Παρθενόπη Μπουζούρη και τον μεταμορφωσιακό Στράτο Τζώρτζογλου (πρώτη φορά τόσο καλός μετά τον «Ήχο του όπλου» σκηνοθετημένος από τον μεγάλο Κουν).
Αυτή η «λοξή» οπτικοποίηση και ζωντάνεμα ενός μάλλον παλιομοδίτικου κειμένου από την εποχή της δεκαετίας του 1980 προς 1990 τότε που το aids έκανε θραύση κι η μυθολογία της αυτοκαταστροφής είχε υπερχειλίσει τα ψευδαισθητικά οράματα τής «Κοινωνίας τής Αφθονίας», προσέδωσε στην παράσταση πολλά επίπεδα ανάγνωσης των παραγλωσσικών κωδίκων και την αναδόμησε σε υψηλότερα αισθητικά επίπεδα από το σύνηθες. Η υπέρβαση της γυμνής σάρκας επετεύχθη δια του κεκαλυμμένου κορεσμού της. Έτσι ανευρέθη μία άλλη ισορροπία, σχοινοτενής και υποφώσκουσα, πέρα πολύ κι από τη Χριστιανική ή συμπαντική Αγάπη, στις σκοτεινές δυνάμεις που θολώνουν τα μυαλά και τις αισθήσεις των ανθρώπων.
Τα κουρασμένα αξιολύπητα όντα αναζητούν τη λύτρωση κι όταν δεν τη βρίσκουν βαδίζουν προς το Θάνατο ηρωικά ή μυξοκλαίγοντας. Ο Τσούκο διαφέρει γιατί δίνεται στο Μοιραίο από περίσσεμα ζωτικής ενέργειας κι όχι από απελπισία. Δεν είναι παραιτημένος. Δεν είναι κουρασμένος. Δεν αποζητά την ανάπαυση στην αγκαλιά τής Μητέρας-Γης. Προς τον Ήλιο κινείται αναζητώντας το Φως. Κι αυτό το φως θα καυτηριάσει τη μούχλα από τα χέρια των κολασμένων, από τα αποτυπώματα του κόσμου πάνω στο άσπιλο κι αθώο κορμί του.
Αν διαβαστεί φροϋδικά αυτό το υπέροχο κείμενο αδικείται. Αν ερμηνευτεί σεξουαλικά χάνει. Αν δοθεί η ποιητικότητά του αναδεικνύεται. Έχω γράψει ότι η Άντζελα Μπρούσκου είναι πολύ μεγάλη σκηνοθέτις. Όταν συν-γράψει το δικό της παραστασιακό κείμενο, τότε θα αναδειχθεί όλο το μεγαλείο του οράματός της. Μέχρι τότε, ως πεταλούδα-ψυχάρα καίγεται στο φως των προβολέων δοκησισόφων και αγενών δραματουργών. Αυτό το έλλειμμα πρωτογενούς Παιδείας του Λόγου θα καλυφθεί – είμαι σίγουρος – πολύ σύντομα. Είναι έξυπνη ύπαρξη, δεν θέλω να πω «δαιμόνια» και θα βρει τους κατάλληλους συνεργάτες στο επίπεδο των εκφερομένων κειμένων. Μία σχεδόν τέλεια, υπερβατική ερμηνεία του αθάνατου έργου του Κολτές με τον ειρωνικό τίτλο «Ρομπέρτο Τσούκο». Απολαύστε την. Μην τη χάσετε. Απʼ όσες έχω δει μέχρι τώρα, είναι ίσως αυτό που λέμε συνήθως ως μεταπράτες του θεάματος «η παράσταση της χρονιάς»!!! Οι όποιες επιφυλάξεις είναι ακριβώς γιʼ αυτό. Γιατί ακόμα και τα τελειότερα διαμάντια κάνουν νερά από γήινες, χθόνιες προσμείξεις. Κι αυτό παρακαλώ να μην εκληφθεί ως πλατωνικό. Τουναντίον. Πυθαγόρειο, μάλλον…

`

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης
Σκηνοθεσία – εικαστική άποψη – βίντεο: Άντζελα Μπρούσκου
Βοηθός σκηνοθέτη – μουσική επιμέλεια:Στέβη Κουτσοθανάση
Φωτισμοί: Στέλλα Κάλτσου
Παίζουν: Αντρέας Αντωνιάδης, Παρθενόπη Μπουζούρη, Άντζελα Μπρούσκου,
Γεωργιάννα Νταλάρα, Κώστας Νικούλι, Στράτος Τζώρτζογλου, Αντώνης Τσίλλερ

`

*****************************************************************

`

`

2. Ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΡΟΧΑΣ σε ρεσιτάλ υποκριτικής ως Λεντς του Μπύχνερ!!!

Ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΡΟΧΑΣ, υποψήφιος για βραβείο υποκριτικής αʼ ανδρικού ρόλου στο μνημειώδες και μνημειακό έργο του Γκέοργκ Μπύχνερ «Λεντς» στοStudio Κυψέλης σε σκηνοθεσία Γιώργου Λιβανού και σε ελεύθερη θεατρική απόδοση από τη Ροζίτα Σώκου

Έχω δει πολλές παραστάσεις φέτος, σχεδόν όλες, πολλές φορές δύο το ίδιο βράδυ (απογευματινή – βραδινή) αλλά σπανίως μαγεύομαι τόσο, συναρπάζομαι κι αναστατώνομαι στο πιο βαθύ κομμάτι της ψυχής, εκείνο που ξαγρυπνά όταν το σώμα πέφτει βαρύ σα μολύβι στα στρωσίδια του Ύπνου, που δεν είναι για όλους μας – φευ, δυστυχώς – αδελφός του Θανάτου, όχι ακόμα, όχι τώρα… Ίσως αργότερα, όταν η Κρίση θα έχει περάσει και οι άνθρωποι που θα έρθουν θα μας λυπηθούν θαυμάζοντας τον ηρωισμό να επιμένουμε να ζούμε, να δημιουργούμε, να υπάρχουμε ευθυτενείς κάτω από τα άστρα…
Στην ερμηνεία τού Ζαχαρία Ρόχα, ο Λεντς τού Μπύχνερ αναδεικνύεται ως σύγχρονη παρανοϊκή περσόνα των νέων της εποχής μας, χαμένων ανάμεσα στην Τεχνολογία και στην διεστραμμένη απαίτηση της μοναξιάς, μέσα από μια κοινωνικοποίηση που ξορκίζει το φόβο της εφηβικής και μετεφηβικής αλλοτρίωσης. Γραμμένο το έργο από έναν «χλωρό» συγγραφέα που πέθανε σε νεαρή ηλικία [ο Γκέοργκ Μπύχνερ (Georg Büchner) γεννήθηκε στο Ντάρμστατ το 1813 και πέθανε στη Ζυρίχη στις 19 Φεβρουαρίου 1837)], ο «Λεντς», όπως κι ο «Βόϋτσεκ», κουβαλάει όλη τη νεανική εκκεντρικότητα τής μη στρατεύσεως σε κοινούς σκοπούς εις όφελος τής καταφυγής εις προσωπικούς παραδείσους αμφιβόλου ποιότητος και κοντόθωρου βεληνεκούς.
Απόλαυσα τη λαγαρή διασκευή τής έμπειρης περί τα θεατρικά Ροζίτας Σώκου και την υπερκινητική σκηνοθεσία τού Γιώργου Λιβανού που δραστηριοποίησε όλους τους ηθοποιούς σε αγαστή συνεργασία με άπαντες τους καλλιτεχνικούς συντελεστές, φωτίζοντας και τονίζοντας υποβλητικά το μνημειώδες αυτό κείμενο, αναδεικνύοντας άλλες εσωτερικότερες πτυχές που δεν φαντάζονταν ίσως ούτε οι εμβριθέστεροι μελετητές τού συγκεκριμένου έργου, τού συγγραφέα και τής εποχής του.
Μία παράσταση από τις αρτιότερες αυτής της θεατρικής περιόδου στο πάντα ατμοσφαιρικό θεατράκι Studio Κυψέλης με έναν πρωταγωνιστή άξιο για βραβείο υποκριτικής πρώτου και επώνυμου αντρικού ρόλου.
Ο ΖΑΧΑΡΙΑΣ ΡΟΧΑΣ σε ρεσιτάλ υποκριτικής ως Λεντς του Μπύχνερ!!! Ένας μεγαλειώδης ηθοποιός που φαίνεται ότι δεν αντέχει το άχθος του ταλέντου του κι επιμένει πεισματικά στην ποιότητα, αλλιώτικα θα τον βλέπαμε κάθε καλοκαίρι στην Επίδαυρο! Έλεος πια με τις χρυσές μετριότητες που μας κατακλύζουν με τη μανιέρα τους. Οι ουσιαστικοί άνθρωποι ποιούν ήθος. Και ειδικά (εξ ορισμού) στο Θέατρο. Οι Διονυσιακοί τεχνίτες δημιουργούν στον παρόντα χρόνο και δεν κυνηγάνε υστεροφημίες ούτε τη ματαιότητα του Χρήματος σε σφιχτό εναγκαλισμό με την Εξουσία. Κι ο νοών …ανοήτω (η βλακεία σε αυτή τη χώρα είναι ακαταμάχητη και δεν ταυτίζεται – ατυχώς – με την ιδιωτεία αλλά τείνει προς την ηλιθιότητα!!!).
Για τα άλλα σιγώ, μαζί με τον Άμλετ.
Λοιπόν, «τα του Καίσαρος τώ Καίσαρι»:

`

Σκηνοθεσία: Γιώργος Λιβανός σε ελεύθερη θεατρική απόδοση της Ροζίτας Σώκου
Σκηνικά-κοστούμια: Γιοβάννα Πρασίνου
Βοηθός σκηνοθέτη: Παναγιώτα Αγραπίδη
Μοντάζ: Αντώνης Μανδρανής
Φωτογραφίες: Κώστας Βολιώτης

Πρωταγωνιστούν:

Ζαχαρίας Ρόχας
Τέτη Σχοινάκη
Μιχάλης Αλικάκος
Νίκος Καραγιώργης
Νίκος Χαλατζίδης
Ειρήνη Καρπούζη

`

************************************************************

`


`

3. «Άνεμος» ανανέωσης φυσσάει στο Εθνικό μας Θέατρο χάρη στον ρηξικέλευθο οραματιστή Κωνσταντίνο Ρήγο και τον εμπνευσμένο καλλιτεχνικό διευθυντή του Στάθη Λιβαθηνό

Επιτέλους είδαμε και κάτι πρωτότυπο, συγκλονιστικό, «απογειωμένο» μετά το κατασυκοφαντημένο και κακοχωνεμένο στην Ελλάδα μεταμοντέρνο!!! Ο Κωνσταντίνος Ρήγος είναι ρηξικέλευθος οραματιστής. Ξεκίνησε από τον χορό, πέρασε στην θεατρική παρωδία του κιτς, από εκεί στη «σοβαρή» σκηνοθεσία και ιδού τώρα πλάθει ένα πρωτότυπο νεοελληνικό (και διεθνές) μιούζικαλ με φόντο ένα απροσδιόριστο παγκοσμιοποιημένο μπαρ, με κιτς σκηνικό διάκοσμο, με ζωντανή μουσική και με ηθοποιούς-χορευτές που ξέρουν να παγιδεύουν το Άφατο και να μορφοποιούν το Ασύλληπτο!!! [τρία θαυμαστικά, απαραιτήτως]. Ποίηση, υψηλή Ποίηση, ο θεατρικός Λόγος στα καλύτερά του, μαζί με μια αέναη, συμπαντική θα έλεγες κίνηση, που παρασέρνει σκηνή και πλατεία σε έναν αλλοδιαστασιακό «Άνεμο» που μας παίρνει τα μυαλά και τα λευκά μαλλιά της ηλικίας ανακατεύει μέχρι που να ξαναγίνουμε παιδιά, αθώα και ελεύθερα. Είναι η πρώτη φορά που δεν σοκάρει το ημίγυμνο, είναι η πρώτη φορά που το ΣΩΜΑ επαν-ενώνεται με τον ΛΟΓΟ επί σκηνής νεοελληνικού θεάτρου. Αριστούργημα [με ή χωρίς θαυμαστικά, δεν έχει υπερθετικό βαθμό]. Ο θεατής αφήνεται να ονειρευτεί περνώντας από εποχή σε εποχή κι ενηλικιώνεται αρμονικώς ως «παις αεί πεσσεύων», ως «Εγώ Ειμί Παρουσία» (The “I Am Presence”), ως συνδημιουργική οντότητα που επιστρέφει επιτέλους στην Ιθάκη της προεφηβικής του σωματικότητος. Γιατί περί αυτού πρόκειται. Ο σοφός χορογράφος ξαναπιάνει το μίτο της Αριάδνης και μας δείχνει την έξοδο από τον Λαβύρινθο των εγκεφαλικών αυτοπαθών και ναρκισσευομένων διανοουμένων μας που αυνανίζονται δημοσίως (επί σκηνής κι από οθόνης) χωρίς όμως να ηδονίζεται πραγματικά ούτε ένα από τα καταταλαιπωρημένα κύτταρά τους. Α ρε Βίλχεμ Ράιχ, όλα τα είπες στο «Άκου ανθρωπάκο!», πριν σε εγκλείσουν και σε τιμωρήσουν, χωρίς να μπορέσουν όμως και να σε ακυρώσουν. Γιατί η Αλήθεια δεν κρύβεται. Καίει και λυτρώνει, σαν Ήλιος, αποκαλύπτει σαν Ήλιος, ελευθερώνει (όπως είπεν ο Χριστός). Κι η Αλήθεια για τον ζωντανό άνθρωπο είναι δύο:1. το σώμα, 2. ο Λόγος (ο σπινθήρας τού Δημιουργού εντός του). Στην Αρχαιότητα αυτά τα δύο ήταν ενιαία: «νους υγιής εν σώματι υγιή». Μετά ήρθεν ο Δυτικός Μεσαίωνας και η υποκριτική μαυροφορεμένη Ανατολή κι απέκοψαν την αλυσίδα από το μουράγιο, έτσι που το πλοίο της Ανθρωπότητας παρασύρθηκε από τα κοσμικά κύματα και προσάραξε σε συμπαντικούς υφάλους. Τώρα ήρθε η ώρα να ανελκύσουμε τον Τιτανικό κι ο Κωνσταντίνος Ρήγος, ως Καλλιτέχνης και πνευματικός-σωματικός Άνθρωπος του Θεάτρου που σέβεται τον εαυτό του, ρίχνει μια δυνατή βουτιά στα βαλτωμένα απόνερα του Συλλογικού Πανανθρώπινου Υπό-συνειδήτου. Στο «υπό-κείμενο» (“sub-text”) τώρα της παράστασής του, δεν υπάρχει πεσσιμισμός κι απογοήτευση, ακόμα κι όταν παραπέμπει σε ζοφερά μελλοντολογικά σενάρια. Υπέροχος άθλος, έξοχοι ερμηνευτές, χάρμα οφθαλμών κι αισθήσεων, βαθύς προβληματισμός, αλλά παντρεμένος με τη χαρά της Ζωής. Βλέπετε τι κάνει ο Ορφικός Έρως όταν συναντά τη Διονυσιακή Μανία με Απολλώνια γαλήνη και ήρεμο προσωπείο; Αυτά και άλλα πολλά είναι αυτή η θαυμαστή παράσταση που μόνον ιδίοις σώμασιν μπορείτε να απολαύσετε.
`

Σύλληψη, Σκηνοθεσία, Χορογραφία, Σκηνικά Κωνσταντίνος Ρήγος
Δραματουργία Ξένια Αηδονοπούλου
Μουσική Δημήτρης Μαραμής
Φωτισμοί Χρήστος Τζιόγκας
Συνεργάτης σκηνογράφος Μαίρη Τσαγκάρη
Κοστούμια Νατάσα Δημητρίου
Βοηθός σκηνοθέτη Άγγελος Παναγόπουλος
Μουσική διδασκαλία Μελίνα Παιονίδου
Β΄ βοηθός σκηνοθέτη Γιώργος Ζυγούρης
Διανομή:
Ορφέας Αυγουστίδης
Αλέξανδρος Βαρδαξόγλου
Άννα Μάσχα
Ηρώ Μπέζου
Βιβή Μπουτάτη
Άρης Παπαδόπουλος
Κωνσταντίνος Πλεμμένος
Ρόζα Προδρόμου
Γιώργος Πυρπασόπουλος
Αλεξάνδρα Ρογκόσκοβα
Αντώνης Στρούζας
Γιάννης Τσιγκρής
Μουσικοί επί σκηνής :
Διονύσης Βερβιτσιώτης (βιολί), Σοφία Ευκλείδου (τσέλο), Φώτης Παπαντωνίου(βιόλα), Ιάκωβος Παυλόπουλος (κρουστά)

`

***************************************************************

`

4. Λέανδρος Πολενάκης «Κόκκινο Φεγγάρι» (Σκιές Τσέχωφ) με τη συναρπαστική Έφη Βενιανάκη στο «Αγγέλων Βήμα»

Ένας μετά-Τσέχωφ σε όλο του το φιλολογικό μεγαλείο, διαχρονικός και υπερ-τοπικός (για να μην πω διαχρονικός ακόμα), υπερ-χρονικός και συγκρατημένα μεταμοντέρνος. Ο διακεκριμένος κριτικός θεάτρου και άξιος φιλόλογος (με την ουσιαστική έννοια του όρου, χωρίς ακαδημαϊκές αγκυλώσεις και σχολαστικισμούς) ο Λέανδρος Πολενάκης, με επάρκεια και κάποια εκρηκτικά ίχνη χιούμορ, ξαναγράφει τις «Τρεις αδελφές» του Τσέχωφ, ελαχιστοποιώντας τες σε δύο, παραλείποντας τη μία και προσθέτοντας δύο αρσενικούς, ο ένας καθαρόαιμος κι ο άλλος νεορομαντικός με τονισμένη τη θηλυκή του πλευρά. Αν προσθέσεις και μια βόμβα μεγατόνων που δεν σκάει μέχρι το τέλος της παράστασης, αλλά πυροδοτεί αλυσιδωτές συναισθηματικές αντιδράσεις, σεξουαλικές εκτονώσεις μέχρι την κατάφαση στη Ζωή και στον Έρωτα, που θα οδηγήσει στο crescendo του τέλους… Μιλάμε δηλαδή για ένα καλογραμμένο έργο, όχι με την έννοια του Σκριμπ, αλλά με τη βαθιά γνώση ενός ανθρώπου του Θεάτρου που ανάλωσε τη ζωή του στην υπηρεσία της Τέχνης, από σταθερή γωνία.
Όλοι οι συντελεστές αυτού του σκηνικού θαύματος εξαίρετοι.
Οφείλω όμως να εξάρω το μελοδραματικό βάθος και την κινηματογραφική ρεαλιστικότητα στην ερμηνεία της Έφης Βενιανάκη, που έπαιξε συγκρατημένα και διαχρονικά, χωρίς να μιμηθεί μια Ρωσίδα, αλλά παρέπεμπε και στην Σκανδιναβία του Μπέργκμαν και στην Βικτωριανή Αγγλία και στην Αυστραλία των πρώτων αποίκων, στην μετεμφυλιακή Ελλάδα του Αγγελόπουλου, αλλά κυρίως στην Αθήνα του σήμερα, την αλλοτριωμένη από την Κρίση και το άγχος που αυτή γεννά.
Ο καλός συγγραφέας Λέανδρος Πολενάκης, κάτω από την επιφανειακώς αθώα αυτή παραβολή ξαναγυρίζει στα «παιδιά των λουλουδιών» και στη ζωοποιό δύναμη του Έρωτα, το μόνο αντίδοτο στο υπαρξιακό κενό, στην αρρώστεια, στη φτώχεια και στο άγχος του Θανάτου.
Tο έργο έχει ανεβεί στα πλαίσια τού φεστιβάλ.Ελληνικού θεατρικού έργου τού 21ου αιώνα με καλλιτεχνική διευθύντρια την άξια θεατρική συγγραφέα ΛΕΙΑ ΒΙΤΑΛΗ.
Σημαντικό έργο, καταπληκτική παράσταση, υπέροχες ερμηνείες. Μην το χάσετε!
`
Σκηνοθεσία – Σκηνικά – Κοστούμια: Δημήτρης Κωτσής
Παίζουν οι: Έφη Βενιανάκη, Σοφία Ορφανού, Βασίλης Μπατσακούτσας, Τίτος Λίτινας

`

************************************************************

`

`

5. Οι «Τρωάδες σήμερα» της Πατεράκη…

…ανατριχιαστικά σύγχρονες, όπως κι οι «Τρωάδες» του Ευριπίδη, στο κατάλληλα διαμορφωμένο σε hot–spotΘΕΑΤΡΟ ΤΗΣ ΟΔΟΥ ΚΕΦΑΛΛΗΝΙΑΣ. Μπέττυ Αρβανίτη και Ρούλα Πατεράκη, μετά την πρώτη προ τριακονταετίας συνάντησή τους επί σκηνής στα «Πικρά δάκρυα της Πέτρας φον Καντ» έρχονται τώρα να κλάψουν μαζί με την Εκάβη για το τέλος του Δυτικού Πολιτισμού.

Από το δράμα τού «εγώ» (κοινωνικοποιημένου, αλλοτριωμένου κι ερωτικά εξευτελισμένου) στο δράμα τού «εμείς» (εξανδραποδισμένου, αιχμάλωτου, κακοποιημένου, ταπεινωμένου). Ασφυξία αναδίδει το ευριπίδειο δράμα που κόστισε στον καινοτόμο και αθυρόστομο ποιητή του μια εξορία κι αργότερα τον βίαιο θάνατο στην Πέλλα, στην αυλή τού Αρχέλαου. Ο μέγιστος των τραγικών διείδε την κυκλικότητα τού κάρμα, του αδήριτου και παγκόσμιου νόμου της Αιτίας και του Αποτελέσματος και προφήτεψε δεινά για την Ελλάδα, ακριβώς όπως η Κασσάνδρα προφητεύει το τέλος τού Οίκου τών Ατρειδών. Όμως κανείς δεν τους ακούει. Εθελοτυφλούν. Άπαντες. Είναι πιο εύκολο να βαυκαλιζόμαστε με ψευδαισθήσεις τής στιγμής και παραισθήσεις τής δεκάρας (ειδικά τώρα που η Χημεία θριαμβεύει επί πτωμάτων)… όμως η Αλήθεια, η Αλήθεια είναι πάντα δυσάρεστη στους τυράννους, στους εφησυχασμένους, στους βολεμένους.

Η Ρούλα η Πατεράκη, μετά τον ημιτελή (ακόμα) «Πελοποννησιακό Πόλεμό» της επανέρχεται στο δράμα των προσφύγων, αλλά όχι με την ευκολία των Μέσων Μαζικής Ενημέρωσης… μάλλον με το βάρος της φιλοσοφικής προσφυγιάς που κουβαλάμε όλοι μας μετά την Έξοδό μας από τον παράδεισο της παιδικής ηλικίας [για όσους ήταν αυτό παράδεισος, τέλος πάντων]. Οι κούκλες που αγαπάει και χρησιμοποιεί στις παραστάσεις της, η αντιμετώπιση ενίοτε των ηθοποιών ως γιγαντιαίων νευροσπάστων, το σπάσιμο της συνηθισμένης εκφοράς του λόγου και της πεπατημένης κίνησης του ανθρωπίνου σώματος, κώδικες δικοί της, κώδικες που την ανέδειξαν ως μία από τις σημαντικότερες μορφές στο σύγχρονο ελληνικό μας θέατρο, συνοψίζονται κι ανακεφαλαιώνονται θαρρείς στις «Τρωάδες σήμερα». Οι κουκλίτσες από τα «Πικρά Δάκρυα της Πέτρας φον Καντ» γίνονται τώρα «ξεχαρβαλωμένες κιθάρες» για να θυμηθούμε τον αυτόχειρα Καρυωτάκη. Έχει κάτι το αυτοκαταστροφικά, το μοιραία αυτοκτονικό αυτή η παράσταση. Όλο το Έρεβος χύμα, σαν τον χυλό που χύνουν οι φαντάροι στις τσίγκινες γαβάθες των αιχμαλώτων πάλαι ποτέ πριγκιπισσών. Τι καλύτερη σκηνική παραβολή θα μπορούσε ποτέ να βρεθεί. Και μόνον η μανιακή προφήτις και μάντισσα Κασσάνδρα καταβροχθίζει με άλογη βουλιμία αυτό το ξερατό, οι άλλες κρατιούνται στο ύψος και στις συνήθειές τους. Ακόμα… Αύριο, ποιος ξέρει; Όταν θα συρθούν σκλάβες σε ξένα μέρη και θα είναι δακτυλοδειχτούμενες ως «οι βάρβαρες» τότε ίσως, όπως «Ο τελευταίος αυτοκράτορας» να διδαχθούν την ταπεινότητα, που επιχειρεί να διδάξει η Γκρούσε στον απαχθέντα (για τη σωτηρία του) πρίγκιπα.
Αυτό το αρχέτυπο τού ξεπεσμένου άρχοντα, σε συνδυασμό με τη νοσταλγική αναζήτηση τού «χαμένου χρόνου» (κατά Προυστ) μαζί με την εμμονή στο κουκλοθέατρο και την μεταφυσική θεώρηση των πάντων, δίνουν σε αυτή την παράσταση ένα μεγαλειώδες μετ-αιώρημα εκτινάσσοντάς την σε δυσθεώρητα ύψη της Τέχνης αλλά και της Ζωής. Ο Θάνατος δεν είναι θέμα. Ούτε καν του Αστυάνακτα, που δεν προλάβει να μεγαλώσει και να βασιλέψει. Η τυραννία της άχαρης, της αβίωτης, της ανυπόφορης ζωής είναι το θέμα. Κι αυτό είναι αδιαπραγμάτευτο. Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια κουρελιασμένη μόνο σε ψυχοπαθητικές, νοσηρές, σαδομαζοχιστικές σχέσεις μπορεί να οδηγήσει. Κι ο Έρωτας ανταλλακτικό επιχείρημα, νόμισμα, πλεονέκτημα. Η Ωραία Ελένη της Τροίας, που προκάλεσε τόση αιματοχυσία συναντά την περιφρόνηση του φαντάρου όταν επιχειρεί να του κάνει τα γλυκά μάτια. Εκείνος (στην παράσταση της Πατεράκη) προτιμάει το «χειρογλύκανο», τον αυνανισμό, όπως δηλώνει. Εν τέλει τι είναι αυτοί οι περίφημοι δύο άξονες ανάμεσα στους οποίους κινείται η ζωή μας; Θάνατος κι Έρωτας. Μήπως τους υπερτιμήσαμε. Μήπως το ζητούμενο είναι η επιβίωση πάση θυσία, αφού για την ευτυχία πια δεν παλεύουμε κι από την ευδαιμονία έχουμε παραιτηθεί προ πολλού; Η ψευδαισθητική Αφθονία των περασμένων τριών δεκαετιών έδωσε τη θέση της στην πιο βαριά κατάθλιψη. Λογικό κι αναμενόμενο. Το εκκρεμές δεν πάει μόνο από τη μια μεριά. Κι όσο μακρύτερα φτάσει στο ένα άκρο τόσο θα ξεφύγει κι από την άλλη μεριά. Αλίμονο στον άγιο όταν θυμώσει, αλίμονο στον αγνό όταν αμαρτήσει. Το συμπιεσμένο ελατήριο θα εκτιναχθεί αλλόκοτα, ανεξέλεγκτα, αλόγιστα…
Στην παράσταση του «Θεάτρου της Οδού Κεφαλληνίας» δεν ξεφεύγει και δεν ξεχωρίζει κανείς από το απόλυτα ενορχηστρωμένο σύνολο.

Όλοι είναι πρωταγωνιστές και ανώνυμοι, νικητές και ηττημένοι, θριαμβευτές και ταυτόχρονα εξοντωμένοι… Κι αυτή είναι η μαγεία αυτού του έργου, που μαζί με τις «Βάκχες» είναι η πνευματική κληρονομιά του Ευριπίδη στην Ανθρωπότητα.
Ορθώς η Ρούλα Πατεράκη, ανέπλασε την μετάφραση που χρησιμοποίησε. Είναι η ίδια ένας υπερ-δραματουργός (ή μήπως θα έπρεπε καλύτερα να πω «μετά-δραματουργός»;). Το σίγουρο είναι ότι προσεγγίζει το «Ολικό Καλλιτέχνημα» (Gesamtkunstwerk) προς το οποίο τείνει εξαρχής και θα το επιτύχει ίσως μετά την αναχώρησή της από τον μάταιο τούτο κόσμο, όταν θα ενωθεί με το Ύστατον Φως απαρεγκλίτως.
Περιμένω και τη συνέχεια. Γιατί αυτή η παράσταση τελειώνει απότομα. Σα να πρόκειται για διάλειμμα. Ανάμεσα σε δύο καταστροφές. Παρʼ όλα αυτά ο θεατής, ο επαρκής θεατής φεύγει θεραπευμένος. Το θέατρο ως μέθοδος ψυχοθεραπευτική, ομοιοπαθητική

`


Συγγραφή-σκηνοθεσία: Ρούλα Πατεράκη
Σκηνικά – Κοστούμια: Ελένη Μανωλοπούλου
Φωτισμοί: Αλέκος Αναστασίου
Moυσική: Άγγελος Τριανταφύλλου.
Παίζουν: Μπέττυ Αρβανίτη, Νίκος Αρβανίτης, Μαρία Κεχαγιόγλου, Άννα Κουτσαφτίκη, Νίκος Μαυράκης, Τζίνη Παπαδοπούλου, Δημήτρης Παπανικολάου, Τασία Σοφιανίδου

.