Επιθεώρηση Ποιητικής Τέχνης

Κατηγορία

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Ακαδημία Ποιείν

Τάσος Καραδήμος, Ποιήματα

Η μελαγχολία των γερόντων

Ας αφήσουμε τους ποιητές να μιλήσουν για τα όνειρα
για το φως, για το σκοτάδι, για τον ήλιο
για τη θάλασσα
Εμείς θα αδράξουμε από το χρόνο τη σοφία του
Θα ανασάνουμε το άρωμα αισθήσεων που ξεψυχάνε
Θα κρατηθούμε από κομμάτια ξεχασμένης μνήμης
Ίσως τότε οι ποιητές του θανάτου δικαιωθούν που μας
έμαθαν να ζούμε
Γιατί ο θάνατος, είναι ο δάσκαλος της ζωής, ο δάσκαλος
που τα άτακτα παιδιά θυμούνται όταν γεράσουν

Ωχ! Πάλι μπήκε στο ποίημα η μελαγχολία των γερόντων
Δεν θα της περάσει
Θα με σώσει η φαντασία μου
Η επιστροφή στο σώμα μου
Βλέπω ακόμη, βλέπω
Και το βράδυ ο κόσμος τυλίγεται στα τσαλακωμένα σεντόνια.

(από τη συλλογή «ΔΙΕΞΟΔΟΣ στο αέναα κινούμενο»)

Τερματισμός λειτουργίας

Ξέχασα το αιμάτινο κορμί μου μπροστά στην οθόνη
Παγιδευμένο από τα αδηφάγα μάτια στο λαβύρινθο του κόσμου
Αυτοί εκεί μέσα στοχεύουν ανελέητα σε ευάλωτα συναισθήματα
μα εγώ έχω φύγει μακριά διαλυμένος σε όνειρα
Σε μια αγορά στο Βυζάντιο να αγοράσω πορφυρά ψέματα
Χορεύοντας στην πλώρη πάνω σε τρικάταρτο σκαρί πειρατικό
Να κουρσέψω όμορφα τσαχπίνικα μάτια και ονειρεμένα χείλη
Στην Αλεξάνδρεια μυρίζω βιβλία που καίγονται
Η γνώση έχει τη δική της μυρουδιά, μοσχοβολάει υπεροχή
Κρυώνω σε ένα χάνι στο δρόμο του μεταξιού
Κλείνω τα μάτια μου στο αχανές φως της παγωμένης στέπας
Κάποιος, ένας απ’ αυτούς εκεί μέσα, μου θύμισε αυτό που δεν έζησα
Ο άνεμος έχει τη δική του ελευθερία,
ασυγκράτητος περνάει από χαραμάδες και
φεύγει από την καπνοδόχο
Το κορμί μου μπροστά στην οθόνη στην πόρτα του ύπνου
Παντού πουλιά και επιστρέφω για ακόμα μια φορά
Τερματισμός λειτουργίας. Shutdown command.

(από τη συλλογή «ΔΙΕΞΟΔΟΣ στο αέναα κινούμενο»)

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Μαρία Ευθυμίου, Ποιήματα

Αγαπημένο Σώμα

Στην αγκαλιά σου επιστρέφω πεινασμένη
καταβροχθίζοντας αγγίγματα κρουστά
μες στη σιωπή ακταιωρώ κουλουριασμένη·
γυμνά τα σώματα· κοιτάσματα ζεστά

Τις μυρωδιές σου απ’ το σώμα μου συλλέγω
-κρυμμένα χνάρια σου στο δέρμα, στα μαλλιά-
Μες στις υγρές μας διαδρομές αναμοχλεύω
χώμα των άστρων οργωμένο με φιλιά

Αγαπημένο Σώμα ΙΙ

αγαπημένο Σώμα
αόρατο περίγραμμα
με κατατρύχεις,
ακόμη κι όταν λείπεις

με δαγκώνεις στον αυχένα
δήγματα του έρωτα
σ’ αγκαλιάζω σφιχτά
σαν ανακόντα

είσαι κορμός δέντρου
κι εγώ ανασαίνω
γερμένη
στις ρίζες σου

ρεμβάζω τις νύχτες
μπροστά στα χαρτιά μου·
το στήθος σου
η πλάτη της καρέκλας

δείχτες του ρολογιού
χαμογελούν
κάθε φορά που συναντιούνται

κουλουριαζόμαστε
σαν τρυφερά ζαχαροκάλαμα
τριγύρω απ΄το φεγγάρι

σαν κινέζικο βάζο
αγκαλιάζω το σώμα σου
μια ολόκληρη νύχτα

μου ‘ρχεται να πέσω
πάνω σου με φόρα
όπως πέφτω
το καλοκαίρι στη θάλασσα

εσύ νομίζεις ότι είμαι γυναίκα
αλλά εγώ δεν είμαι γυναίκα·
είμαι άμμος εμπύρετη

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κατερίνα Ντίνου, «ξύλινο παιχνίδι»-ποιητική νουβέλα, εκδ.24γράμματα, 2025

[ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ]

1. “Ζωντανεύουν στα χέρια σας

Θυμάμαι το κλειδί
κάθε πρωί στις οκτώ
ο κάτοχός μου δεν άργησε ποτέ,
ο βαθύς μεταλλικός ήχος έτριζε στις καρδιές των
χαραγμένων ξύλων
κι ένα σκονισμένο φως έλουζε τις επιφάνειες
κάθε πρωί στις οκτώ.
Κάθε πρωί ήταν θαμπωμένα τα τζάμια από τις
νυχτερινές μας επιδρομές
στον μεγάλο κεντρικό χώρο του γωνιακού
παλαιοπωλείου,
όσο ο κάτοχός μου έλειπε, οι ξύλινες ανάσες μας
γύρευαν μια μικρή ματιά έξω στον μεγάλο κόσμο,
κολλούσαν πάνω στο γυαλί και άφηναν εκεί λίγο
από το βερνίκι τους.

Κάποια από μας ήταν σπασμένα,
αυτά ο κάτοχός μου τα είχε στριμώξει σε μια
από τις τέσσερις γωνίες του προαύλιου χώρου
και τα άφηνε εκεί καιρό,
ίσως περνούσε εκείνος ο τρομαχτικός άνθρωπος
με τη βραχνιασμένη φωνή και τη
σαραβαλιασμένη καρότσα
μα ούτε εκείνος τα πλησίαζε και έμεναν εκεί
με την ψευδαίσθηση πως για να είναι
στοιβαγμένα έξω
ελεύθερα θα είναι,
κι ας είχαν σπασμένα πόδια
κι ας μην τα ζήτησε ποτέ κανείς
ούτε καν εκείνος ο σημαδεμένος άνθρωπος.

Ο κάτοχός μου δεν άλλαζε ποτέ κλειδαριά
κι έτσι μπορούσα να ακούω τη σκουριά
να προχωράει,
κάθε πρωί και μια ανεπαίσθητη αλλαγή
στον ήχο
μια ελάχιστη, παραπανίσια απόσβεση
στο σκληρό γύρισμα,
στην υπενθύμιση της σιδερένιας κατοχής.

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Δημήτρης Οικονομίδης, Δύο ποιήματα

Βρεθήκαμε στον Κολωνό

σ ’ένα χαζό κουτούκι ·

γύρω μας φαναρτζίδικα, βαφές

και μαύρα λάδια,

μπλε σαλοπέτες, άφιλτρο

και μπύρα χλιαρή.

Τσούγκρισε και …

 

« Τα βράδια το παράπονο

έπιανε το λυγμό μου ·

το μόνο χάδι ήτανε

ένα πικάπ βαλιτσάκι,

της μάνας του ’50.

 

Έτριζε τη Μικρή

τη Μουσική της Νύχτας

κι ο Έντισον στο ράδιο,

ύστερα, καληνύχτα,

μικρέ μου καπετάνιε μου

του ονείρου χαμογέλα.

 

Κι όταν τις σπάνιες φορές

πατέρα αναζητούσα

– δεν είν’ για χόρταση μου λες –

εκεί που τον περίμενα

ναρθεί, ποτέ δε φάνει…

 

Το δέρμα μου μετέωρο

στη λαύρα και τον πάγο

ν’ αναζητάει γέφυρα

του μπουκαλιού λαιμό…

Διαβάστε περισσότερα
Ακαδημία Ποιείν

Κώστας Κουτσουρέλης, Δύο σονέτα

ΣΑΠΦΟΥΣ

Η ομορφιά με βούβανε. Μα αγάπησα πολύ…
Το μήλο εγώ αγάπησα που παίρνει να ροδίζει
μακριά από ανθρώπου δάχτυλα στο πιο ψηλό κλαδί,
αγάπησα το βότσαλο που αφρός δεν το λικνίζει

και της σελήνης τον αχνό κι ασημωτό καπνό.
Αγάπησα τον ουρανό που δεν μπορώ ν’ αγγίξω,
το κρίνο που το πάτησε ένα πόδι απρόσεκτο,
αυτή τη νύχτα αγάπησα κι ας μη μπορώ να πνίξω

το ερπετό της μοναξιάς, αγάπησα το αηδόνι
της άνοιξης το ηδονικό που υψώθηκε απ’ το χιόνι,
αγάπησα το γέλιο σου το τόσο μακρινό.
Αγάπησα τον έρωτα που τους καημούς μοιράζει
όπως μοιράζει στα σπαρτά ο άνεμος το χαλάζι.
Αγάπησα τον διχασμό που μ’ έκοψε στα δυο.

Διαβάστε περισσότερα