Αγαπημένο Σώμα

Στην αγκαλιά σου επιστρέφω πεινασμένη
καταβροχθίζοντας αγγίγματα κρουστά
μες στη σιωπή ακταιωρώ κουλουριασμένη·
γυμνά τα σώματα· κοιτάσματα ζεστά

Τις μυρωδιές σου απ’ το σώμα μου συλλέγω
-κρυμμένα χνάρια σου στο δέρμα, στα μαλλιά-
Μες στις υγρές μας διαδρομές αναμοχλεύω
χώμα των άστρων οργωμένο με φιλιά

Αγαπημένο Σώμα ΙΙ

αγαπημένο Σώμα
αόρατο περίγραμμα
με κατατρύχεις,
ακόμη κι όταν λείπεις

με δαγκώνεις στον αυχένα
δήγματα του έρωτα
σ’ αγκαλιάζω σφιχτά
σαν ανακόντα

είσαι κορμός δέντρου
κι εγώ ανασαίνω
γερμένη
στις ρίζες σου

ρεμβάζω τις νύχτες
μπροστά στα χαρτιά μου·
το στήθος σου
η πλάτη της καρέκλας

δείχτες του ρολογιού
χαμογελούν
κάθε φορά που συναντιούνται

κουλουριαζόμαστε
σαν τρυφερά ζαχαροκάλαμα
τριγύρω απ΄το φεγγάρι

σαν κινέζικο βάζο
αγκαλιάζω το σώμα σου
μια ολόκληρη νύχτα

μου ‘ρχεται να πέσω
πάνω σου με φόρα
όπως πέφτω
το καλοκαίρι στη θάλασσα

εσύ νομίζεις ότι είμαι γυναίκα
αλλά εγώ δεν είμαι γυναίκα·
είμαι άμμος εμπύρετη

Κόκκινη Μέλισσα

Υποδόριο, είσαι, κύμα·
μια κόκκινη μέλισσα

Η Μάσκα

Μάσκα βελούδινη μας χάρισε ο θεός·
Σαν φυλαχτό να την κρατάς πάντα κοντά σου
Μύστης υψώσου τ’ουρανού και της χθονός·
Ζήσε στο σώμα μου· σαν όστρακο αφουγκράσου

Κάθε μας χάδι, κάθε βλέμμα ερωτικό
Μύρο ανάερο στα ροδοπέταλά του
Μες στη φαρέτρα μας είν’ όπλο φονικό!
Ξόρκι κατά του Μηδενός και του θανάτου

Όταν σαν αίνιγμα ευφρόσυνο λυθώ,
Στα δυο μου χέρια απαλά ευθυγραμμίσου·
λάμψεις κι ανταύγειες χρυσωμένες θα ντυθώ·
Φρύνη για σένα, και ουρί του Παραδείσου!

Η Μάσκα ΙΙ

Σ’ένα εργαστήρι την αγόρασαν, παλιό
Ερωτευμένοι στα στενά της Βενετίας
Δώρο του Βάκχου, αγαπημένο, τρυφηλό ·
αρχαίο προσάναμμα ιεροτελεστίας

Σε μια θυμέλη αναριγούσε ζωντανή
αδημονώντας για το δράμα ν’αρχινίσει ·
για να υψωθεί στης ερμηνείας τη φωνή,
ποια εκδοχή του ηθοποιού είχε αφανίσει;-

Σε καρναβάλια περιφέρονταν γυμνή
καρατομώντας χρηστά ήθη και συμβάσεις!
Κρασί κερνούσε, αταξία κι ηδονή,
αμφισημίες, αναιρέσεις, παραβάσεις.

Στο υπνοδωμάτιο τώρα στέκει σιωπηλή,
παροπλισμένη μες στης νύχτας τη θητεία ·
σ΄ ένα παιχνίδι αυτοσχέδιο τους καλεί
να καταρρίψουν τα δικά τους προσωπεία…
Σύνευνοι, ξένοι, μισοφίλοι, μισοεχθροί,
μισοεραστές -μα σταθεροί συνοδοιπόροι-
Ρόλοι ακαθόριστοι, στοιβάζονται, θολοί
-με τάση αύξουσα οι ρήτρες και οι όροι…-

Αν παρουσίαζαν τους φόβους τους γυμνούς
εκτεθειμένους σ΄ένα ξέφωτο ανοίκειο!;
Αν την αλήθεια εγκολπωθούν του αλλουνού!
Ίσως κι οι δυό τους, τελικά, να έχουν δίκιο…

Του έρωτα οι φλόγες καταντούν «λόγοι διττοί!»
Έργο της έξης ή κακόγουστο αστείο;
Τώρα οι φωνές έχουνε πια συγχωνευτεί…
Πλέον, δυσδιάκριτα εαυτός και προσωπείο.

Μια αυτόχειρας

Τις σάρκες μου αλέθουν τα πιράνχας
Ταΐζω το χρυσόψαρο στη γυάλα
Στον γείτονα αγόρασα νιφάδες
Εξήγησα ότι πετάω για Ρώμη
Του ερέβους ψιθυρίζω το τραγούδι
Μερόνυχτα ακάνθινα στεφάνια
Αργόσυρτα πρωινά κατατονίας
Βραδιές ευφορικά ουράνια τόξα
Ετοίμασα με πείσμα τη θηλιά μου
Τριγύρω απ’ της ζωής μου την κλεψύδρα
Κερνώντας περιττώματα το μέλλον
Μια πύλη τεθλασμένη ματωμένη
Όνειρα παιδικά τσαλακωμένα
Λιμνάζουνε σ’ ελώδεις υπονόμους
Ακούω το νεογέννητο μου κλάμα
Σαν λάφυρο στης μάνας μου τον κόρφο
Μια ροζ ξεθωριασμένη κουβερτούλα
Η μάνα μου με βρήκε το ίδιο βράδυ
Μεσίστια να αιωρούμαι στο δωμάτιο

Εφιάλτης

Σαν βαθυσκάφος, ακυβέρνητο, χαμένο
καταποντίστηκα στον τρόμο των φυκιών·
ναυάγιο ντύθηκα, σε τάφρο, γκρεμισμένο
τάφος υγρός και ορμητήριο κορακιών

Περιπλανήθηκα εκεί που δεν χαράζει
σε βάθη απύθμενα κι ανήλιαγες στοές,
κι ούτε μι’ αχτίδα το σκοτάδι αλφαδιάζει·
μον΄ οι νεκροί αδημονούν για τις χοές…

Χορογραφώντας ένα νέο κύμα μαύρο
θαμπά συγκράτησα φωτάκια λιμανιών·
κι έτσι κατόρθωσα αλαφιασμένη να βρω
ξανά την ίσαλο γραμμή των σεντονιών…